Τον Αύγουστο του 2015, ο Γιάννης Αναστασάκης ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος σε μία εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία. Έχοντας επίγνωση της δυσλειτουργικής κατάστασης, κυρίως της οικονομικής, ήταν ρίσκο η ανάληψη αυτής της θέσης. Ωστόσο, παρά τις όποιες δυσκολίες, ο ίδιος δεν μετάνιωσε ούτε στιγμή για την απόφασή του. Όπως μάς λέει, είναι χαρούμενος που το Θέατρο «έχει βρει ξανά τη θέση του στην καρδιά του κόσμου και στην καθημερινότητά του”.

Σήμερα, κάνοντας τον προσωπικό απολογισμό του, πιστεύει ότι η θητεία του στο Κρατικό έχει θετικό πρόσημο, παραδέχεται ότι τού λείπει πολύ η οικογένειά του και ο κινηματογράφος — ειδικά οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη — ενώ επισημαίνει την επείγουσα ανάγκη για μία σταθερή πολιτιστική πολιτική. Επιπλέον, αναφέρεται στον «Ορέστη», την τραγωδία του Ευριπίδη με την οποία το ΚΘΒΕ περιοδεύει φέτος το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα, καθώς και στην παρθενική του εμφάνιση ως σκηνοθέτης στο μαγικό Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Σε μία επί της ουσίας συζήτηση, τον ακούω να υποστηρίζει με θέρμη και ενθουσιασμό το θέατρο που αγαπά και ονειρεύεται, όπως ακριβώς έκανε και δέκα χρόνια πριν- τότε που ήμουν φοιτήτριά του στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Άλλωστε, θα πει, πρόκειται για «στάση ζωής».


ΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ

«Το ΚΘΒΕ υπάρχει, είναι εδώ και έχει την διάθεση να μπει στην καθημερινή μάχη του πολίτη, του θεατή.»

– Τρία χρόνια πριν, τον Αύγουστο του 2015, αναλάβατε την καλλιτεχνική διεύθυνση του ΚΘΒΕ, γνωρίζοντας ότι καλείστε να αντιμετωπίσετε ένα πάρα πολύ δύσκολο έργο. Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας έκαναν να δεχτείτε αυτή τη θέση;

Κοίταξε, από την μία, ήταν μεγάλη τιμή για μένα αυτή η θέση. Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος μου, εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα, ενώ σπούδασα Θέατρο στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Από την άλλη, ήταν και το επείγον της κατάστασης που με έκανε να αποδεχτώ την πρόταση. Δεν μπορούμε πλέον να λέμε «όχι», πρέπει να αγωνιζόμαστε για το καλύτερο. Είπα το «ναι», λοιπόν, πάρα την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και το γεγονός ότι το θέατρο είχε χρέη 9.000.000 ευρώ. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια, με δική μου επιμονή και με βοήθεια από την Πολιτεία, το χρέος μειώθηκε και βρίσκεται τώρα στα 2.000.000 ευρώ.

Επίσης, και καλλιτεχνικά είχε νόημα αυτή η προσπάθεια γιατί έγιναν ωραίες παραστάσεις, ήρθε πολύς κόσμος στο θέατρο, ενώ δόθηκαν ευκαιρίες και σε νέους ανθρώπους να κάνουν πράγματα. Οπότε, θετικό είναι το πρόσημο αυτής της θητείας για μένα. Σίγουρα δεν έχασα τον καιρό μου εδώ. Ήταν μία ωραία περίοδος, παρά τις δυσκολίες της.

– Μέσα σε αυτή την περίοδο, υπήρξε έστω μία στιγμή που μετανιώσατε για την ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Θεάτρου;

Όχι, όχι! Καμία στιγμή. Επειδή είμαι αρκετά πεισματάρης άνθρωπος, αλλά και φύσει αισιόδοξος, δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι είναι μάταιος αυτός ο αγώνας. Απλώς, υπήρξαν μέρες πολύ πιο δύσκολες από τις άλλες. Μέρες γεμάτες αγωνία για το αν θα βρεθούν τα χρήματα να πληρωθούν οι εργαζόμενοι και τα καθημερινά έξοδα του θεάτρου. Πρέπει να σου πω εδώ ότι, πολλοί άνθρωποι δούλευαν απλήρωτοι, με αυταπάρνηση, και πριν να έρθω. Ευτυχώς μετά, βρέθηκε ο τρόπος να παίρνουν τον μισθό τους και να έχει κάποιο νόημα όλο αυτό που κάνουν.

– Ποια είναι σήμερα η οικονομική κατάσταση του Θεάτρου; Υπάρχει στήριξη, από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς;

Η αλήθεια είναι ότι, αυτή την στιγμή, οι χορηγίες δεν είναι πολλές. Πιστεύουμε όμως ότι, όσο καλύτερα πάει το θέατρο, τόσο θα έρθουν περισσότεροι χορηγοί. Το Υπουργείο Μακεδόνιας – Θράκης βοηθάει σε έναν βαθμό, αλλά ζητάμε μεγαλύτερη στήριξη για να μπορέσουν οι παραστάσεις μας να βρεθούν σε περισσότερες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Οι επιχορηγήσεις, ωστόσο, παραμένουν σταθερές τα τελευταία χρόνια στα 5.800.000 ευρώ που καλύπτουν οριακά τα έξοδα μισθοδοσίας και ΙΚΑ. Οπότε, αν δεν πάμε καλά με τα εισιτήρια ή δεν βρούμε τρόπους συνεργασίας με άλλους φορείς, πολύ δύσκολα μπορούμε να ταξιδέψουμε εκτός πόλης. Πέρα από την διάθεση – που υπάρχει – τα χρήματα είναι ένας κομβικός παράγοντας για να τολμήσουμε μεγάλα πράγματα.

– Το κοινό της Θεσσαλονίκης, πώς ανταποκρίθηκε μέχρι στιγμής στο καλλιτεχνικό σας έργο;

Η ανταπόκριση είναι μεγάλη, καθώς είχαμε περίπου 200.000 θεατές κάθε χρόνο σε όλες τις σκηνές μας. Ανέβηκαν ωραίες παραστάσεις και ο κόσμος ήταν μαζί μας. Δεν αφήσαμε όμως και εμείς — εγώ, η αναπληρώτρια διευθύντρια Μαρία Τσιμά, το ΔΣ και όλοι οι άνθρωποι του θεάτρου — την πόλη μακριά από το Κρατικό Θέατρο. Δηλαδή, συνεργαστήκαμε με φορείς, μουσεία και πανεπιστήμια, με ανθρώπους που παλεύουν καθημερινά για να βάλουν ένα “λιθαράκι” στον πολιτισμό.

Ξέρεις, εγώ δεν πίστευα ποτέ στο δόγμα «Η Τέχνη για την Τέχνη». Εδώ, ήταν πια μια ευκαιρία να υπενθυμίσουμε στον κόσμο ότι το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος δεν είναι μόνο ένα θέατρο, αλλά ένας μεγάλος οργανισμός με πολλές σκηνές που έχει και πολύ σημαντικό εκπαιδευτικό όραμα να επιτελέσει. Πέσαμε όλοι με τα μούτρα να αποδείξουμε, στους εαυτούς μας και στην κοινωνία, ότι το ΚΘΒΕ υπάρχει, είναι εδώ και έχει την διάθεση να μπει στην καθημερινή μάχη του πολίτη, του θεατή.

– Θα λέγατε ότι το ρεπερτόριο αυτά τα τρία χρόνια είχε το προσωπικό σας στίγμα;

Ναι, υπήρχε ισχυρά η δική μου ματιά πάνω στο ρεπερτόριο. Εκτός από την πρώτη χρονιά, που σχεδόν όλο το πρόγραμμα είχε αποφασιστεί από την προηγούμενη καλλιτεχνική διεύθυνση, όλα τα έργα που δοκίμασα ήταν πράγματα που αγαπούσα. Γιατί Ερριέττα, ο συλλογισμός μου είναι κάπως έτσι: πρώτα επιλέγω έργα που αγαπώ και θα ήθελα να παίξω ή να τα σκηνοθετήσω, μετά σκέφτομαι αν η προβληματική και γραφή τους όντως ενδιαφέρει και άλλους εκτός από μένα και τέλος, ψάχνω να βρω τους κατάλληλους ανθρώπους για το ανέβασμά τους.

– Όσον αφορά την διεθνή παρουσία του ΚΘΒΕ, έγιναν κάποια βήματα προκειμένου να ενισχυθεί;

Θα έλεγα ότι τονώθηκε ιδιαίτερα. Φέτος, με την «Ασκητική» φτάσαμε μέχρι την Κίνα, ταξιδέψαμε σε φεστιβάλ στην Ισπανία, τη Βουλγαρία και την Σερβία. Επιπλέον, γίναμε ξανά μέλος στην Ένωση των Θεάτρων της Ευρώπης από την οποία είχαμε προ στιγμήν αποβληθεί. Ανάμεσα σε άλλα, κάναμε εκπαιδευτικά προγράμματα, ανταλλάξαμε παραστάσεις, ενώ καταφέραμε να υλοποιήσουμε δύο μεγάλες διοργανώσεις ενός διεθνούς φεστιβάλ. Αυτό, βέβαια, δεν θα γινόταν χωρίς την επιχορήγηση από το ΕΣΠΑ και την στήριξη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Προσπαθούμε η διεθνή παρουσία του Θεάτρου να γίνει ακόμα πιο έντονη. Τον Σεπττέμβριο θα πραγματοποιηθεί και η 2η Συνάντηση Νέων Καλλιτεχνών Νοτιοανατολικής Ευρώπης πάνω στο αρχαίο δράμα που αποτελεί τμήμα του Διεθνούς Δικτύου Αρχαίου Δράματος το οποίο ιδρύθηκε και χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας.

Κάτι σημαντικό που θα ήθελα επίσης να αναφέρω, είναι ότι φτιάξαμε την μόνιμη έκθεση κοστουμιών «Ίχνη του εφήμερου» που σήμερα απαρτίζεται από 149 περίπου κοστούμια σημαντικών ενδυματολόγων, τα οποία αξίζει να δει ο κόσμος. Ένα μέρος της πλούσιας συλλογής του βεστιαρίου του ΚΘΒΕ, που κινδύνευε να σαπίσει από την υγρασία λόγω έλλειψης χρημάτων, απέκτησε μόνιμη στέγη στο κέντρο της πόλης και το Βασιλικό Θέατρο. Μπορέσαμε να προστατεύσουμε αυτόν τον θησαυρό ο οποίος θα μείνει.

Όπως καταλαβαίνεις, τα “μέτωπα” είναι πολλά!

– Ωστόσο, η θητεία σας τυπικά λήγει τον Νοέμβριο. Θέλετε να ανανεωθεί και να παραμείνετε σε αυτή τη θέση;

Κοίταξε, θα ήταν τιμή μου να μού γίνει πρόταση για ανανέωση της θητείας και με χαρά θα την αποδεχόμουν. Όμως, και αυτό να μην συμβεί, νομίζω ότι θα φύγω ήσυχος ότι έκανα το καθήκον μου και ότι προσπάθησα πολύ. Επίσης, δεν αφήνω στους επόμενους ένα θέατρο υπερχρεωμένο και απαξιωμένο. Το Κρατικό, έχει βρει ξανά τη θέση του στην καρδιά του κόσμου και στην καθημερινότητά του. Πιστεύω, λοιπόν, ότι κάτι θα μείνει από αυτή την προσπάθεια.

Η ΣΠΙΘΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

«Η ζωή είναι πολύ σημαντική για να την ξοδεύουμε και πρέπει να την προστατεύουμε.»

– Στον καλλιτεχνικό προγραμματισμό για την σεζόν 2018-2019, που έχει ήδη ανακοινωθεί, το κέντρο βάρους ποιο είναι;

Για την χρονιά που έρχεται, μάς απασχόλησαν πολλά πράγματα. Αρχικά, αποφασίσαμε να επαναληφθούν δύο παραστάσεις της περασμένης σεζόν που τις αγάπησε πολύ ο κόσμος: το «Περιμένοντας τον Γκοντό» που σκηνοθετώ εγώ και το «ΝΤΑ» σε σκηνοθεσία Δημοσθένη Παπαδόπουλου. Προσπαθούμε, παρά το εφήμερο που ξέρουμε ότι έχει η τέχνη του θεάτρου, να μην “πεθαίνουν” οι παραστάσεις νωρίτερα από τότε που τους αξίζει.

Στη συνέχεια, θέλαμε: να έρθουν κάποιοι άνθρωποι να δουλέψουν εδώ για πρώτη φορά – όπως ο σημαντικός Ρουμάνος σκηνοθέτης Σίλβιου Πουρκαρέτε που εγκαινιάζει την ΕΜΣ με το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι», η Πηγή Δημητρακοπούλου και η Ιώ Βουλγαράκη –, άλλοι να επιστρέψουν μετά από χρόνια (ο Πέτρος Ζηβανός, ο Γιάννης Λεοντάρης και ο Φώτης Μακρής), και άλλοι να συνεχίσουν να δημιουργούν εδώ (η Κατερίνα Καραδήμα, ο Φούλης Μπουντούρογλου, η Ελεάνα Τσίχλη, ο Μιχάλης Σιώνας και ο Τάκης Τζαμαργιάς). Είναι σημαντικό το γεγονός ότι δίνεται ξανά βήμα σε σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, οι οποίοι πιστεύω ότι έχουν να προσφέρουν στο θέατρο, αλλά και στους θεατές.

Θα έλεγα ότι, η βασική ιδέα του φετινού ρεπερτορίου καθρεφτίζεται στη φράση «η σπίθα της ζωής». Δηλαδή, αυτή τη σπίθα που ψάχνει ο άνθρωπος για να νικήσει τις δυσκολίες. Στα περισσότερα από τα έργα, οι ήρωες βρίσκονται σε ένα εμπόλεμο περιβάλλον – κυριολεκτικά ή μεταφορικά – που μοιάζει πολύ με την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι αυτά τα κείμενα μπορούν να αναδείξουν την αξία της ζωής. Να θυμίσουν, δηλαδή, πως η ζωή είναι πολύ σημαντική για να την ξοδεύουμε και πως πρέπει να την προστατεύουμε.

– Εσείς, πού ακριβώς εντοπίζετε αυτή την «σπίθα της ζωής»;

Στην ελπίδα του ανθρώπου ότι μπορεί να αλλάξει την ζωή του προς το καλύτερο, ότι μπορεί να διεκδικήσει τη ζωή του ακόμη και στην πιο κρίσιμη φάση, να μην την χάσει. Να βάλει όλες του τις δυνάμεις και να απλώσει το χέρι στον διπλανό του που και εκείνος κινδυνεύει και τελικά, να βγει στο φως. Οι Ρωμαίοι έλεγαν τη φράση «Carpe Diem» που σημαίνει «Άδραξε τη μέρα». Αυτή την ανάγκη του ανθρώπου να ζει την κάθε μέρα, την κάθε στιγμή, νομίζω πρέπει να την ξαναθυμηθούμε και να κινητοποιηθούμε. Και, πού ξέρεις; Μπορεί να μας βοηθήσει να πάμε μπροστά.

– Παρόλο που βρίσκεστε σε μία σημαντική θέση ευθύνης, με πολλές αρμοδιότητες, δεν αφήνετε στην άκρη την σκηνοθεσία. Πώς συμβαδίζει το καλλιτεχνικό κομμάτι με αυτό της διοίκησης; 

Δεν είναι και πολύ εύκολο να συμβαδίσουν αυτά τα δύο. Φαντάσου ότι, με βάση το νόμο, έχω δικαίωμα να κάνω δύο σκηνοθεσίες τον χρόνο, αλλά εγώ μέσα σε τρία χρόνια έκανα μόνο τρεις. Δεν υπήρχε ο χρόνος για να αφοσιωθώ σε καλλιτεχνικό έργο. Όμως, χορτασμένος είμαι, δεν νιώθω ότι μου λείπουν πράγματα. Άλλωστε, καλλιτεχνικά, την χαρά την πήρα και από τις δουλειές των συναδέλφων που έγιναν εδώ.

Ωστόσο, δεν σου κρύβω ότι ζω λίγο εργένικα εδώ, κοιμάμαι μόνο 3-4 ώρες την ημέρα, ενώ μου λείπει πολύ το σπίτι και η οικογένειά μου. Αισθάνομαι, όμως, ότι άξιζε τον κόπο. Με τις δυσκολίες, μαθαίνουμε να προχωράμε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως άλλοι άνθρωποι περνάνε ακόμη πιο δύσκολα.

Ο ΟΡΕΣΤΗΣ

«Το έργο μιλά για όλα όσα κουβαλά μέσα της η ανθρώπινη φύση.»

– Γιατί επιλέξατε να καταπιαστείτε με τον «Ορέστη», στην πρώτη σας σκηνοθετική απόπειρα πάνω στο αρχαίο δράμα;

Ξέρεις, ο «Ορέστης» είναι ένα σπουδαίο έργο που μιλάει πολύ για το σήμερα. Ο Ευριπίδης, σκύβει με χιούμορ πάνω στα ανθρώπινα, αντιμετωπίζει με σαρκασμό ακόμα και τις πιο τραγικές στιγμές, ενώ ανασύρει πολύ βαθιά ζητήματα για τα οποία δεν έχει βρεθεί λύση μετά από τόσους αιώνες. Ο ίδιος, έχει μία μεγάλη αγάπη για τον άνθρωπο και για αυτό, τον ξεγυμνώνει. Μέσα από τους ήρωες του, που περνούν από όλες τις φάσεις — από την αδελφική αγάπη μέχρι το έγκλημα —, μιλά για όλα όσα κουβαλά μέσα της η ανθρώπινη φύση. Κάτι τέτοιο σε συγκινεί και σίγουρα, σε ερεθίζει να το ανεβάσεις.

– Το έργο, γράφτηκε σε μία εποχή ραγδαίων αλλαγών. Μέσα από πιο πρίσμα το προσεγγίσατε και πώς αυτό μπορεί να ιδωθεί σήμερα, σε έναν κόσμο ανασφάλειας και βαθιάς κρίσης;

Θα έλεγα ότι το είδα… από την ανθρώπινη πλευρά του. Μάς θυμίζει πολύ την Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας αλλά και γενικότερα την κατάσταση στην Ευρώπη. Με απασχολεί πολύ το γεγονός ότι, η νεολαία σήμερα προσπαθεί να βρει λύσεις στα πράγματα και αυτό είναι πολύ δύσκολο σε μία κοινωνία που αυτοτιμωρείται, τιμωρώντας. Αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «δίκαιο» και «άδικο» αλλάζει από εποχή σε εποχή και έτσι βρίσκεσαι πολύ συχνά μετέωρος. Η ύπαρξη ενός από μηχανής θεού που θα δώσει λύση, δεν είναι κάτι που το πιστεύουμε πλέον. Και, όπως φαίνεται από το ειρωνικό τέλος που δίνει στο έργο, ούτε ο Ευριπίδης το πίστευε

– Ο «Ορέστης», ωστόσο, θίγει και το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης.

Μα, φυσικά. Ο Ευριπίδης μάς λέει ότι πρέπει μόνοι μας – και εννοώ μαζί με τον διπλανό μας – να βρούμε λύσεις για να γίνει αυτή η κοινωνία καλύτερη. Ο δρόμος, δεν είναι ένας αέναος κύκλος αίματος που πρέπει να τον ακολουθούμε. Το μυαλό όλων των ηρώων είναι θολωμένο από την αρχή του έργου και βλέπεις ότι αυτή η συνθήκη δεν βοηθάει πουθενά. Χρειάζεται συνεργασία και καθαρό μυαλό για να προχωρήσεις μπροστά. Επίσης, κάποια στιγμή πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

Ωστόσο, δεν θέλω να φύγει ο θεατής απαισιόδοξος από την  παράσταση. Θα γελάσει, βλέποντας το πρόσωπό του να καθρεφτίζεται. Ελπίζω, όμως, μετά από αυτό το δίωρο διάλειμμα στη ζωή του, να σκεφτεί λίγο παραπάνω, να μετακινηθεί κάπως. Είναι σημαντικό να αξιοποιήσουμε αυτό το “όπλο” που είναι η τέχνη του θεάτρου, μιλώντας για όσα μάς “καίνε”.

– Στο έργο τονίζονται επίσης, οι δεσμοί της αδελφικής αγάπης και της πιστής φιλίας. Πόσο σημαντικές είναι για εσάς αυτές οι αξίες;

Η αδερφική και φιλική σχέση δίνει δύναμη στον Ορέστη, στην Ηλέκτρα και στον Πυλάδη. Μέσα από αυτή, οι τρεις τους προσπαθούν να υπάρξουν. Μπορεί να προχωράνε από λάθος σε λάθος, αλλά είναι μαζί. Και εγώ, πίστευα και πιστεύω στο «μαζί». Η όλη δουλειά εδώ με έχει κάνει να πιστεύω ακόμα περισσότερο. Δεν γίνεται να προχωράμε τη ζωή μας χωρίς φίλους, χωρίς αγαπημένους ανθρώπους, χωρίς να ανοίγουμε τον δρόμο για νέες σχέσεις. Υπάρχουν έργα, όπως ο «Ορέστης», που το τονίζουν αυτό.

– Η παράστασή σας βασίζεται στη νέα μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα. Θα θέλατε να αναφερθείτε σε αυτή την επιλογή αλλά και στις ενστάσεις που διατυπώθηκαν γύρω από το μεταφραστικό έργο του κ. Μπλάνα;

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ένας πολύ ωραίος μεταφραστής γιατί δεν μεταφράζει κατά λέξη – ενώ ξέρει αρχαία ελληνικά –, αλλά μεταπλάθει τον λόγο του Ευριπίδη και τον μεταφέρει στο σήμερα. Επίσης, επειδή ο ίδιος είναι Ποιητής, αναδεικνύει εκτός από τις καθημερινές εκφράσεις και τα ποιητικά μέρη του έργου. Όσο για τις ενστάσεις… άστους να λένε! Σιγά μην αρχίσουμε να μαλώνουμε για κουταμάρες. Εξάλλου, ο Μπλάνας δεν χρειάζεται υπεράσπιση!

– Η συνεργασία με τους υπόλοιπους συντελεστές, πώς λειτούργησε; 

Είμαι πολύ χαρούμενος για αυτή τη δουλειά και νιώθω τυχερός για τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα. Όλοι οι ηθοποιοί που στηρίζουν την διανομή, τα κορίτσια του Χορού και οι υπόλοιποι συντελεστές, με τους οποίους δουλέψαμε πολύ ωραία για δυόμιση μήνες, είναι σπουδαίοι. Η ροκ μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου, οι φωτισμοί του εξαιρετικού Λευτέρη Παπαδόπουλου, το σκηνικό και τα κοστούμια του Γιάννη Θαβώρη — που διαπρέπει στο εξωτερικό —, αλλά και η κίνηση του ταλαντούχου Αλέξη Τσιάμογλου, συμβάλλουν στο τελικό αποτέλεσμα που είναι προϊόν ομαδικής δουλειάς. Απ’ ό,τι φαίνεται, η παράσταση που κάναμε αφορά και τον κόσμο, καθώς την υποδέχτηκε θερμά μέχρι τώρα. Ελπίζω να πάμε καλά και στην Επίδαυρο.

– Αλήθεια, πώς αισθάνεστε για την πρώτη σας παρουσία, ως σκηνοθέτης πλέον, στην Επίδαυρο; Έχετε αγωνία και άγχος;

Κοίταξε, η Επίδαυρος είναι μαγικός χώρος. Κάθε φορά την χαίρομαι και πιο πολύ στις πρόβες, όταν είναι άδειο το θέατρο. Αισθάνεσαι δέος όταν σκέφτεσαι ότι εκεί έχουν παίξει εμβληματικές προσωπικότητες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Όταν μάλιστα σκηνοθετείς και ένα έργο αρχαίου δράματος, είναι ακόμα μεγαλύτερη η συγκίνηση. Αυτή την στιγμή δεν έχω άγχος, αλλά μάλλον θα μου έρθει εκεί! Επειδή είναι η πρώτη μου φορά, ενδεχομένως να υπάρχει μεγαλύτερη ευθύνη. Αυτό μπορεί να με αγχώσει κάπως– ελπίζω όχι πολύ γιατί θέλω να το χαρώ.

Στη συνέχεια, μετά την Επίδαυρο, το Κρατικό Θέατρο ταξιδεύει με τον «Ορέστη» και σε άλλα μέρη: Πάτρα, Δελφούς, Ολυμπία, Δίον, Φιλίππους, Δωδώνη. Τα περισσότερα από αυτά, κουβαλάνε αιώνες ιστορίας.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΚΘΒΕ

«Δεν υπάρχει πολιτισμός και παιδεία, χωρίς την κρατική ενίσχυση.»

– Κλείνοντας, θα ήθελα να μου πείτε τί σκέφτεστε για το μέλλον του ΚΘΒΕ; Κάνετε όνειρα;

Θέλω να σταθεροποιηθεί, να ξαναβρεί τον βηματισμό του, να γίνει πιο δραστήριο, να αναβαθμίσει όσο γίνεται τη Δραματική Σχολή του, να ενισχύσει τη διεθνή του παρουσία, να έρθει πιο κοντά σε όλες τις πόλεις της Βορείου Ελλάδος και να συνεχίσει να κάνει καλές παραστάσεις, οι οποίες θα ικανοποιούν τον κόσμο. Επιπλέον, να δίνει ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους που έχουν ανάγκη να δοκιμαστούν στο θέατρο. Τι άλλο; Α, και να είμαστε καλά!

Φυσικά, για να γίνουν όλα τα παραπάνω χρειάζεται και η στήριξη της Πολιτείας. Γιατί δεν υπάρχει πολιτισμός και παιδεία, χωρίς την κρατική ενίσχυση! Η ανάγκη για μία σταθερή και αποτελεσματική πολιτιστική πολιτική – η οποία λείπει αυτή τη στιγμή — με ξεκάθαρους στόχους και μακροπρόθεσμο προγραμματισμό που δεν θα εξαρτάται από την διάθεση της εκάστοτε Κυβέρνησης, είναι επείγουσα.

Βλέπεις; Δεν έχω και πολύ σπουδαία όνειρα (γέλια)!

Info:

«Ορέστης» του Ευριπίδη
3 & 4 Αυγούστου, στις 21:00
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου — Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2018
Προπώληση: www.viva.gr
Πληροφορίες: www.greekfestival.gr — www.ntng.gr

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Θαβώρης
Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος
Κίνηση: Αλέξης Τσιάμογλου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης
Boηθός σκηνοθέτη: Σαμψών Φύτρος
Βοηθός Σκηνογράφου: Ελίνα Ευταξία
Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου
Οργάνωση Παραγωγής: Marleen Verschuuren

ΔΙΑΝΟΜΗ (με αλφαβητική σειρά):

Ιωάννα Κολλιοπούλου: Ηλέκτρα
Δάφνη Λαμπρόγιαννη: Ελένη
Νικόλας Μαραγκόπουλος: Αγγελιοφόρος
Δημήτρης Μορφακίδης: Πυλάδης
Δημοσθένης Παπαδόπουλος: Απόλλωνας
Μαριάννα Πουρέγκα: Ερμιόνη
Κώστας Σαντάς: Τυνδάρεως
Χρήστος Στέργιογλου: Τρώας
Χριστόδουλος Στυλιανού: Μενέλαος
Χρίστος Στυλιανού: Ορέστης

Χορός: Ελευθερία Αγγελίτσα, Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Αναστασία Εξηνταβελόνη, Παυλίνα Ζάχρα, Μαρία Κωνσταντά, Χριστίνα Παπατριανταφύλλου, Μαρία Πετεβή, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαρμή, Χριστίνα Χριστοδούλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη.

* Ο «Ορέστης”, μετά την Επίδαυρο, συνεχίζει την καλοκαιρινή του περιοδεία ανά την Ελλάδα.


Διαβάστε επίσης:

Ορέστης, του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ σε καλοκαιρινή περιοδεία

ΚΘΒΕ, ένα Θέατρο ουσίας: Πρόγραμμα 2018 – 2019