Η γκαλερί Crux παρουσιάζει την ατομική έκθεση του Σταύρου Παπαγιάννη με τίτλο Convulsive beauty. Πρόκειται για μια νέα σειρά έργων που εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην εικόνα, το κείμενο και τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους κατασκευάζεται και προσλαμβάνεται η ομορφιά. Ο τίτλος της έκθεσης παραπέμπει στον André Breton και στην σουρεαλιστική αντίληψη της ομορφιάς ως εμπειρίας που βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στην έλξη και την απώθηση.

Τα έργα της έκθεσης κινούνται ανάμεσα στη φωτογραφία και την εγκατάσταση. Παρουσιάζεται μια σειρά από δίπτυχα έργα, που αποτελούνται από μια μουσειακή λεζάντα που περιγράφει ένα έργο που δεν βλέπουμε, τοποθετημένη δίπλα σε μια φωτογραφία, ένα αντικείμενο ή μια χειρονομία του Παπαγιάννη. Οι φωτογραφίες, τραβηγμένες με κινητό τηλέφωνο, προκύπτουν μέσα από μια διαδικασία που κινείται ανάμεσα στον αυτοματισμό, την τυχαιότητα και τη συνειδητή επιλογή. Οι εντυπώσεις της καθημερινής πραγματικότητας αποσπώνται από το αρχικό τους πλαίσιο και επανατοποθετούνται σε νέες συνθέσεις, ή συνδέσεις, με άλλα αντικείμενα και αναφορές.

Μέσω της αναπλαισίωσης της μουσειακής λεζάντας, εργαλείου τεκμηρίωσής και ερμηνείας, ο Παπαγιάννης δανείζεται την ανάμνηση έργων άλλων καλλιτεχνών ώστε να μετατρέψει μια πεπερασμένη εμπειρία σε υλικό νέων συνθέσεων. Τοποθετώντας τις λεζάντες δίπλα στις δικές του εικόνες τις νοηματοδοτεί εκ νέου, χρησιμοποιώντας το κείμενο σαν εργαλείο. Όπως υποστηρίζει και η θεωρητικος και κριτικός τέχνης Rosalind Krauss στο δοκίμιό της “The Photographic Conditions of Surrealism” (1981), η φωτογραφία αποτελεί το κατεξοχήν μέσο έκφρασης των σουρεαλιστών, αφού μέσω μιας μηχανικής αποτύπωσης επιτρέπει τη μετατροπή της πραγματικής εικόνας σε μια μορφή συμβολικής γραφής.

Σχετικά με τη διάταξη της έκθεσης, το πλαίσιο, οι κορνίζες και η εγκατάσταση των έργων συμμετέχουν επίσης ενεργά σε αυτή τη διαδικασία συνύπαρξης. Λειτουργούν ως δομικά στοιχεία της σύνθεσης, καθορίζοντας τις σχέσεις ανάμεσα στην εικόνα, το αντικείμενο και το κείμενο. Η σχέση ανάμεσα στο πρωτότυπο και το αντίγραφο, στην αυθεντία και την οικειοποίηση, στην ιστορία της τέχνης και την προσωπική εικόνα, παραμένει σκόπιμα ασταθής. Εικόνες υιοθετούν έναν τίτλο που δεν τους ανήκει, μουσειακά κείμενα επανατοποθετούνται και κάτι γνώριμο εμφανίζεται ως ανοίκειο. Η έκθεση κινείται τελικά με ελευθερία και χιούμορ ανάμεσα στο προσωπικό στιγμιότυπο και τη θεσμική εικόνα, στο έτοιμο και το κατασκευασμένο και μας ενθαρρύνει να εμπιστευτούμε αυθόρμητα το βλέμμα μας.

Η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή καθόλου… Η σπασμωδική ομορφιά θα είναι συγκαλυμμένη – ερωτική, σταθερή – εκρηκτική, μαγική – περιστασιακή ή καθόλου. – Αντρέ Μπρετόν, Νάντια (1928)