Ο Pierre Rosanvallon είναι γνωστός για το ερευνητικό του έργο πάνω στην Ιστορία και τις μεταβολές της σύγχρονης δημοκρατίας, ακόμη και εκτός συνόρων της Γαλλίας.

«Ζούμε μία ιστορική ρήξη της δημοκρατίας», υποστηρίζει ο Pierre Rosanvallon και μας καλεί στη διάλεξη του να αναρωτηθούμε για τα διακυβεύματα της δημοκρατίας μας, που έχει αποδυναμωθεί από τους λαϊκισμούς οι οποίοι «θα αποτελέσουν τον 21ο αιώνα αυτό που αποτελούσαν οι ολοκληρωτισμοί τον 20ο αιώνα».

Το καθεστώς μας, επειδή καθιερώνεται από τις κάλπες, είναι δημοκρατικό, κυβερνούμαστε όμως δημοκρατικά; Όχι, απαντάει ο Pierre Rosanvallon. Η δημοκρατία, κατά τη γνώμη του, δεν είναι μόνο ζήτημα εκλογικού συστήματος και αντιπροσώπευσης: βασίζεται και στη σχέση κυβερνωμένων και κυβερνόντων. Ποιά είναι τα προσόντα που απαιτούνται για τη διακυβέρνηση; Ποιοί κανόνες θα έπρεπε να διέπουν τη σχέση μεταξύ κυβερνωμένων και κυβερνώντων;

Ο Pierre Rosanvallon προτίθεται, στη διάλεξή του, να σκιαγραφήσει την προτεινόμενη νέα δημοκρατική επανάσταση: την καλή διακυβέρνηση.

Συντονιστής: Δημήτρης A. Σωτηρόπουλος, Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ο Pierre Rosanvallon 

Η πορεία του ξεχωρίζει λόγω του ασυνήθιστου χαρακτήρα της. Πριν ξεκινήσει την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αφιερώνει τα πρώτα έτη της επαγγελματικής του ζωής σε αγωνιστικές δράσεις, στους κόλπους της Γαλλικής Δημοκρατικής Εργατικής Συνομοσπονδίας (CFDT), ως οικονομικός σύμβουλος και στη συνέχεια ως πολιτικός σύμβουλος. Αναδείχτηκε εκείνη την περίοδο ως ένας από τους πρώτους θεωρητικούς της «δεύτερης Αριστεράς» δημοσιεύοντας το l’Âge de l’autogestion (1976) και το Pour une nouvelle culture politique (1977).

Έχοντας απαρνηθεί την πολιτική καριέρα που ανοιγόταν μπροστά του το 1978, στρέφεται τελικά σε ακαδημαϊκές δραστηριότητες. Συνεργάζεται τότε με το Πανεπιστήμιο Paris-Dauphine, όπου διευθύνει τον τομέα κοινωνιολογίας του ερευνητικού κέντρου «Εργασία και Κοινωνία» που μόλις είχε ιδρυθεί από τον Jacques Delors. Ως Διευθυντής ερευνών σε αυτό το πανεπιστήμιο από το 1978 μέχρι το 1982, συνδέεται πνευματικά με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον François Furet και τον Claude Lefort. Εκπονεί διαδοχικά μία διδακτορική διατριβή στην Ιστορία (δημοσιεύθηκε το 1979 με τίτλο Le Capitalisme utopique. Histoire de l’idée de marché) και στη συνέχεια μία άλλη διδακτορική διατριβή (Le Moment Guizot, 1985). Αυτά τα έργα τού ανοίγουν τις πόρτες της École des hautes études en sciences sociales (EHESS), όπου εκλέχθηκε Επίκουρος καθηγητής το 1983 και στη συνέχεια Διευθυντής σπουδών το 1989, θέση την οποία κατέχει μέχρι και σήμερα. Διηύθυνε επίσης το Κέντρο πολιτικών ερευνών Raymond Aron από το 1992 μέχρι το 2005.

Από εκείνη την περίοδο, το έργο του Pierre Rosanvallon βασίζεται σε τρείς άξονες. Μελετά αρχικά την ιστορία του γαλλικού πολιτικού μοντέλου με μία σειρά ερευνών πάνω στην ιστορία του φιλελευθερισμού κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Προσπαθεί επίσης να προτείνει μία ερμηνεία της εξέλιξης των θεσμών της αλληλεγγύης και των θεωριών της δικαιοσύνης στα έργα του, La Crise de l’État-providence (1981) και La Nouvelle question sociale, repenser l’État-providence (1995). Ωστόσο, το σημαντικότερο μέρος του έργου του οργανώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και σχετίζεται με την εκπόνηση ενός τεράστιου εγχειρήματος, στοχεύοντας στη διήγηση της πνευματικής ιστορίας της δημοκρατίας στη Γαλλία. Τρεις τόμοι του παρουσιάζουν τα ευρήματα της έρευνας αυτής: Le Sacre du citoyen ; histoire du suffrage universel en France (1992), Le Peuple introuvable. Histoire de la représentation démocratique en France (1998) και La Démocratie inachevée. Histoire de la souveraineté du peuple en France (2000).

Ο Pierre Rosanvallon εκλέγεται στη συνέχεια καθηγητής στο Collège de France το 2001 και γίνεται κάτοχος της έδρας «Νεότερη και σύγχρονη ιστορία του πολιτικού». Καταπιάνεται κυρίως εκείνη την περίοδο με ένα ιστορικό και θεωρητικό έργο για τις μεταβολές της σύγχρονης δημοκρατίας. Τα έργα του: La Contre-démocratie : la politique à l’âge de la défiance (2006), La Légitimité démocratique : impartialité, réflexivité, proximité (2008), La Société des égaux (2011) (μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Polis) καθώς και το Le Bon Gouvernement (2015) αποτελούν τους τέσσερεις πυλώνες αυτού του νέου του εγχειρήματος. Σε αυτά τα τελευταία του έργα, ο προβληματισμός του επεκτάθηκε πέραν της γαλλικής περίπτωσης, με μία προσέγγιση συστηματικά συγκριτική.

Τα έργα του Pierre Rosanvallon έχουν μεταφραστεί σε 22 γλώσσες.

Πέραν της συγγραφής των έργων του, δεν σταμάτησε να έχει ενεργό κοινωνικό ρόλο, επιχειρώντας να διαφωτίσει την επικαιρότητα με τη συνεισφορά των κοινωνικών επιστημών.

Από το 1982 μέχρι το 1999, διηύθυνε έτσι το Ίδρυμα Saint-Simon, ένα think tank με μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό που σημάδεψε την εποχή με τις δημοσιεύσεις του.

Το 2002, δημιούργησε το La République des Idées, το οποίο και διευθύνει. Αυτό το διεθνές πνευματικό εργαστήριο δημοσιεύει μία ομώνυμη συλλογή δοκιμίων στις εκδόσεις Seuil και οργανώνει τακτικά μεγάλα Φόρουμ πολιτών.

Έχει επίσης δημιουργήσει την ιστοσελίδα laviedesidees.fr, ένα περιοδικό ανάλυσης και πληροφόρησης για την ανταλλαγή ιδεών και την διανοητική παραγωγή, στη Γαλλία και το εξωτερικό, καθώς και την αγγλόφωνη εκδοχή της ιστοσελίδας Booksandideas.net.

Ίδρυσε επίσης το 2014 το «Le Parlement des invisibles » («Το κοινοβούλιο των αόρατων»), μία σειρά από μαρτυρίες για τις «μικροσκοπικές, καταβεβλημένες, ξεγραμμένες και σιωπηρά περιφρονημένες ζωές» οι οποίες, με πρωταγωνιστές ένα νέο ερευνητή, μία ταμία ενός σουπερμάρκετ, ένα διανομέα, μία τηλεφωνήτρια, δημοσιεύονται στη συλλογή “Raconter la vie”.