Από την Χρυσούλα Μαρίνου

Η εικόνα είναι ξεκάθαρη. Μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη, με το δέντρο στολισμένο, τα λαμπάκια αναμμένα και το σπίτι να μυρίζει φρεσκοψημένα γλυκά. Και στο υπόβαθρο, μία βαρύτονη φωνή που τραγουδά Χριστουγεννιάτικη τζαζ από ένα ράδιο στην κουζίνα. Μία φωνή που όλοι έχουμε συνδέσει με αυτή την εποχή του χρόνου. Ο Φρανκ Σινάτρα αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρισμένους τραγουδιστές του προηγούμενου αιώνα, ένα διάσημο πρόσωπο τόσο για τον κινηματογράφο όσο και την μουσική σκηνή.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Φρανκ Άλμπερτ Σινάτρα γεννήθηκε από οικογένεια Σικελιωτών μεταναστών στο Χόμπεκεν του Νιου Τζέρσι στις 12 Δεκεμβρίου του 1915. Από νωρίς είχε εκφράσει την επιθυμία του να γίνει τραγουδιστής, λόγω του θαυμασμού του για τον Bing Crosby. Στην εφηβεία του έγινε μέλος ενός σχήματος με το όνομα “Hoboken Four”, και μαζί τους είχε την ευκαιρία να κερδίσει στον ραδιοφωνικό διαγωνισμό “Major Bowes’ Amateur Hour” το 1935.

Μετά τη διάλυση τους, ο νεαρός Φρανκ ξεκίνησε να τραγουδάει στα μπαρ του Νιου Τζέρσι. Σε αυτή του τη στιγμή τον ανακάλυψε ο τρομπετίστας Harry James, συνεργασία που ξεκίνησε το 1939 και διήρκησε 6 μήνες. Τους μήνες αυτούς η φωνή του Σινάτρα ακούστηκε σε κομμάτια όπως: From the Bottom of My Heart”, “My Buddy,” και Ciribiribin και το γνωστό All or Nothing at All το οποίο έγινε επιτυχία το 1943.

Τον Δεκέμβριο 1939 έγινε μέλος της ορχήστρας του Tommy Dorsey, μία από τις επιφανέστερες εκείνης της περιόδου, από την συνεργασία των οποίων προήλθαν 83 ηχογραφήσεις και η εκτόξευση της καριέρας του. Τον Μάιο του 1941 το Billboard ανακήρυξε τον Σινάτρα στον καλύτερο άνδρα τραγουδιστή της χρονιάς. Δύο χρόνια μετά αποχώρησε από την ορχήστρα για να ξεκινήσει σόλο καριέρα.

Σόλο καριέρα

Τον Ιανουάριο του 1943 ο Φρανκ έκανε εμφανίσεις στη σκηνή Paramount της Νέας Υόρκης. Η αίθουσα γέμισε με “bobby-soxers”- νεαρές θαυμάστριες της εποχής- κάνοντας φανερή την δημοτικότητά του και προμηνύοντας τη συνέχεια της καριέρας του. Σύντομα απέκτησε μία σειρά από παρατσούκλια, αυτό όμως που συνόδευε τον καλλιτέχνη μέχρι το τέλος ήταν «Η Φωνή», ενδεικτικό για την μελωδική βαρύτονη φωνή του.

Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ξεκίνησε «η περίοδος της Columbia» όπου έκλεισε συμβόλαιο με την ομώνυμη δισκογραφική. Έβγαλε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “The Voice of Frank Sinatrato 1946. Κομμάτια όπως “If You Are But a Dream”, “There’s No You”, “I Fall in Love Too Easily”, “Nancy”, “You Go to My Head”, “These Foolish Things” και “That Old Feeling” χαρακτηρίζουν  το τότε μουσικό του ρεπερτόριο. Έγινε βασικό όνομα της swing σκηνής και τα τραγούδια του είχαν πάντα ένα προσωπικό στυλ-υπογραφή, που τα έκανε άμεσα αναγνωρίσιμα.

Την περίοδο του πολέμου, ο Σινάτρα έκανε το ντεμπούτο του και ως ηθοποιός στις ταινίες “Reveille With Beverley και “Higher and Higherστα οποία υποδυόταν τον ίδιο. Το 1945 κέρδισε βραβείο για την μικτού μήκους ταινία The House I Live In.

Το 1947 και για τα επόμενα πέντε χρόνια, η δημοσιότητα του Σινάτρα έχασε την λάμψη της. Πολλοί κατηγορούν την πιθανή σύνδεση του με άτομα της μαφίας και αρκετά σκάνδαλα που ξέσπασαν στο όνομά του. Έχασε συμβόλαια με δισκογραφικές αλλά και για μία ταινία στην οποία θα έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν και τα κομμάτια που του δίνονταν εκείνη την εποχή, ήταν αρκετά περιοριστικά για τις ικανότητες του Σινάτρα, βγήκαν επιτυχίες όπως: Mad About You”, “Nevertheless” ,“Birth of the Blues ”, και “Im A Fool to You”. Την ίδια περίοδο χώρισε με τη πρώτη του γυναίκα και παντρεύτηκε την ηθοποιό Ava Gardner. Παρόλα αυτά γύρισε δυναμικά το 1953 κερδίζοντας το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου για την ταινία From Here to Eternity.

 

Τα χρόνια της επιτυχίας

Την ίδια χρονιά έκανε συμβόλαιο με τη δισκογραφική Capitol Records. Έτσι ξεκίνησε μια παράλληλη πορεία στον κινηματογραφικό και στον μουσικό χώρο.  Προτάθηκε για βραβείο της Ακαδημίας για την ταινία The Man with the Golden Arm το 1955 και αποθεώθηκε από τους κριτικούς για την ταινία The Manchurian Candidate το 1962. Ταυτόχρονα, τα χρόνια της Capitol θεωρήθηκαν τα χρόνια παραγωγής των μεγαλύτερων επιτυχιών του Σινάτρα. Ξεκίνησε να κυκλοφορεί θεματικούς δίσκους, με πιο διαδεδομένο τον “A Jolly Christmas With Frank Sinatra, ο οποίος έγινε Πλατινένιος.  Δούλεψε με τον διάσημο big-band leader Billy May στους Χρυσούς δίσκους “Come Fly with Me” και “Come Dance with Me!”.

Όμως, από τις καλύτερες συνεργασίες του ήταν αυτή με τον Nelson Riddle ο οποίος έδωσε στα τραγούδια της περιόδου τον χαρακτήρα τους, ενώ θα συνοδέψει τον Σινάτρα στην καριέρα του για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Μαζί δημιούργησαν δίσκους όπως “In the Wee Small Hours”, “Songs for Swingin’ Lovers!” και “Only the Lonely”. Ο ήχος του είχε πλέον πάρει jazz μορφή, με συχνές εναλλαγές στις «μπλε νότες», στοιχειώδεις για το είδος, ενώ επιδείκνυε συχνά την βαθιά του γνώση για τη μουσική αυτή.

Λόγω πτώσης στα charts στα τέλη του 1950, ο Σινάτρα έφυγε από την Capitol για να ξεκινήσει τη δική του δισκογραφική “Reprise” το 1961, την οποία αγόρασε η Warner Bros. Σε συνεργασία μαζί τους, κατάφερε να εγκαινιάσει και την εταιρία παραγωγής ταινιών “Artanis”.

Την δεκαετία του 1960 η επιτυχία του Σινάτρα ήταν σίγουρη. Το 1965 του δόθηκε το Grammy Lifetime Award και έκανε θραύση στο Newport Jazz Festival με την ορχήστρα του Count Basie την ίδια χρονιά. Εκείνη την περίοδο, ο Σινάτρα έγινε γνωστός για την παρέα του με τους Sammy Davis Jr. και Dean Martin, ονομαζόμενη από τον τύπο ως “Rat Pack”. Μαζί, το κωμικό τρίο δημιούργησε μία σειρά ταινιών όπως: “Oceans Eleven, “Sergeants Three, “Four for Texas” και ”Robin and the Seven Hoods”.

Παρόλα αυτά άρχισε να συσχετίζεται με εγκληματίες και κυρίως με τον Sam Giancana, γεγονός που επηρέασε σημαντικά τη δημοτικότητά του.  Όσον αφορά τη μουσική, τα τραγούδια της περιόδου περιλαμβάνουν το βραβευμένο με Grammy και πρώτο στο Billboard για 73 εβδομάδες το 1966, “Strangers in the Night”, “It Was A Very Good Year”, “Thats Life” και  το“My Way” το οποίο έγινε και το σήμα κατατεθέν του . Επίσης, σε συνεργασία με την κόρη του Νάνσυ στο κομμάτι “Something Stupid” έφτασαν την πρώτη θέση στο Billboard για τέσσερις εβδομάδες το 1967.

Το τέλος

Το 1970 σηματοδότησε την αρχή των μουσικών του Woodstock και την αποχώρηση του Φρανκ Σινάτρα από τη μουσική σκηνή, αποχώρηση που δεν κράτησε πάνω από δύο χρόνια. Επέστρεψε το 1973 με το άλμπουμ “Ol’ Blue Eyes Is Back”. Εγκατέλειψε όμως εντελώς την ηθοποιία.  Ήταν ήδη αρκετά πολιτικοποιημένος, υποστηρίζοντας τόσο τον Franklin D. Roosevelt το 1940 αλλά και διατηρώντας καλές σχέσεις και βοηθώντας με την καμπάνια του τον John F. Kennedy το 1960 – που όμως σταμάτησαν να έχουν συνδέσεις λόγω της φιλίας του Σινάτρα και του Sam Giancana. Το 1970, ο Σινάτρα έγινε Ρεπουμπλικάνος και δημιούργησε στενούς δεσμούς με τον Ronald Reagan, ο οποίος θα τον τιμούσε με το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας το 1985.

Ξεκίνησε να επισκέπτεται παλιά του κομμάτια και δίσκους, βγάζοντας σε δύο δεκαετίες μόλις 7 δίσκους, όπως “Trilogy”, “She Shot Me Down” και “L.A. Is My Lady”. Σημαντικό κομμάτι εκείνης της περιόδου ήταν η ηχογράφηση του “ New York, New York”.  Όμως, ο χρόνος και η καπνιστική του συνήθεια είχαν αλλάξει την κάποτε λαμπερή φωνή του τραγουδιστή. Παρόλα αυτά και παρά την σταδιακή άνοια του, συνέχισε να παρουσιάζει την μουσική του στο κοινό και τους πολύχρονους θαυμαστές του.

Στις 14 Μαΐου του 1998, στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια, η Φωνή σώπασε για πάντα, σε ηλικία 83 ετών, κλείνοντας έξι δεκαετίες στον χώρο του θεάματος. Στη ζωή του πούλησε 250 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, κέρδισε 11 Grammy και πρωταγωνίστησε σε πάνω από 60 ταινίες.  Μείνει στην ιστορία ως μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές φιγούρες του 20ου αιώνα, αποτελώντας έναν από του κύριους διαμορφωτές της Αμερικανικής κουλτούρας.