Το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης παρουσιάζει δύο εκθέσεις φωτογραφίας: Την έκθεση του  Σωκράτη Μαυρομμάτη σε συνεργασία με το Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, με τίτλο Αποσπάσματα, και την έκθεση του Στράτου Καλαφάτη, με τίτλο Αρχιπέλαγος

Η έκθεση φωτογραφίας του Σωκράτη Μαυρομμάτη «Αποσπάσματα»

Το Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή ιδρύθηκε το 1979 από την Έφη Μιχελή με σκοπό τη μελέτη και έρευνα της φιλοσοφικής Αισθητικής –τόσο σε θεωρητικό επίπεδο, όσο και στις εφαρμογές της– με την ταυτόχρονη διεύρυνση των ορίων της. Στο πλαίσιο αυτό διοργάνωσε την έκθεση του Σωκράτη Μαυρομμάτη, με στόχο να θέσει ερωτήματα και προβληματισμούς στον διάλογο που αναπτύσσεται μεταξύ Φωτογραφίας, Αρχαιολογίας, Τέχνης και Αισθητικής.

Στην έκθεση παρουσιάζεται ένα μικρό μέρος από το έργο του διεθνούς φήμης φωτογράφου Σωκράτη Μαυρομμάτη, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην «εφαρμοσμένη» αρχαιολογική φωτογραφία. Η επιλογή των φωτογραφιών έγινε από τον ίδιο τον φωτογράφο και περιλαμβάνει τόσο ασπρόμαυρες όσο και έγχρωμες φωτογραφίες. Τα έργα που απεικονίζονται προέρχονται από μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας καθώς και από την καταγραφή των αναστηλωτικών έργων στην Ακρόπολη.

Οι φωτογραφίες του Μαυρομμάτη δεν αποτελούν απλώς τεκμήρια για τους αρχαιολόγους μελετητές –αναδεικνύοντας λεπτομέρειες πολλές φορές αθέατες στο γυμνό μάτι–, αλλά αποκαλύπτουν την προσωπική του συγκίνηση. Το βλέμμα του είναι παρόν και διακριτό. Μέσα από αυτό προβάλλονται σημαντικά στοιχεία μνημείων και αρχαιολογικών ευρημάτων.

«Η αισθητική στην εφαρμοσμένη αρχαιολογική φωτογραφία διαμορφώθηκε στα πρώτα εκατό περίπου χρόνια φωτογραφικής παρουσίασης μνημείων και αντικειμένων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Από τη δεκαετία του 1850 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η μετατροπή της έγχρωμης πραγματικότητας σε μαυρόασπρη καθιέρωσε την ανάγνωση του αρχαίου κόσμου με αφαιρετικό τρόπο και κατά συνέπεια με αποδοχή της καλλιτεχνικής υπόστασης της απεικόνισής του.

Τα επόμενα χρόνια, που η έγχρωμη αποτύπωση ξεπέρασε τις αδυναμίες της ως προς την αξιοπιστία και την αντοχή της στον χρόνο, οι φωτογραφημένες αρχαιότητες έχασαν κάπως εικαστικά, αλλά κέρδισαν σε τεκμηρίωση. Στην ήδη διαμορφωμένη αισθητική της μαυρόασπρης απόδοσης, το χρώμα ανάγκασε φωτογράφους και κοινό στην αποδοχή μιας «αλήθειας» πιο κοντά στην πραγματικότητα, προσθέτοντας όμως μια νέα παράμετρο που αναζητούσε νέες φόρμες, αφηρημένα σχήματα, αλλά και λεπτομέρειες ενός απροσδόκητου μικρόκοσμου, μιας δυσδιάκριτης πληροφορίας σε ένα μικρό απόσπασμα.

Τα συνδετικά στοιχεία που συνοψίζουν το περιεχόμενο αυτής της παρουσίασης είναι η αποσπασματική απόδοση μνημείων και αντικειμένων που φθάνουν έως τη λεπτομέρεια ενός σχεδόν αόρατου σημείου, εκεί που η τεκμηρίωση και η εικαστική πρόθεση συνυπάρχουν. Όλες οι εικόνες εντάσσονται στην εφαρμοσμένη αρχαιολογική φωτογραφία και έχουν γίνει για τις ανάγκες καταγραφής των αναστηλωτικών έργων στην Ακρόπολη και την εικονογράφηση αρχαιολογικών βιβλίων και καταλόγων». –Σωκράτης Μαυρομμάτης

Σωκράτης Μαυρομμάτης

Ο Σωκράτης Μαυρομμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις φωτογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 1979 έως το 2010 διετέλεσε επικεφαλής φωτογράφος στην Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης του Υπουργείου Πολιτισμού.

Η έκθεση φωτογραφίας του Στράτου Καλαφάτη «Αρχιπέλαγος»

Ο Στράτος Καλαφάτης γράφει στον πρόλογο της αντίστοιχης έκδοσης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα:
«Η εργασία του Αρχιπελάγους ξεκίνησε από μια ανάθεση των επιμελητών της 10ης Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας. Η Κατερίνα Κοτζιά, ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος, ο Λόης Παπαδόπουλος και η Κορίνα Φιλοξενίδου, στηριγμένοι στην αιρετική πεποίθηση του ιστορικού Ruggiero Romano ότι το Αρχιπέλαγος είναι μια πόλη, έθεσαν την ιδέα αυτή ως άξονα της ελληνικής συμμετοχής.

Αυτήν τη θεματική της υδάτινης πόλης προσπαθήσαμε να οπτικοποιήσουμε, μαζί με τον φίλο και εκλεκτό φωτογράφο Σπύρο Στάβερη. Ανέλαβα να φωτογραφίσω τα πλοία και τις διαδρομές τους, ενώ ο Στάβερης θα κατέγραφε το ανθρώπινο στοιχείο, που κατακλύζει τα νησιά του Αιγαίου τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι εικόνες που προέκυψαν, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2006 στο ελληνικό περίπτερο, στα Giardini της Βενετίας.

Τη θάλασσα τη γνώρισα μέσα από τον ήχο της. Έφτανε τα βράδια τραχύς, ρυθμικός, στο παιδικό μου δωμάτιο. Η εικόνα της ήταν τόσο παρούσα που σχεδόν μου διέφευγε. Γινόταν ένα με τους λόφους της Καλαμίτσας, σ’ ένα τοπίο δεδομένο, όσο και η πράξη της αναπνοής.
Ο παππούς μου, μια ζωή ναυτικός, δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει την αυστηρότητα και τα χούγια του καπετάνιου. Μου μιλούσε για ταξίδια και περιπέτειες, με εκπαίδευσε στα μυστικά και στους νόμους της. Έτσι περνούσαν τα καλοκαίρια, με τη θάλασσα να με υιοθετεί ξυπόλυτο, ηλιοκαμένο και ευτυχή.

Καιρό μετά, μαζί με τη Λία και τη μικρή Δάφνη, ζήσαμε για τέσσερα χρόνια στο νησί της Σκοπέλου. Εκεί, μέσα στον υδάτινο κύκλο, μου εντυπώθηκε ο απελευθερωτικός, αλλά και αβάσταχτος αποκλεισμός του νερού. Ξεκίνησα το ταξίδι του Αρχιπελάγους, από τη γενέτειρά μου, ένα απόγευμα, αρχές του καλοκαιριού. Η Καβάλα, το βορειότερο λιμάνι του Αιγαίου, ήταν η ιδανική αφετηρία, μα πρωτίστως, η πόλη όπου μεγάλωσα και έμαθα τη θάλασσα. Το πλοίο ήταν οικείο από τα ταξίδια της νιότης, ανάγλυφο από τα στρώματα αλμύρας και λαδομπογιάς. Αφήσαμε τη στεριά. Μαύρος καπνός απλώθηκε στον ορίζοντα, μέχρι που χάθηκε στη νύχτα. Παρέμεινα στο κατάστρωμα, παρατηρώντας τις γραμμές, τους αφρούς της μηχανής και τα μακρινά φώτα, σε μια προσπάθεια ανασύνταξης της μνήμης. Φτάσαμε στη Λήμνο. Τα κόκκινα φώτα της προβλήτας και ο θόρυβος του καταπέλτη, ήταν οι πρώτες φωτογραφίες του Αρχιπελάγους. Ακολούθησαν πολλές ακόμη, στις είκοσι μέρες αυτής της μικρής οδύσσειας.

Σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, με την ευκαιρία αυτής της έκθεσης, επέστρεψα στο Αιγαίο για να φωτογραφίσω ξανά. Ένα νέο ταξίδι, απαράλλαχτο κι όμως τόσο διαφορετικό, ολοκλήρωσε την ιστορία του. Η καμένη λέμβος και η μοναχική σημαία, αποτελούν τις τελευταίες χειρονομίες μιας επικαιρότητας, που θα χαθεί κι αυτή στα βάθη του χρόνου».

Ο Ηρακλής Παπαϊωάννου λέει για το Αρχιπέλαγος:

«Το Αιγαίο είναι ένας τόπος οικείος όσο και ανοίκειος: πεδίο δράσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, τόπος με δυνατά ριζώματα και ξεριζώματα, με κλειστές κοινότητες και ρητές γεωγραφικές ασυνέχειες, συνιστά, μαζί με το «τοπίο των ερειπίων», την πιο δημοφιλή σύγχρονη ελληνική εικόνα. Αντί περιήγησης στις αιγαιακές κοινωνίες, που διαστέλλονται θορυβωδώς το καλοκαίρι και συστέλλονται με μελαγχολική ηρεμία το χειμώνα, το Αρχιπέλαγος του Στράτου Καλαφάτη ερευνά μάλλον το βίωμα της νομαδικής μετακίνησης στους υδάτινους δρόμους, πέρα από τα αρχιτεκτονικά ή άλλα στερεότυπα. Αυτό φαίνεται να προτείνουν οι φωτογραφίες των πλοίων, που χάνονται ως κουκίδες απειροελάχιστες φέροντας την ευθύνη για αποχωρισμούς και σμιξίματα σε μικρά και μεγάλα λιμάνια· ή τα αφρισμένα τοπία, που πτυχώνονται βίαια καθώς το κολοσσιαίο σκάφος οργώνει την ανοιχτή θάλασσα, τοπία τα οποία άλλοτε καίγονται στο φως κι άλλοτε σβήνουν σ’ ένα βαθύ, σκοτεινό μπλε. Είναι ακόμη τα παράθυρα και τα φινιστρίνια, ξαφνικά ανοίγματα σε μια απρόσμενη θέα.

Δύο κόσμοι τέμνονται εδώ: ένας κοντινός, απτός, λειτουργικός και ένας απόμακρος, μεταφορικός, πνευματικός. Η μετάπτωση, όμως, αυτή, ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, την καθημερινότητα και τη διαχρονία, το φωτεινό και το σκοτεινό, δεν λανθάνει επίσης πίσω από τον Άθω του Καλαφάτη; Το έργο του, ενσωματώνοντας αυτό που κάποιες φορές εκπλήσσει και τον ίδιο, μοιάζει με άσκηση ισορροπίας ανάμεσα σε ό,τι κανείς προεργάζεται και ό,τι δεν μπορεί να προβλέψει, ισορροπία δύσκολη όσο και γενναιόδωρη.

Ενίοτε διακρίνονται στις φωτογραφίες στοιχεία με στενότερη πολιτική ανάγνωση: μια σημαία στερεωμένη σ’ ένα βράχο, ένδειξη εδαφικής κυριότητας στην απόλυτη ερημία, ή μια λαστιχένια λέμβος στα βράχια κάποιας ακτής, σύμβολο επιβίωσης αλλά και απώλειας σε καιρούς ταραγμένους, όταν η θάλασσα βαφτίστηκε ποτάμι για να περάσουν άφοβα οι απελπισμένοι – ποιος, όμως, από τα ομηρικά ακόμη έπη, γελάστηκε ποτέ να πιστέψει ότι το αρχιπέλαγος συνιστά ουδέτερη ζώνη; Είναι ακόμη τα καταστρώματα, παρατηρητήρια του ευμετάβλητου της θάλασσας, τα φωταγωγημένα φέρι που μοιάζουν αυτάρκεις μικρόκοσμοι. Και, βέβαια, οι αφαιρετικές εκείνες φωτογραφίες οι οποίες επιχειρούν να συμπυκνώσουν το ελάχιστο τοπίο.

Το Αιγαίο δεν είναι ένας κόσμος μονοσήμαντος. Είναι τόποι πολλοί που αλληλοδιεισδύουν χωρικά, χρονικά, εννοιακά. Είναι η περίεργη αίσθηση αιώρησης σ’ έναν αρχέτυπο κόσμο, όπου απέναντι στο πέλαγος, σε άμεση επαφή με τον αέρα, την αλμύρα, το φως, νιώθει κανείς να βρίσκει ανάλαφρα, σιωπηλά, πρόσκαιρα κάτι από τον μύχιο εαυτό του. Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα θέμα γνωστό με τρόπο άγνωστο; Πώς μπορεί να συγκεράσει τη στέρεη ύλη με τη διαρκή ρευστότητα; Αυτό που διαχέεται ελεύθερα με αυτό που είναι βαθιά κρυμμένο; Με τέτοια ερωτηματικά στο νου μοιάζει να πλανήθηκε ο Στράτος Καλαφάτης στα μήκη και τα πλάτη του Αιγαίου. Και ίσως το Αρχιπέλαγος να αποτελεί τελικά ένα γόνιμο πρόσχημα, ένα επιλεγμένο πεδίο δοκιμής απαντήσεων, γιατί τα ερωτηματικά αυτά διατυπώνονται ακέραια πολύ πέρα από την επικράτειά του».

Στράτος Καλαφάτης

Ο Στράτος Καλαφάτης είναι φωτογράφος. Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1966. Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου έχει δημιουργήσει με τη Λία Ναλμπαντίδου το studiotessera, έναν τόπο για τη φωτογραφία. Από τις εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του Αρχέτυπες εικόνες (1999), Ομόνοια 2000 – Ταξίδι στον ομφαλό της Αθήνας, με κείμενα του Φίλιππου Φιλίππου (2000), Ημερολόγιο 1998-2002 (2004), Άθως / Τα χρώματα της πίστης (2014) και Αρχιπέλαγος (2017). Εκπροσωπείται από την γκαλερί Bernier/Eliades.


Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Φωτογραφία του Σωκράτη Μαυρομάτη και φωτογραφία του Στράτου Καλαφάτη, Αφροδίτη. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (2005)