Έφυγε από την ζωή, ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος σηματοδότησε με τα ποιήματα του τα πολύτιμα συναισθήματα του έρωτα και της αγάπης μέσω της επαναστατικής του γραφής και σκέψης.

Ο Ν. Χριστιανόπουλος και η συντροφιά του, η ποίηση

Γεννημένος στην Θεσσαλονίκη και καταγόμενος από προσφυγική οικογένεια της Θράκης, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ακολούθησε τον δρόμο της κλασσικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Σύντομα εργάστηκε σε εκδοτικούς οίκους και βιβλιοθήκες, εναρμονίζοντας κάθε πτυχή της ύπαρξης του πλήρως με το στοιχείο των βιβλίων και της ποίησης με τον πιο ενδιαφέρον και αντισυμβατικό τρόπο.

Το 1950, σε ηλικία 19 χρόνων, κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων» με έντονες τις καβαφικές επιρροές. Η ποίηση του μέχρι και την τελευταία ποιητική του συλλογή «Παράξενο που βρίσκει το κουράγιο και ανθίζει», ακολούθησε την «ποιητική προσευχή» προς τον θεό του έρωτα και της αγάπης αλλά και της ματαιοδοξίας και της πικρίας που παραμονεύουν με τα πολύτιμα συναισθήματα αυτά.

Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε στα γραπτά του αλλά και στις συνεντεύξεις του, ήταν επαναστατική, ρηξικέλευθη και αν μη τι άλλο, καυστική και κυνική, το αντίθετο λοιπόν της αποστειρωμένης γλώσσας.

Στην εποχή την οποία μεγάλωσε και έζησε ένα σημαντικό κομμάτι του χρόνου στον νοητό μας κόσμο, δέχτηκε το έργο του αλλά και ο ίδιος έντονη κριτική, απύθμενο μίσος αλλά και διώξεις από τους συντηρητικούς νοικοκύρηδες, από αστυνομικούς και κρατικούς μηχανισμούς συλλήβδην, από την εκκλησία και τους υποστηρικτές ακροδεξιών ιδεολογιών της χώρας γενικότερα.

Τα χρόνια της χούντας και η εκδίωξη του από το κατηχητικό

Επί χούντας, έγινε απόπειρα να «πραγματοποιηθεί» η σύλληψη του Ντίνου Χριστιανόπουλου ούτε μια, ούτε δύο αλλά τέσσερις φορές. Είχε γράψει τότε, το διήγημα «Χιλιαστή», όπου «πρωταγωνιστής» ήταν ένας χιλιαστής ή αλλιώς μάρτυρας του Ιεχωβά, ο οποίος υπέστη σκληρά βασανιστήρια κατά την διάρκεια της θητείας του στον στρατό επειδή αρνούνταν κατηγορηματικά να εκπαιδευτεί έστω και να αγγίξει όπλο.

Βέβαια και οι σημερινοί νοσταλγοί της χούντας, αλλά και ακροδεξιοί βουλευτές επιτέθηκαν πολλάκις στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, για την σεξουαλική του ταυτότητα, για την στήριξη του στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης οι οποίοι κυνηγήθηκαν, αλλά και γιατί σύμφωνα με τα «λεγόμενα τους» ο ποιητής προσέβαλε τον Μεγαλέξανδρο σε κάποιο του γραπτό.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος παρότι ήταν παιδί του κατηχητικού, εκδιώχθηκε κακήν κακώς όταν εξέδωσε ποιητική συλλογή, η οποία δεν πέρασε την έγκριση της εκκλησίας.

Όπως είπε ο ίδιος σε συνέντευξη του στο «schoolligans»:

Ήταν τολμηρή;

Για κείνη την εποχή, το 1952, πάρα πολύ! Σκεφθείτε ότι έχω ένα ποίημα που βάζω μιαν αγία να ερωτεύεται έναν άγιο λίγο πριν τους αποκεφαλίσουν. Τώρα αυτό μπορεί να σας φαίνεται αστείο, αλλά τότε ήταν το άκρον άωτον του θράσους και της αναισχυντίας. Σ’ ένα άλλο ποίημά μου μιλούσα για τον… Αυνάν! (σ.σ. ιστορικό πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, γιος του Ιούδα, από τον οποίο βγήκε η λέξη «αυνανισμός»). Μετά απ’ αυτά καταλαβαίνεις ότι εκδιώχθηκα πυξ και λαξ. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι επενέβη και η Ασφάλεια και είχα μπλεξίματα και μ’ αυτήν.

Γιατί;

Διότι είχα γράψει ένα ποίημα στο οποίο χαρακτήριζα τους μπάτσους «επιβήτορες». Έγινε λοιπόν της κακομοίρας! Η Ασφάλεια κάλεσε την αρχηγία των κατηχητικών να απολογηθούν γιατί αυτός ο πιτσιρίκος έγραψε αυτά τα φρικτά πράγματα.

«Εναντίον»

Το 2011, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος περήφανα αρνήθηκε να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, το οποίο θα του δίνονταν συνολικά για το έργο του. Την απάντηση του για την άρνηση αυτή, την έδωσε με μία παραπομπή του γραπτού του «Εναντίον», το οποίο έγραψε το 1979.

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.»
-Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου – και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας.
-Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και την δίψα μας για λεφτά΄ ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.
-Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο, κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στην ζωή μου.
-Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Πότε μου δεν πάτησα σε υπουργείο, και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση απο το κράτος είναι η εφορία, που με γδέρνει.
-Είμαι εναντίον των κουλτουριάδων, όλα τα αμφισβήτησαν εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για τα καλά. Χαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους, όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία, από παντού βυζαίνουν, κι ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μες τα βολέματα του κατεστημένου.
– Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετούμε το τσιγάρο μας στο δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα.

Ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Ἑνός λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς πού βρήκατε τόν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νά σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ἀκουμπᾶτε τήν πίκρα σας,
ἕνα κορμί νά ὑπερασπίζει τήν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιά τήν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καί μία φορά;
Εἴπατε νά κρατήσετε ἑνός λεπτοῦ σιγή
γιά τούς ἀπεγνωσμένους;

ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα.

ΒΡΟΧΟΣ

Τώρα ποὺ σ᾿ἔχω διαγράψει ἀπ᾿τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.

ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

Ό,τι κορόιδευα

Δεν έχω πια δικαίωμα να κλαίγομαι
τώρα που χόρτασα κι εγώ ψωμί κι αγάπη.
Οι στερημένοι δεν είναι πια αδέλφια μου,
οι πεινασμένοι δε μ’ έχουν για δικό τους,
κι ούτε με ξελασπώνει που ταράζομαι
σαν τύχει κι αντικρίσω τη ματιά τους.

Το έγκλημα της μοναξιάς

Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ,
ξυπνάει η φωνή σου μέσα μου και με ρημάζει·
κι όταν η νύχτα όλες τις γλυκιές εικόνες διώχνει,
προβάλλει εντός μου η βρώμικη ομορφιά σου
και σβήνει από τα μάτια τη λάμψη του Θεού.

Και τότε δίνομαι στο έγκλημα της μοναξιάς,
που χρόνια τώρα μέσα μου το ετοιμάζω,
και πια δεν έχει ουράνιο φεγγοβόλημα,
δεν έχει πια παιδικές χορωδίες,
μονάχα μια προσπάθεια για σπασμούς,
νυχτερινά χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, όπως έλεγε έχει την δική του γλώσσα. Την λέξη επιθυμία θα την πεί καύλα. Σιχαινόταν τους δήθεν και τους απαθείς, την υιοθέτηση μιας γλώσσας κομμένης και ραμμένης στα κοινωνικά πρέπει. Μεγαλώσαμε με την ποίηση του, καθοριστήκαμε από κάθε τετράστιχο του, ερωτευτήκαμε τα λόγια του και του στέλνουμε ένα ποιητικό, βαθύ και αθυρόστομο (καυλό) αντίο…