To the great nothing διαμορφώνεται πολύ καιρό στο μυαλό μου. Σε αντίθεση και σε συνέχεια με το Άτιτλον, μια  ομαδική σύνθεση για την συνύπαρξη και την αεικινησία, ένα μονοπλάνο, ένας μεγάλος λευκός χώρος, το the great nothing εστιάζει στο άτομο και στην μοναχικότητα, στο κενό, στους ασφυκτικούς χώρους και το σκοτάδι, στην αντιπαράθεση και τα jump cuts, και κυρίως την αδράνεια. Στο δεύτερο έτος στην Ιστορία της Τέχνης ήρθα σε επαφή με το έργο του Francis Bacon εστιάζοντας κυρίως στα τριπτυχά του. Είναι για μένα μία χωρική αναφορά απόλυτης μοναξιάς όπου ο χώρος συμπιέζει, μεταλλάσει και παραμορφώνει το σώμα που βρίσκεται σε αδράνεια ενώ πρωταγωνιστεί στη σύνθεση. Και μέσα από τα έργα του άρχισα να κατασταλάζω στο ότι μια σκηνική δράση για μένα είναι ότι θα μπορούσε να συμβεί πριν και μετά από μια ακίνητη εικόνα. Αυτές οι φιγούρες και οι χώροι του Bacon ερχόντουσαν ανα περιόδους στο μυαλό μου όταν κάναμε το Άτιτλον αλλά ένιωθα ότι δεν ήταν η σωστή στιγμή να το φέρω στην πρόβα οπότε μάζευα παράλληλα σημειώσεις. Τον περασμένο Ιούνιο μπήκαμε στα πρώτα εργαστήρια όπου εστίασα στα τρίπτυχα του Bacon, μια αναφορά που τελικά κατέληξε να υποβόσκει σε όλες τις πτυχές του έργου – την κίνηση και το σώμα, το σκηνικό χώρο και χρόνο, το φως και το σκοτάδι. Καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη δραματουργία της κίνησης και το πώς το σώμα εμφανίζεται: την αδράνεια, τη συμπίεση της τρισδιάστατης φιγούρας σε έναν δισδιάστατο πίνακα, την στατικότητα, την δυσκαμψία, την παραμόρφωση και την μοναχικότητα της φιγούρας. Εμπνεόμενοι από την απομάκρυνσή του Bacon από τους κανόνες της γραμμικής προοπτικής και την προσήλωση του στους ασφυκτικός χώρους, επιδιώκουμε να κατασκευάσουμε ένα «σπασμένο» τρίπτυχο στο χώρο και στο χρόνο – μία χωρική ψευδαίσθηση- παίζοντας με το μέγεθος και την κλίμακα των αντικειμένων και των σωμάτων, τις αποστάσεις και την προοπτική σε σχέση με τον θεατή, μέσα από τον σκηνικό, τον φωτιστικό και τον ηχητικό σχεδιασμό. Πολύ απλά είναι σαν να στέκεσαι μπροστά σε ένα τρίπτυχο πίνακα σε ένα μουσείο αλλα αυτός να ειναι τραβηγμένος προς τα πίσω δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο σημείο φυγής.

Τα υπαρξιακά κλουβιά του Bacon προσφέρουν έδαφος για το κεντρικό θέμα της δικής μου δραματουργικής μου πρακτικής εως τώρα: τον λαβύρινθο του ανθρώπινου νου, που συχνά θολώνει τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, στον ύπνο και στον ξύπνιο, το όνειρο και τον εφιάλτη, τον έρωτα και την απώλεια. Σημαντικοί για την διαμόρφωση του σκηνικού είναι και οι ανοίκειοι χώροι του Bacon, καθώς και η ωμότητα των σκηνών που απεικονίζει– μια κραυγή, μια γυναίκα που διαλύεται σε έναν νιπτήρα, ένας άντρας που λιώνει σε μια καρέκλα. Στο the great nothing το σώμα βυθίζεται σε ένα ανοίκειο τοπίο, συμπιεσμένο, περιορισμένο και παραμορφωμένο – εγκλωβισμένο στο φυσικό και στο νοητικό του χώρο. Οι μικροκινήσεις και η αεικινησία γίνονται εκδηλώσεις συναισθήματος και μνήμης, βυθίσματος, πτώσης και κατάβασης σε θυμίσεις του παρελθόντος. Τι σημαίνει κίνηση πέρα και μέσα από τη σάρκα;

Ο χρόνος στο Bacon μοιάζει αμετακίνητος. Στο the great nothing ο χρόνος χειραγωγείται ώστε να υφάνει μια ονειρική μη γραμμική αφήγηση και δομή της ιστορίας. Για τη χορογραφία και τη σκηνοθεσία του υλικού, αξιοποιούνται κινηματογραφικά μοτίβα και τεχνικές μοντάζ στη σκηνή, αποδίδοντας νόημα μέσα από την γρήγορη αντιπαράθεση εικόνων (το λεγόμενο «Kuleshov Effect»), που εμφανίζονται μέσα από απότομα κοψίματα και μεταβάσεις του φωτός. Η κινηματογραφική ψευδαίσθηση ή χειραγώγηση του χρόνου –με το σώμα να κινείται σε fast forward, slow motion ή “πηδόντας” καρέ – μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από την τεχνική του popping. Έτσι το βλέμμα του θεατή καθοδηγήτε για να ζουμάρει, κερδιζοντας χρόνο για να παρατηρήσει όσα συνήθως διαφεύγουν στη φυσιολογική ταχύτητα.

Διαβάστε επίσης:

the great nothing: Το νέο έργο της Αντωνίας Οικονόμου στο Τζάμια Κρύσταλλα