Σημειώνει μεταξύ άλλων ο Επιμελητής κ. Πάρης Καπράλος στο κείμενο τεκμηρίωσης της έκθεσης: “Η ενότητα έργων του Ανδρέα Σινόπουλου που παρουσιάζεται στην έκθεση, συνιστά μια συγκροτημένη ομάδα έργων που ανήκουν στην πρώιμη περίοδο της εικαστικής του διαδρομής του. […] Από θεωρητική σκοπιά, η ενότητα μπορεί να ιδωθεί ως ζωγραφική της γραφής και της σωματικής εμπλοκής. Η επανάληψη της χειρονομίας λειτουργεί ως μορφοπλαστικό εργαλείο, μέσα από το οποίο συγκροτούνται πεδία έντασης και συγκέντρωσης. Η διαδικασία αποδεικνύεται ως τρόπος κατανόησης και βίωσης του εσωτερικού χρόνου. Το έργο δεν επιβάλλει νόημα – προσφέρει νόημα. Προϋποθέτει τη σιωπηλή συμμετοχή του θεατή, ο οποίος καλείται να συγχρονιστεί με τον ρυθμό της δημιουργίας και να βιώσει τη ζωγραφική ως εμπειρία.

Σε ιστορικό επίπεδο, η εργασία εγγράφεται στη συνέχεια της ευρωπαϊκής χειρονομιακής αφαίρεσης και της art informel, ενώ συνομιλεί με πρακτικές όπου η γραφή μετατρέπεται σε μορφή ζωγραφικής σκέψης. Η συγγένεια με δημιουργούς όπως ο Hans Hartung, ο Henri Michaux ή ο Mark Tobey αφορά τον τρόπο με τον οποίο η γραμμή λειτουργεί ως φορέας ψυχικής ενέργειας. Παράλληλα, η επιμονή στο μελάνι και στο χαρτί επαναφέρει το έργο στη σφαίρα του σχεδίου, αναδεικνύοντας τη σημασία της χειρωνακτικής πράξης σε μια εποχή αυξανόμενης αποϋλοποίησης της εικόνας. Από χρωματικής απόψεως, η εργασία αυτή φωτίζει τις λεπταίσθητες αποχρώσεις που εν δυνάμει διαθέτει ένα χρώμα.

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει την παραστατική, την εξπρεσιονιστική και τη χειρονομιακή ζωγραφική ως ισότιμα μέσα έκφρασης, χωρίς ιεραρχήσεις ή ιδεολογικές δεσμεύσεις. Οι διαφορετικές μορφές λειτουργούν μεσολογικά, με αμοιβαίες σχέσεις, ως εργαλεία που ενεργοποιούνται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε περιόδου. Παρότι τα τελευταία χρόνια το έργο του στρέφεται κυρίως προς την παραστατικότητα, η στάση του παραμένει ανοιχτή και μη δεσμευτική, εστιασμένη στην ουσία της ζωγραφικής πράξης και στη συνεχή άσκηση του βλέμματος.

Η έκθεση αυτή προτείνει την ανάγνωση των έργων ως αναπόσπαστου τμήματος μιας ευρύτερης εικαστικής διαδρομής, όπου η χειρονομία, η γραφή και η παραστατική σπουδή συνυπάρχουν ως εκφάνσεις μιας ενιαίας στάσης απέναντι στη ζωγραφική. Τα έργα αυτά φωτίζουν μια εσωτερική φάση που αξίζει να καταστεί ορατή, όχι ως κλειστό κεφάλαιο, αλλά ως ενεργό υπόστρωμα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν μεταγενέστερες αναζητήσεις. Μέσα από αυτή τη δημόσια παρουσίαση, το φιλότεχνο κοινό καλείται να γνωρίσει μια λιγότερο εκτεθειμένη πτυχή του Σινόπουλου, η οποία συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση της συνολικής του πορείας και της συνεπούς σχέσης του με την πράξη της ζωγραφικής”.

Για την έκθεση έχει εκδοθεί κατάλογος στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα διαθέσιμος σε όλους τους επισκέπτες της δωρεάν.

Συνοπτικό βιογραφικό του Ανδρέα Σινόπουλου

Ο Ανδρέας Σινόπουλος είναι ζωγράφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961 όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών – Εικαστικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με δάσκαλο τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα Χαρακτικής με τον Γιώργο Μήλιο και Ιστορία Τέχνης με τη Νίκη Λοϊζίδη. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ). Από το 1999 διδάσκει στο Εργαστήριο Ζωγραφικής του Δήμου Ζωγράφου στην Αθήνα. Το 2007 στράφηκε κυρίως στη μη παραστατική ζωγραφική, παραμένοντας ωστόσο ενεργός και στην παραστατική. Τον Ιανουάριο του 2020 παρουσιάστηκε το σύνολο της μέχρι τότε δουλειάς του σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, από τον ιστορικό και αρχιτέκτονα Κώστα Καζαμιάκη, με τη συμμετοχή του ποιητή Γιώργου Γώτη και του φωτογράφου Χάρη Κακαρούχα. Κατά το διάστημα 1979–1982 φοίτησε στην ΑΣΕΤΕΜ-ΣΕΛΕΤΕ, παρακολουθώντας μαθήματα Παιδαγωγικής. Έχει συνεργαστεί με ζωγράφους και αγιογράφους στην τοιχογράφηση εκκλησιών, με τους Κώστα Γεωργακόπουλο (1984), Χρυσόγονο Καραχάλιο και Ιωάννη Χριστόπουλο (1992–1994), και το ζωγράφο Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλο (2003–2004). Η ιδιαίτερη ενασχόλησή του με την απωανατολική τέχνη τον οδήγησε στη μελέτη της ιαπωνικής γλώσσας, στην οποία απέκτησε πτυχίο το 1995. Από το 2004 ερευνά το θέμα του επιχρωματισμού των αρχαίων αγαλμάτων. Έχει δείξει τη δουλειά του σε τρεις ατομικές και σε επιλεγμένες ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το Βέλγιο, από το 1990 μέχρι σήμερα. Έργα του ανήκουν σε ιδιωτικές συλλογές. Παράλληλα με τις εικαστικές τέχνες, ασχολείται με την ποίηση από τη δεκαετία του 1980, με αρκετές δημοσιεύσεις σε εγνωσμένου κύρους λογοτεχνικά περιοδικά.