Η γραφή δεν είναι μόνο ένα σύστημα σημείων που μεταφέρει πληροφορίες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε, οργανώνουμε τον κόσμο και διεκδικούμε χώρο μέσα σε αυτόν. Οι λέξεις γεννιούνται για να επικοινωνούν, συχνά όμως καταλήγουν να οριοθετούν, να αποκλείουν και να εξουσιάζουν. Εκεί ακριβώς, στο σημείο όπου η επικοινωνία συναντά την εξουσία και η γλώσσα γίνεται πεδίο διεκδίκησης, τοποθετείται η έκθεση «Κιβωτός του λόγου. Τέχνη και γραφή», που παρουσιάζεται στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας. Με έργα 32 εικαστικών από την Ελλάδα και τη Διασπορά, προσεγγίζει τα γράμματα, τα σύμβολα και τους κώδικες ως εικόνα, υλικό, ίχνος και φορέα νοήματος.

Αφετηρία της διαδρομής αποτελούν επτά πρώιμα έργα της Χρύσας, που φωτίζουν τη συνάντηση λόγου και εικόνας. Από εκεί και πέρα, διαφορετικές εικαστικές πρακτικές συνομιλούν με τη μνήμη και την Ιστορία, το Ολοκαύτωμα, τον πόλεμο, την προσφυγιά, την εξουσία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η γραφή μετατρέπεται σε μαρτυρία, διαμαρτυρία ή αίνιγμα, ζητώντας από τον θεατή κάτι περισσότερο από μια παθητική ανάγνωση.

Το CultureNow συνομίλησε με την ιστορικό τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης Μπία Παπαδοπούλου και τον γλύπτη και καλλιτεχνικό διευθυντή του Εικαστικού Τομέα του Δήμου Καλαμάτας Παναγιώτη Λαμπρινίδη. Στη συζήτηση αναδύονται η ευθύνη του δημιουργού απέναντι στην Ιστορία, η δύναμη της τέχνης ως εργαλείου αφύπνισης και η δυνατότητα μιας έκθεσης να γίνει τόπος συλλογικής μνήμης, κριτικής σκέψης και ελευθερίας.

***

-Τα έργα της Χρύσας ανοίγουν τη διαδρομή της έκθεσης. Τι σας ενδιέφερε να αναδείξετε μέσα από τα πρώιμα έργα της και πώς συνομιλούν με τις υπόλοιπες ενότητες; Ποιο επιμελητικό νήμα σάς επέτρεψε να συνδέσετε τόσο διαφορετικές εποχές και εικαστικές γλώσσες;

Μπία Παπαδοπούλου: Με ενδιέφερε να δείξω την πρώιμη ενασχόληση της Χρύσας με τη γραφή, καθώς αποτελεί μια από τις πτυχές της εικαστικής εργασίας της που την καθιστούν πρωτοπόρο καλλιτέχνιδα του διεθνούς μεταμοντερνισμού. Η Χρύσα είναι από τους/τις πρώτους/πρώτες εικαστικούς παγκοσμίως που μετέτρεψαν τη γραφή σε καλλιτεχνικό περιεχόμενο, φέρνοντας στο επίκεντρο τη σχέση λόγου και εικόνας. Το Ίδρυμα Ελληνικής Διασποράς είχε την ευγένεια να μας παραχωρήσει από τη συλλογή του ένα σπάνιο σφυρήλατο έργο της από μπρούτζο του 1957 που ανήκει στην ενότητα «Tablets»: σηματοδοτεί τη χρονολογική αφετηρία της έκθεσης. Η συγκεκριμένη ενότητα είναι από τις πρώτες που έκανε η Χρύσα όταν έφτασε στις ΗΠΑ με τη χρήση γραμμάτων, μαγεμένη από τις γιγάντιες ταμπέλες και διαφημίσεις της Times Square της Νέας Υόρκης, το αστικό τοπίο των αμερικανικών μεγαλουπόλεων και τη μαζική κουλτούρα. Έξι ακόμα πρώιμα έργα της Χρύσας από την ίδια πηγή συγκροτούν το αφιέρωμά μας για αυτή τη σπουδαία Ελληνίδα της Αμερικής, με καταγωγή από την ευρύτερη περιοχή της Μάνης.

Εννοιολογικά, η έκθεση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα από την προαλφαβητική γραφή του δίσκου της Φαιστού και τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά έως τη σημερινή ψηφιακή εποχή. Νήμα: η διαχρονική ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία μέσα από σύμβολα, γράμματα, λέξεις, ιδεογράμματα, κώδικες.

Η γραφή, αναγνώσιμη ή μη, καταληπτή ή ακατάληπτη, φανερή ή αφανής, ενυπάρχει στον πυρήνα όλων των εκθεμάτων, λειτουργώντας συμβολικά τόσο με την παρουσία όσο και με την απουσία της. Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιείται από τους καλλιτέχνες αποτελεί ένα επιπρόσθετο νήμα σύνδεσης των πράγματι πολύ ετερογενών εκθεμάτων.

-Η έκθεση αγγίζει ζητήματα όπως το Ολοκαύτωμα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο πόλεμος και οι ανθρωπιστικές κρίσεις. Πώς μπορεί η τέχνη να προσεγγίσει την πολιτική και την ιστορία χωρίς να αισθητικοποιεί τη βία ή να περιορίζεται στην εικονογράφηση ενός μηνύματος;

Μπία Παπαδοπούλου: Ζούμε σε καιρούς συγκλονιστικούς, δεν νομίζω άρα ότι μπορούμε, ως πολιτικά όντα, να στέκουμε αμέτοχοι προς τα τρέχοντα πολιτικά και κοινωνικά συμβάντα. Η σιωπή είναι συνενοχή· η φωνή διαμαρτυρίας αναγκαιότητα. Η τέχνη είναι, μεταξύ άλλων, εργαλείο αφύπνισης καθώς μπορεί να εγείρει συναισθήματα ενσυναίσθησης και να διαμορφώσει συνειδήσεις, ακόμα και αν δεν μπορεί να αλλάξει έμπρακτα τον κόσμο.

Η έκθεση έχει έργα που αναφέρονται στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων και σε αυτό της Παλαιστίνης, στους απανταχού πολέμους, στην υποκρισία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ευαγγελίζεται υστερόβουλα την αλληλεγγύη, στη στυγνή πολιτική εξουσία, στο ρατσισμό και την ανισότητα, στη Διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που τελικά μόνο οικουμενική και πανανθρώπινη δεν είναι.

Παρά την έντονα πολιτικοποιημένη θέση πολλών έργων, κανένα δεν αναπαριστά τη βία per se, επομένως δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος αισθητικοποίησης μιας έννοιας που ούτως ή άλλως δεν μετατρέπεται σε αναγνώσιμη εικόνα. Γενικότερα, τα έργα δεν εικονογραφούν την πραγματικότητα αλλά υποδηλώνουν καταστάσεις και συμβάντα ενεργοποιώντας το νου των θεατών, τη φαντασία και την κριτική τους σκέψη. Στις περιπτώσεις που η πραγματικότητα μεταφέρεται αυτούσια στα έργα –από στιγμιότυπα δελτίων ειδήσεων, για παράδειγμα–, φαντάζει τόσο παράδοξη ώστε ανακαλεί το θέατρο του παραλόγου, θέτοντας ερωτήματα και κινητοποιώντας έτσι για άλλη μια φορά το νου των δεκτών.

Στην πλειονότητά τους τα έργα υπαινίσσονται με διαφορετικούς τρόπους και μέσα έκφρασης συναφή και διαχρονικά θέματα. Σχολιάζουν το δίπολο εξουσίας-υποτέλειας, το τραύμα, την απώλεια, τη φυγή, το αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου, τον κύκλο ζωής-θανάτου, την κοινή ανθρώπινη μοίρα, τη μηδαμινότητα της ύπαρξης μπρος στην αέναη συμπαντική ανακύκλωση. Αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, αλληλεγγύη, αγάπη και ανθρωπιά.

Αλέξης Ακριθάκης

-Έχετε επιμεληθεί εκθέσεις που συνομιλούν άμεσα με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, από τα χρόνια της αμφισβήτησης στην Ελλάδα έως την οικονομική κρίση και τη θέση των γυναικών. Σε μια εποχή πολέμων, κοινωνικών ανισοτήτων και αμφισβήτησης δικαιωμάτων, πότε ο επιμελητής οφείλει να παίρνει θέση και πώς μπορεί να διατηρεί την πολυπλοκότητα της τέχνης απέναντι σε ένα προκαθορισμένο πολιτικό μήνυμα;

Μπία Παπαδοπούλου: Η πολυπλοκότητα ενυπάρχει στην τέχνη, δεν χρειάζεται άρα προσπάθεια για να διατηρηθεί. Πολλαπλές φωνές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις, που άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν. Όλες μαζί συνθέτουν ένα οπτικό και εννοιολογικό αφήγημα το οποίο ξεδιπλώνεται ανάλογα με τις συνδέσεις, τις συσχετίσεις και τις αντιπαραθέσεις. Προσωπικά, ξεκινώ τη διαδικασία προετοιμασίας μιας ομαδικής έκθεσης με ένα συγκεκριμένο εννοιολογικό και ιδεολογικό πλαίσιο, χωρίς όμως προκαθορισμένο πολιτικό μήνυμα. Αυτό πλάθεται σταδιακά, κατά την επιλογή, συγκέντρωση και μελέτη της ύλης, σε συνάρτηση με τα έργα, το βλέμμα και τις απόψεις των καλλιτεχνών. Δηλαδή από κοινού. Δεν αντιμετωπίζω τα εκθέματα ως ψηφίδες που εικονογραφούν τη σκέψη μου αλλά ως ζωντανούς φορείς που φωτίζουν πτυχές, διευρύνουν την αρχική ιδέα και ανοίγουν νέα εννοιολογικά παράθυρα, συμβάλλοντας δραστικά στο τελικό μήνυμα. Όλες οι εκθέσεις είναι συλλογικά εγχειρήματα.

-Η Καλαμάτα διαθέτει μια διακριτή πολιτιστική παρουσία. Ποια θέση θέλετε να καταλάβουν οι εικαστικές τέχνες στη φυσιογνωμία της πόλης και πώς μπορεί αυτή η παρουσία να αποκτήσει συνέχεια πέρα από μεμονωμένες εκθέσεις;

Παναγιώτης Λαμπρινίδης: Η Καλαμάτα έχει τις προϋποθέσεις να αναπτύξει μια ισχυρή εικαστική ταυτότητα. Για μένα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να διοργανώνουμε αξιόλογες εκθέσεις, αλλά να δημιουργήσουμε μια σταθερή σχέση της πόλης με την τέχνη. Αυτό σημαίνει συνέχεια, ποιότητα, εκπαιδευτικές δράσεις, συνεργασίες και ουσιαστική επαφή των πολιτών με τα έργα και τους δημιουργούς.

Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να αποτελεί οργανικό μέρος της ζωής μιας πόλης, όχι μια περιστασιακή πολιτιστική εκδήλωση. Να διαμορφώνει την αισθητική παιδεία, να καλλιεργεί την κριτική σκέψη και να ανοίγει νέους ορίζοντες. Η πολιτιστική ταυτότητα δεν δημιουργείται με διακηρύξεις, αλλά με συστηματική δουλειά και διάρκεια.

-Το Μέγαρο Χορού φιλοξενεί μια έκθεση εικαστικών τεχνών, διευρύνοντας τη συνήθη λειτουργία του. Ποιες δυνατότητες ανοίγει αυτή η συνάντηση και θα θέλατε να αποτελέσει αφετηρία για μια ευρύτερη αξιοποίηση των πολιτιστικών χώρων της πόλης;

Παναγιώτης Λαμπρινίδης: Το Μέγαρο Χορού μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως χώρος παρουσίασης παραστάσεων, αλλά και ως ένας ευρύτερος τόπος πολιτισμού, συνάντησης και δημιουργικού διαλόγου. Η φιλοξενία μιας εικαστικής έκθεσης δείχνει ότι οι τέχνες δεν χρειάζεται να λειτουργούν σε στεγανά. Ο χορός, η μουσική, η εικόνα, ο λόγος και οι εικαστικές τέχνες μπορούν να συνομιλούν και να αλληλοτροφοδοτούνται.

Θα ήθελα αυτή η εμπειρία να αποτελέσει ένα βήμα προς την κατεύθυνση μιας πιο ζωντανής και πολυδιάστατης αξιοποίησης των πολιτιστικών υποδομών της Καλαμάτας. Οι χώροι αποκτούν πραγματική αξία όταν δεν φιλοξενούν απλώς εκδηλώσεις, αλλά δημιουργούν εμπειρίες και σχέσεις με την κοινωνία.

-Ως γλύπτης, προσεγγίζετε την «Κιβωτό του λόγου» και από τη σκοπιά του δημιουργού, ενώ παράλληλα έχετε την ευθύνη του Εικαστικού Τομέα του Δήμου Καλαμάτας. Πώς συνυπάρχει η προσωπική καλλιτεχνική αναζήτηση με τη μέριμνα για την εικαστική ζωή μιας πόλης και πώς τροφοδοτεί η μία την άλλη;

Παναγιώτης Λαμπρινίδης: Για μένα, οι δύο αυτές ιδιότητες δεν είναι αντίθετες. Η προσωπική καλλιτεχνική μου έρευνα με βοηθά να κατανοώ βαθύτερα τις αναζητήσεις των άλλων δημιουργών. Παράλληλα, η θεσμική ευθύνη με υποχρεώνει να βλέπω πέρα από την προσωπική μου δουλειά και να δημιουργώ τις προϋποθέσεις ώστε να αναπτύσσεται συνολικά η εικαστική ζωή της πόλης.

Η τέχνη χρειάζεται ελευθερία, αλλά χρειάζεται και χώρους, ευκαιρίες, εκπαίδευση και θεσμούς που να την υποστηρίζουν. Προσπαθώ να διατηρώ αυτή την ισορροπία: να υπηρετώ την προσωπική μου αναζήτηση ως δημιουργός και ταυτόχρονα να συμβάλλω στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου μπορούν να εκφραστούν και να εξελιχθούν πολλοί διαφορετικοί καλλιτέχνες.

-Ο τίτλος «Κιβωτός του λόγου» παραπέμπει στη διάσωση και στη διατήρηση. Τι αξίζει να διαφυλάξει σήμερα η τέχνη, σε μια εποχή όπου η πληροφορία πολλαπλασιάζεται, αλλά η μνήμη και ο δημόσιος λόγος δοκιμάζονται;

Παναγιώτης Λαμπρινίδης: Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι παντού, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοούμε βαθύτερα τον κόσμο. Συχνά έχουμε περισσότερα δεδομένα και λιγότερο χρόνο για σκέψη, περισσότερες εικόνες και λιγότερη ουσιαστική επικοινωνία.

Μπία Παπαδοπούλου: Σε μια περίοδο ολέθρου και γενοκτονιών όπου αρχαίοι πολιτισμοί κινδυνεύουν να αφανιστούν από τον εγωισμό, τη ματαιοδοξία, το μένος και την οργή των απανταχού σημερινών ισχυρών, η έκθεση διασώζει συμβολικά την Ιστορία, τη συλλογική μνήμη, τον πολιτισμό, τη γλώσσα, την επικοινωνία, τη λογική, τη σκέψη, τη σοφία, την αγάπη, την ανθρωπιά. Την αλήθεια, την ουσία και τις διαχρονικές αξίες που ολοένα και εκτοπίζονται από έναν κόσμο νεοφιλελεύθερης πολιτικής στυγνών συμφερόντων. Η έκθεση διασώζει τη δυναμική της αντίστασης και την ανάγκη για ενσυναίσθηση.

-Ποια θα θέλατε να είναι η παρακαταθήκη αυτής της έκθεσης για τον επισκέπτη; Και τι μπορεί να γεννηθεί από τέτοιες συνεργασίες για την Καλαμάτα και τους ανθρώπους της;

Παναγιώτης Λαμπρινίδης: Θα ήθελα ο επισκέπτης να φύγει από την έκθεση με μια διαφορετική ματιά απέναντι στη σχέση της γραφής με την εικόνα. Να ανακαλύψει ότι οι λέξεις μπορούν να γίνουν εικόνες και οι εικόνες να γεννήσουν νοήματα που δεν χωρούν πάντοτε σε λέξεις. Κυρίως, όμως, θα ήθελα να φύγει με την επιθυμία να παρατηρεί περισσότερο, να σκέφτεται και να αναζητά.

Σε ό,τι αφορά την πόλη, πιστεύω ότι τέτοιες συνεργασίες μπορούν να δημιουργήσουν κάτι που ξεπερνά τη διάρκεια μιας έκθεσης: νέες σχέσεις ανάμεσα στους καλλιτέχνες, στους θεσμούς και στο κοινό, νέες εκπαιδευτικές δυνατότητες και μια πιο σταθερή πολιτιστική συνέχεια.

Ο στόχος δεν είναι απλώς να πραγματοποιούμε επιτυχημένες εκδηλώσεις, αλλά να οικοδομούμε σταδιακά μια πολιτιστική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Μια πόλη που επενδύει στην τέχνη επενδύει τελικά στην ποιότητα της ίδιας της ζωής της.

Μπία Παπαδοπούλου: Θα θέλαμε ο επισκέπτης να αναμετρηθεί με ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της τέχνης μέσα από τα ίδια τα εκθέματα. Με άλλα λόγια, μέσα από την τέχνη. Θα θέλαμε παράλληλα να αναλογιστεί τη σχέση γραφής και εικόνας, να προβληματιστεί για το ρόλο των γραμμάτων και των φράσεων σε ένα καλλιτεχνικό έργο, να αντιμετωπίσει τη γραφή όχι απλά ως ένα δομικό ή συνθετικό στοιχείο αλλά επιπρόσθετα, ως εργαλείο αποκωδικοποίησης του νοήματος ενός έργου. Ή ως αινίγματος που επιζητεί λύση και ενεργοποιεί το νου. Για μας σημασία δεν έχει να συλλάβει μόνο οπτικά την εικόνα αλλά να σκεφτεί, να επιχειρήσει να διεισδύσει στην πεμπτουσία των έργων, να απελευθερώσει τη φαντασία του.

Επιθυμία μας είναι οι θεατές να μετατραπούν από ουδέτεροι παρατηρητές σε ενεργούς δέκτες, σε συμπάσχοντες, να βιώσουν την έκθεση και να νιώσουν μέρος της.

Κεντρική εικόνα θέματος: Η Μπία Παπαδοπούλου και ο Παναγιώτης Λαμπρινίδης μπροστά στην ιστορική εγκατάσταση του Γιάννη Μπουτέα, που παρουσιάστηκε στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1990 – Photo Credit: Panoulis Photo Agency

Διαβάστε επίσης:

Η έκθεση «Κιβωτός του λόγου. Τέχνη και γραφή» στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας