Η Φένια Παπαδόδημα παρουσιάζει το τελευταίο άλμπουμ της «Άστρον πεσμένον», που μόλις κυκλοφόρησε, στη σκηνή του Half Note Jazz Club, και μιλά για τη νέα αυτή της δουλειά.
***
-Στον δίσκο σας ο απόηχος των βυζαντινών δρόμων συναντά τον αυτοσχεδιασμό της τζαζ και αφρικανικά ρυθμικά σχήματα. Πώς προέκυψε αυτή η μουσική σύνθεση και τι σας ενδιέφερε να διερευνήσετε αισθητικά μέσα από αυτήν τη συνάντηση; Ήταν αυτή η σύνθεση αποτέλεσμα συνειδητής αναζήτησης ή προέκυψε οργανικά μέσα από συνεργασίες σας και μουσικά σας ακούσματα;
Η μουσική αυτή σύνθεση προέκυψε αυθόρμητα, οργανικά, λόγω του ότι έζησα τα πιο κρίσιμα χρόνια της διαμόρφωσης της μουσικής μου ταυτότητας στο Παρίσι, όπου οι συνθέσεις των ακουσμάτων, οι πειραματισμοί και οι απρόσμενες συνυπάρξεις ανάμεσα σε μουσικές και μουσικούς εντελώς διαφορετικής προέλευσης, ήταν κάτι δεδομένο, καθημερινό. Γνώρισα εκεί και είχα την τύχη να παίξω με πολύ σπουδαίους σολίστ από τη Αφρική, από την Ινδία αλλά και την Γαλλία, μουσικούς της τζαζ που αναζητούσαν την συνδημιουργία και τον πειραματισμό με μουσικούς που έρχονταν από παραδοσιακές σχολές όλου του κόσμου. Κουβαλάω μέσα μου όλα αυτά τα ακούσματα, αλλά κι έναν ανοιχτό τρόπο σκέψης και τοποθέτησης απέναντι στη μουσική και τις ετικέτες γενικότερα. Μου αρέσει ο ευρύς ορίζοντας, γι’ αυτό και αγαπώ πολύ το γαλλικό label Νο format, που προωθεί καλλιτέχνες ιδιαίτερους, που πειραματίζονται σε εντελώς διαφορετικά τοπία μουσικά, αλλά που όμως έχουν όλοι ένα κοινό, μία πολύ προσωπική ματιά. Για τη συγκεκριμένη δουλειά αναζητούσα έναν ήχο ακουστικό, καθώς τα περισσότερα από τα τραγούδια τα έγραψα παίζοντας στο λαούτο, χωρίς να ξέρω καλά καλά να παίζω. Έτσι αμέσως σκέφτηκα τον Νίκο Σιδηροκαστρίτη και το B.Y.S trio. Ο ήχος τους και το άλμπουμ που έχουν ηχογραφήσει εμπνευσμένοι από τη μουσική του Charles Haden είναι εκπληκτικό. Έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν έναν πολύ σπάνιο, δυσεύρετο ήχο. Με τον Νίκο Σιδηροκαστρίτη είχαμε συνεργαστεί παλιότερα στη μουσική παράσταση Νέκυια, του Ομήρου , την οποία θα ανεβάσουμε ξανά με αυτούς τους μουσικούς στο Μέγαρο Μουσικής τον Φεβρουάριο. Όσο για τον Χάρη Λαμπράκη δεν έχω λόγια. Οι αυτοσχεδιασμοί του, το αποτύπωμα που άφησε στα τραγούδια είναι ανεπανάληπτο. Το ίδιο ισχύει και για τον Θωμά Μελετέα στο ούτι, την Ήβη Παπαθανασίου στο τσέλο και το B.Y.S trio καθώς και την χορωδία Cantus Angelicus υπό τη διεύθυνση της Αναστασίας Χατζηπαύλου. Είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε όλους οτυς μουσικούς αλλά και στον Γιώργο Καρυώτη για την ηχογράφηση και τις μίξεις και στον Αλέξη Γκίκα για το mastering και την ηχογράφηση του παραδοσιακού «Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς», που έχω τραγουδήσει στο άλμπουμ.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Σε άλλες σας συνεντεύξεις μιλάτε για μια βαθιά, προσωπική σχέση με τον κόσμο του Παπαδιαμάντη, που περνά στους στίχους σας ως απόσταγμα εμπειρίας. Θυμάστε πότε τον συναντήσατε πρώτη φορά ως αναγνώστρια και πότε αισθανθήκατε ότι αυτή η σχέση άρχισε να σας εμπνέει και δημιουργικά;
Τα κείμενα του Παπαδιαμάντη τα γνώρισα για πρώτη φορά μέσα από τη συλλογή «Τα διηγήματα της αγάπης» από τις εκδόσεις Αρμός, με αρκετές καταπληκτικές ζωγραφιές του Γιώργου Κόρδη. Έτσι κυριολεκτικά μαγεύτηκα από το «Άνθος του γιαλού» περισσότερο απ’ όλα. Φανταζόμουν αυτόν τον εικοσαετή ψαρά τον Μάνο του Κορωνιού, που «εκοιμάτο χορευτόν και νουνουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ’ από το κύμα», μέσα στη βάρκα του, και που έβλεπε κάθε βράδυ μία παράξενη λάμψη πάνω στα κύματα στο βάθος του ορίζοντα. Τόσες εικόνες μετέωρες ανάμεσα στο πραγματικό και το άπιαστο, το ορατό και το αόρατο. Τρία από τα τραγούδια του άλμπουμ, το «Άστρον πεσμένον», ο «Φανός» και η «Λουλούδω» ξεπήδησαν μέσα από αυτές τος εικόνες που φέρουν μία πνευματικότητα θα τολμούσα να πω θεραπευτική. Γιατί ζούμε σ’ έναν κόσμο διάσπασης, ρηχότητας, τίποτα δεν καταφέρνει να πάει πιο βαθιά στην ψυχή μας. Όλα μένουν στην επιφάνεια και τα ανακυκλώνουμε με ένα άγχος, με υστερία στην κυριολεξία, αλλά δεν καταφέρνει τίποτα να μας αγγίξει βαθύτερα, ούτε καν ο πόνος. Πόσο μάλλον μία πνευματική κατάσταση…Κι όμως ο Παπαδιαμάντης με τον λόγο του καταφέρνει να το δημιουργήσει αυτό αμέσως σε κάποιον που διαβάζει χωρίς προκαταλήψεις και εσωτερικούς περιορισμούς. Εισχωρεί βαθιά στην ψυχή και την τραβάει προς τον ουρανό για να μπορέσει μέσα από την απόσταση και την ησυχία να εντοπίσει ξανά την ομορφιά της ζωής.
-Όπως είπατε το κομμάτι «Άστρον πεσμένον» παραπέμπει άμεσα στο Παπαδιαμαντικό διήγημα «Άνθος του γιαλού». Δώσατε το ίδιο όνομα και στο άλμπουμ σας… Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε αυτή την εικόνα και αισθανθήκατε ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κεντρικός άξονας για ολόκληρο το δισκογραφικό αυτό εγχείρημα;
Το «Άνθος του γιαλού» είναι ένα μικρό αριστούργημα. Όχι γιατί δεν βρίσκει κανείς αυτή την ομορφιά και την τέχνη και την αινιγματικότητα και σε άλλα διηγήματα. Στον Ξεπεσμένο Δερβίση, στο Όνειρο στο κύμα κ.α.. Αλλά γιατί εδώ συμβαίνει κάτι πιο βαθύ έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι. Το άστρο, το φως που βλέπει πάνω στα κύματα κάθε βράδυ ο Μάνος από τη βάρκα του, είναι το φέγγος μιας ψυχής. Της ψυχής ενός βασιλόπουλου που δεν κατάφερε ποτέ να γυρίσει στην αγαπημένη του, τη Λουλούδω, γιατί πέθανε στα σίδερα της σκλαβιάς, αιχμάλωτος πολέμου. Μόνο ο Μάνος ο ψαράς βλέπει αυτό το φως γιατί έχει τον απαιτούμενο βαθμό «αθωότητας», καθαρότητας, γιατί «παλιά αυτά τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι»…Το πέλαγος, η απέραντη θάλασσα είναι το στοιχείο όπου ενώνονται οι δύο ερωτευμένοι που δεν έζησαν την αγάπη τους πάνω στη γη. Το νερό είναι το στοιχείο της συνάντησης της ψυχής με τους ζωντανούς. Οι αποστάσεις και ο χρόνος καταργούνται. Όλα όσα συνέβησαν μοιάζουν να είναι ακόμη ενεργά. Ο μαγνητισμός που εκπέμπει αυτό το μικρό διήγημα είναι συγκλονιστικός. Αυτό το «μετέωρο» του χρόνου, του τόπου, των προσώπων, του νερού, των άστρων, είναι ο άξονας του άλμπουμ, ο παρόντας χρόνος βιωμένος στην αιωνιότητα. Μπορεί ν’ ακούγεται αφηρημένο αλλά πρόκειται για μία πολύ συγκεκριμένη αίσθηση…τελικά.
-Στον δίσκο υπάρχει και η παρουσία ομηρικών κόσμων. Τι είναι αυτό που σας έλκει σε αυτές τις αρχετυπικές αφηγήσεις και πώς συνομιλούν, για εσάς, με τη σύγχρονη ανθρώπινη εμπειρία που επιχειρείτε να αποτυπώσετε στα τραγούδια;
Τα βάσανα του Οδυσσέα, κάθε σταθμός του ταξιδιού του, κάθε δοκιμασία, κάθε αποτυχία αλλά και η εμμονή στον νόστο του, η εμμονή του στο να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει, εκεί όπου βρίσκεται το σπίτι του, στον τόπο όπου η ταυτότητα του είναι αναγνωρίσιμη, αυτός είναι και ο αγώνας του καθενός από εμάς, σ’ ένα μεταφορικό επίπεδο ίσως, το οποίο όμως μεταφράζεται σε μία απόλυτα χειροπιαστή πραγματικότητα. Η Νέκυια, η κατάβαση του Οδυσσέα στον Άδη, είναι ένα κείμενο που με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή, πρόκειται για ένα κείμενο τελετουργικό. Σ’ αυτά τα αρχετυπικά κείμενα αντανακλώνται ψήγματα κάθε πραγματικότητας, της σύγχρονης αλλά και όλων των εποχών, της σκληρής επικαιρότητας, το δράμα των προσφύγων, των ανθρώπων που βρίσκονται εξόριστοι επ’ αορίστου, κι ακόμη κάθε προσωπικού εσωτερικού αγώνα που βιώνει ο καθένας μας.
Το τραγούδι «Ο Ξένος» που είχα γράψει αρχικά για το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Μη με φωνάζεις ξένο» της Αριάδνης Κουτσαφτή, ένα από τα πρώτα που έγιναν όταν οι φουσκωτές βάρκες κατέκλυζαν τη Μυτιλήνη, συνδέθηκε αβίαστα με τον Ξεπεσμένο Δερβίση του Παπαδιαμάντη, αλλά και με τον Μπαρμπα Γιαννιό, από το «Έρωτας στα χιόνια», που σαν ξένος και καταμόναχος ξεψυχάει κάτω από το άσπρο σεντόνι των νιφάδων του χιονιού.
-Αλήθεια, πώς λειτουργεί για εσάς η επαφή με την επικαιρότητα και τις ειδήσεις ως πηγή έμπνευσης; Υπάρχουν στιγμές που η σκληρότητα των όσων συμβαίνουν γύρω μας δεν σας κινητοποιεί, αλλά αντίθετα σας μπλοκάρει δημιουργικά;
Δεν είναι μόνο στιγμές αυτό το μπλοκάρισμα αλλά πολλές φορές αν δεν υπάρχει εσωτερικός τρόπος αντίστασης, η καθημερινότητα γίνεται ένα τσουνάμι μόνο από τέτοιες στιγμές. Δεν είμαι υπέρ της συνωμοσιολογίας, αλλά αυτό είναι μία πραγματικότητα. Όλο και περισσότερο απομακρυνόμαστε από τα βιώματα της αυθεντικής χαράς, ξεγνοιασιάς, ησυχίας, και μπαίνουμε σε μία δίνη όπου όλα κυλάνε πάνω μας αλλά δεν τα νιώθουμε, δεν τα γευόμαστε, δεν έχουν πια την αξία που είχαν κάποτε όλα μας τα βιώματα. Και όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, της φύσης, της ψυχής μας, μας βομβαρδίζουν από παντού, λες και πρέπει να μην μείνουμε μία μέρα χωρίς κάτι φρικτά απαίσιο να συμβεί… Κι ακόμη, την ίδια μας τη ζωή τη στοιχειώνει ένα άγχος, πολλές φορές μοιάζει πως όλα πρέπει να γίνουν γρήγορα για να πούμε ότι τα ζήσαμε όλα…σχεδόν από υποχρέωση… Μέσα σ’ αυτόν τον στρόβιλο που δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση, η δική μου δικλίδα ασφαλείας, η «έξοδος» μου από αυτόν τον φάυλο κύκλο είναι μόνο η σχέση μου, η συνομιλία μου με το Θεό. Αυτός ο διάλογος είναι ο μοναδικός που μπορεί να με επαναφέρει στην κανονικότητα του χρόνου. Όπως και η ανάγνωση βιβλίων που έχουν γραφτεί από ανθρώπους που είχαν ανάγκη από αυτή την ησυχία και την απόσταση από τον κόσμο. Κι έτσι σε αναλαμπές, θυμάμαι πως είναι να ζεις αληθινά. Χωρίς αληθινή εσωτερική ζωή δύσκολα να υπάρξει και αυθεντική δημιουργία.

-Έχετε αναφέρει ότι μεγάλο μέρος του υλικού γράφτηκε στην Αμοργό, σε μια κατάσταση εσωτερικής γαλήνης. Πόσο καθοριστικός είναι για εσάς ο τόπος και ο χρόνος της γραφής στη μορφή που τελικά παίρνουν τα τραγούδια;
Περιέργως ο τόπος όπου γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια είναι ιδιαίτερα καθοριστικός για το αποτέλεσμα. Γράφω περιέργως γιατί είναι κάτι που δεν το είχα φανταστεί ποτέ. Το πόσο η φύση, οι εικόνες, η θάλασσα με το γαλάζιο φως της, η ομορφιά ενός τόπου , η κρυφή του αναπνοή, μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την μουσική, την ποίηση , οποιαδήποτε διανοητική και ψυχική διεργασία. Στην Αμοργό πράγματι η ψυχή μου γαληνεύει. Το παθαίνουν κι άλλοι αυτό με το συγκεκριμένο νησί…Δεν είμαι η μόνη… Όποτε νιώθω ότι πνίγομαι εδώ αρκεί να σκεφτώ για πολύ λίγο την Κάτω μεριά, την Νικουριά, και παίρνω μία βαθιά ανάσα!
-Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για εσάς όταν παρουσιάζετε ένα τόσο πολυδιάστατο και συναισθηματικά φορτισμένο άλμπουμ ζωντανά;
Επειδή έχω μάθει να τοποθετούμαι πάντα από την πλευρά του ηθοποιού, αυτό έχει το καλό ότι δεν θεωρώ τίποτα δικό μου εκ των προτέρων, ούτε καν αυτά τα τραγούδια που όντως έγραψα εγώ. Και αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια. Δεν μας ανήκει τίποτα. Είμαστε δοχεία, πομποί, που εκπέμπουμε συγκεκριμένα σήματα, κύματα, κατά καιρούς. Όσο πιο συγκεντρωμένοι είμαστε σ’ αυτή την ιδιότητα μας τόσο καλύτερα μεταφέρουμε το μήνυμα. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Να τραγουδήσω τα τραγούδια που έγραψα εγώ εκ μέρους όλων μας. Σαν να πρόκειται για βιώματα κοινά, που ξυπνούν σε όλους τα ίδια συναισθήματα, τις ίδιες εμπειρίες μνήμες και εικόνες, έτσι ώστε πράγματι να επικοινωνήσουμε μέσα από αυτό το υλικό, να γίνουμε ένα.
-Ποιο κομμάτι του δίσκου να αφιερώσουμε στους αναγνώστες/τριες του CultureNow, και γιατί;
Θα αφιέρωνα του Νανούρισμα της Φιλοθέης, που παίχτηκε και στο Άνθος του γιαλού, ένα νανούρισμα που αρχικά είχα γράψει για την ταινία της Μαρίας Παπαλιού για την Αγία Φιλοθέη, αλλά ταίριαξε τόσο όμορφα στο διήγημα του Παπαδιαμάντη που δεν αντιστάθηκα στη μεταφορά του εκεί. Το αφιερώνω γιατί έχει μέσα του την τρυφερότητα μιας μάνας που νανουρίζει το μωρό της και μάλλον με αυτό ταυτίζομαι περισσότερο καθώς πάντα σκέφτομαι την κόρη μου Μαρίνα, όταν το τραγουδάω.
Διαβάστε επίσης:
Άστρον πεσμένον: Φένια Παπαδόδημα & B.Y.S trio στο Half Note Jazz Club