Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το μυθιστόρημα της  Ιρέν Νεμιρόφσκι, Έξαψη σε μετάφραση της  Γεωργίας Ζακοπούλου.

Δεκαετία του τριάντα: Σ’ ένα χωριουδάκι της Κεντρικής Γαλλίας, ένας ηλικιωμένος κύριος αναπολεί. Έχοντας ταξιδέψει πολύ στα νιάτα του, ο Σίλβιο ζει αποτραβηγμένος από τον κόσμο και παρατηρεί την ανθρώπινη κωμωδία της επαρχίας, την ήρεμη ζωή των χωρικών και πώς αυτή ξάφνου κλονίζεται από τον θάνατο και τα ερωτικά πάθη.

Ο Φρανσουά και η Ελέν Εράρ, εξαδέλφια του Σίλβιο, διηγούνται στα παιδιά τους και στον ίδιο την πρώτη φευγαλέα συνάντησή τους, τον γάμο της Ελέν μ’ ένα γέρο και πλούσιο συμβολαιογράφο, τη χηρεία της και το ξανασμίξιμό τους έπειτα από μια μακρόχρονη αναμονή. Όταν η κόρη τους, η Κολέτ, παντρεύεται τον Ζαν Ντορέν, όλα δείχνουν ότι ο δρόμος μιας ήρεμης ευτυχίας ανοίγει μπροστά της. Λίγους μήνες αργότερα όμως, θα έρθει το χτύπημα της μοίρας. Ο Ζαν πνίγεται και η πλασματική γαλήνη αυτού του επαρχιακού κύκλου ανθρώπων διασαλεύεται. Τα βαριά μυστικά που συνδέουν, παρά τη θέλησή τους, τους πρωταγωνιστές αυτού του δράματος αρχίζουν να αναδύονται το ένα μετά το άλλο στην αφήγηση του Σίλβιο, μέχρι την ύστατη και συνταρακτική αποκάλυψη…

Με την πλοκή να τοποθετείται στο ίδιο χωριό όπου η Ιρέν Νεμιρόβσκυ έγραψε τη Γαλλική σουίτα, αυτό το οικογενειακό δράμα που εξελίσσεται σαν αστυνομική έρευνα αφηγείται την καταιγίδα των ενστίκτων στο κλειστό κύκλωμα μιας κοινωνίας όπου όλα παραείναι ομαλά για να είναι αληθινά.

Εβδομήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του, εκδίδεται για πρώτη φορά ολοκληρωμένο το μικρό αυτό αριστούργημα της Ιρέν Νεμιρόβσκυ.

Ουκρανή εβραϊκής καταγωγής και γεννημένη στο Κίεβο το 1903, μετά την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, η Ιρέν Νεμιρόβσκι θα εγκατασταθεί μαζί με τους γονείς της στη Γαλλία. Εκεί θα γνωρίσει τεράστια επιτυχία από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, το «Ντέιβιντ Γκόλντερ» (1929), και στη συνέχεια με τον «Χορό» (1930). «Ο κύριος των ψυχών» δημοσιεύτηκε το 1939 σε συνέχειες στο λογοτεχνικό περιοδικό «Gringoire». Όταν οι Γερμανοί μπαίνουν το 1940 στο Παρίσι, καταφεύγει μαζί με την οικογένειά της σ’ ένα χωριό του Μορβάν. Εκεί θα συλληφθεί το καλοκαίρι του 1942 από τη γαλλική χωροφυλακή και στη συνέχεια θα μεταφερθεί στο Άουσβιτς, όπου θα έχει τραγικό τέλος. Την ίδια τύχη έχει και ο σύζυγός της. Μια πιστή οικογενειακή φίλη καταφέρνει να σώσει τις δυο της κόρες, κρύβοντάς τες σε διαφορετικά μέρη μέχρι το τέλος του πολέμου. Σ’ αυτές τις συνεχείς μετακινήσεις, η μεγαλύτερη κόρη, η Ντενίζ, δεκατριών ετών, μεταφέρει πάντα μαζί της μια βαλίτσα μέσα στην οποία βρίσκεται το έσχατο χειρόγραφο της μητέρας της: «Η γαλλική σουίτα». Η περιπέτεια των γονιών της, αλλά και η δική της και της αδελφής της, ήταν τόσο οδυνηρή, πού έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να μπορέσει η Ντενίζ να διαβάσει εκείνα τα τετράδια και να προχωρήσει, μόλις το 2004, στην έκδοση του κύκνειου άσματος μιας μεγάλης συγγραφέως. Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο Renaudot, που δόθηκε για πρώτη φορά, κατ’ εξαίρεση, σε βιβλίο που εκδόθηκε μετά θάνατον.