«Ιεροτελεστία» ή ο αγώνας (μας) ενάντια στη λήθη

Η “Ιεροτελεστία” (Un Sacre) του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα Guillaume Poix επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη.

Ο συγγραφέας, εμπνεόμενος από μια ιδέα της Γαλλίδας σκηνοθέτριας θεάτρου και όπερας Lorraine de Sagazan, αλλά και από 300 συνεντεύξεις που συνέλεξε στη διάρκεια της πανδημίας, το 2020 και το 2021, συνθέτει ένα πολυπρόσωπο παζλ ιστοριών που μιλούν για την απώλεια και τον θάνατο και ταυτόχρονα υπογραμμίζουν πως οι λέξεις, οι πράξεις και η επινόηση των τελετουργιών (αλλά και της ιεροτελεστίας) δομήθηκαν γύρω από ένα σχεδόν υπαρξιακό αίτημα: να μην ξεχάσουμε και να μην ξεχαστούμε.

Απαντώντας σε αυτό το αίτημα, κατά έναν παράδοξο αλλά απολύτως κατανοητό τρόπο, τελεστές και μετέχοντες στην ιεροτελεστία της μνήμης γινόμαστε άχρονοι. Η αφήγηση της ανάμνησης, η καταγραφή της απώλειας ως εμπειρία και σύνδεση με τον άλλον, η επισήμανση πως ο σύγχρονος δυτικός κόσμος προσπαθεί να εξοβελίσει το πένθος και το χρόνο που αυτό κατά περίπτωση απαιτεί, συγκροτούν μερικά από τα δομικά στοιχεία της κειμενικής σκηνής του έργου. Να επισημανθεί δε πως στις ιστορίες του Γάλλου δραματουργού προστέθηκαν και τρεις ακόμα ιστορίες που γράφτηκαν από την συνεργάτιδα του Χρήστου Θεοδωρίδη, Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου και συμπλήρωσαν εύστοχα το κοινωνικό προφίλ των προσώπων που προέρχονται από μειονότητες ταξικές, εθνικές, αλλά και φύλου. Η επιθυμία της μνημοσύνης, η ανάγκη για μια αξιοπρεπή «αναχώρηση», η δυσκολία του αποχαιρετισμού, η απόλυτη απόδειξη της αξίας μας ως θνητά όντα που έγκειται στην ανάγκη της επικοινωνίας και της ενσυναίσθησης, η ρήξη με το «κανονικό» που δεν είναι παρά μια επίπλαστη κατασκευή, αναδεικνύονται με τον πλέον εναργή και συγκινητικά βαθύ τρόπο καθώς η σκηνοθεσία συνδύασε τη μύχια ευαισθησία με το χιούμορ, απάλλαξε τον διηγητικό λόγο από βαρύγδουπες σημάνσεις και ενέταξε την αμεσότητα στα υπαινικτικά διαλογικά σημεία.

Ιεροτελεστία

Σκηνοθετώντας την ανάγκη της μνήμης και τη δύναμη του παρόντος

Η εκκίνηση της παράστασης δίνεται από την κορσικανή Ρενάτα, μια πρώην επαγγελματία μοιρολογίστρα που αφηγείται το τελετουργικό και την αναγκαιότητα της πραγμάτωσης του σε μια κοινωνία που πια δεν την επικαλείται κανείς. Ακολουθούν η Κάλι, ο Τομά, η Ασμά, ο Ζορζ, ο Ιμπραήμ, ο Πάνος, ο Ματιάς, η Ζαΐα, ο Λεό, ο Σάββας, για να δηλώσουν την εμπειρία της απώλειας του Άλλου όχι ως μια περιγραφή αλλά ως ένα σύμπαν που καθόρισε τη μετέπειτα οπτική τους. Ο Θεοδωρίδης οργάνωσε τη μονολογική δυναμική της παράστασης μέσα από την αφαιρετική σκηνογραφία του Λουκά Μπάκα και της Φιλάνθης Μπουγάτσου, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ελάχιστα και εξόχως εύγλωττα σκηνικά αντικείμενα. Ενέταξαν τη χρήση της αυλαίας ως σύνορο κόσμων -και όχι μόνο μεταξύ κοινού και ηθοποιών- ενώ το τραγούδι και τη μουσική λειτούργησαν ως δρώσα δύναμη για το «άνοιγμα του νοήματος» αξιοποιώντας έτσι το ταλέντο των Κωνσταντίνου Κρομμύδα και Χρήστου Τζον Μούσλλι που αποτέλεσαν το «μουσικό συγκρότημα» της παράστασης. Στο σκηνικό φωτισμό επικράτησαν τα χρώματα της σέπιας που επέλεξε ο Τάσος Παλαιορούτας, ενώ τα εμβόλιμα σημεία όπου οι ηθοποιοί, συνεπικουρούμενοι από τις οδηγίες της χορογράφου Ξένιας Θεμελή, συγκροτούν μια ομάδα Χορού που σχολιάζει τα δρώμενα, θύμισαν προηγούμενες παραστάσεις του σκηνοθέτη, δηλώνοντας έτσι ένα σχεδόν εμμενετικό στοιχείο της καλλιτεχνικής του ταυτότητας.

Οι ηθοποιοί ξεκινώντας από τις θαυμαστές υποκριτικές των Θεοδώρα Τζήμου, Γιώργου Χριστοδούλου, Ανδρέα Νάτσιου και Μαρίας Μπαγανά απέδωσαν το στίγμα της παράστασης που εμπεριείχε συνέπεια ως προς τη ρυθμολογία και την εκτύλιξη των θεματικών της. Οι Ελευθερία Αγγελίτσα, Ειρήνη Δάμπαση, Ηλίας Σγουραλής, Θάνος Μαγκλάρας, Γιώργος Εξακοΐδης, Χαράλαμπος Αθανασόπουλος και Θωμάς Τσακνάκης, παρά κάποιες ελάσσονες αδυναμίες ως προς την ένταση και την κινησιολογική τους αμηχανία, απέφυγαν μελοδραματικά κλισέ και ανέδειξαν το «ιερό» (ας θυμηθούμε πως ο πρωτότυπος τίτλος του έργου είναι sacre=ιερό) και την ουσιαστική σχέση του με το βαθιά ανθρώπινο και βιωματικό στοιχείο.

Ιεροτελεστία

Ο Θεοδωρίδης μέσα από μια πάλλουσα αφηγηματική δράση κατάφερε να εντάξει την έννοια της απώλειας και του αποχωρισμού σε επίπεδο προσωπικό, κοινωνικό και συμβολικό και να μιλήσει ανοικτά για τη μετανάστευση, την ξενοφοβία και την ομοφοβία. Συνέθεσε σε μια σχεδόν καλειδοσκοπική παράθεση τους δραματικούς ήρωες που προέρχονται από τη σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία, εμπεριέχουν διαφορετικό εθιμικό κώδικα, κουλτούρα, γλώσσα και θρησκεία.

Η παράσταση δεν συνιστά μια θεωρητικού τύπου προσέγγιση για τον θάνατο και το προσωπικό τραύμα, αλλά ανοίγει πέρασμα ζωντανό μέσα από το λόγο, δίνει χώρο μέσα από τον απρόσμενο χορό και το υπαινικτικό χιούμορ και επικαλείται την αναγκαιότητα της ιεροτελεστίας ως άμυνα απέναντι στη λήθη. Η έξοχη μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη μάς σύστησε το εύρος και την υφολογική ιδιομορφία των μονολόγων. Άλλωστε στο βάθος των λέξεων βρίσκουμε τη δίοδο στη ζώσα δύναμή μας και στη σκηνική πραγμάτωσή τους συναντιόμαστε με την υλική υπόσταση και την αξία του θεάτρου.

Photo Credit: © Mike Rafail / @thatlongblackcloud

Διαβάστε επίσης:

Ιεροτελεστία, του Γκυγιάμ Πουά σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη για 2η χρονιά στο Εθνικό Θέατρο