Η «Μήδεια» (431 π.Χ.) του Ευριπίδη είναι, ίσως, η δυσκολότερη τραγωδία να παρασταθεί. Και ο λόγος δεν αφορά τόσο στη διαχείριση μιας υπόθεσης που, διαχρονικά, προκαλεί αποτροπιασμό ή τον τρόπο με τον οποίο θα συστηθεί η κεντρική μορφή, όσο στις πλείστες όσες παρερμηνείες που τη συνοδεύουν.

Υπάρχει ένα σχολιαστικό κλισέ που αναπαράγεται κάθε φορά που σε μια παρουσίαση της «Μήδειας» ο θεατής αισθάνεται ότι δεν προσεγγίστηκε το βάθος της προβληματικής του ποιητή: «παραστάθηκε σαν αστικό δράμα!». Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο εάν ένα αστικό δράμα θα μπορούσε να αντέξει στην πλάτη του το βάρος μιας άμετρης σκαιότητας (μια παιδοκτονία που διαπράττεται από την ίδια τη μητέρα)· επιπλέον, ο πραγματικός κίνδυνος για αυτή την τραγωδία θα ήταν, εξαιτίας, ακριβώς, μιας ροπής να παρουσιαστεί ως αστικό δράμα, να προσλάβει και χαρακτηριστικά ιλαροτραγωδίας (ειδικά στο Β’ Επεισόδιο, όπου κάποιοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την αντιπαράθεση Μήδειας-Ιάσονα ως μια τυπική σκηνή συζυγικού καβγά ή, ακόμα, και στην Έξοδο όπου ο οργισμένος Ιάσονας θρηνεί για τον χαμό των παιδιών του).

Η «Μήδεια» έχει περιγραφεί και ως ένας υπερθεματισμός της κριτικής του Ευριπίδη στη γυναικεία φύση, αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης -και σύγκρισης- δύο πολιτισμών (του βαρβαρικού και του ελληνικού).

Στην πραγματικότητα, όμως, στην «Μήδεια» συγκρούονται δύο οντολογικοί κόσμοι. Από τη μια πλευρά, η Μήδεια είναι η καθαρή, ακατέργαστη, ανόθευτη φύση που εκπληρώνεται μέσα από μια εσωτερική διεργασία: τη σωματική και ψυχική ένωση· από την άλλη ο Ιάσονας είναι ο κατασκευασμένος άνθρωπος του πολιτισμού, του οποίου η ύπαρξη βρίσκεται σε μόνιμη αναφορά με εξωτερικά στοιχεία (εξουσία, ισχύς, πλούτος), που έχει απολέσει εκείνο το αδιόρατο νήμα που τον ενώνει με την ανθρωπινότητά του.

Η Μήδεια συγχωνεύει εντός της και τη θεϊκή πλευρά, στον βαθμό που συνιστά μια ανέγγιχτη πρώτη ύλη που δεν μπορεί να τρωθεί από τους μηχανισμούς των θεσμών. Είναι ένα πρόσωπο υπαρκτό, σάρκινο, αλλά και την ίδια στιγμή, ένα πρόσωπο «κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν» που συνδέεται με έναν χώρο απρόσβλητο, με ένα άβατο. Γι’αυτό και οι πράξεις της δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσα από τους κώδικες ενός συντεταγμένου κόσμου, μέσα από συγκεκριμένες ηθικές και πολιτισμικά φίλτρα.

Η προσέγγιση της ευριπίδειας τραγωδίας από τον Nikita Milivojević ανέδειξε στρεβλώσεις και παρανοήσεις τόσο ως προς την οπτική με την οποία αντιμετωπίζονται οι μύθοι όσο και ως προς ευρύτερα αναπαραστατικά ζητήματα.

Μια μερίδα των σύγχρονων δημιουργών προσέρχεται στην αρχαία τραγωδία με όρους συμβολισμού. Επικρατεί μια διάχυτη αίσθηση ότι εάν στερηθεί ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος και, κατ’ επέκταση και ο ηθοποιός (που μοιραία συμπαρασύρεται), τα απεικονιστικά ή ερμηνευτικά σύμβολά τους το συνολικό πόνημα είναι προορισμένο να καταρρεύσει. Εντούτοις, οι αρχαίοι τραγικοί, πέρα από τους υπαινιγμούς στα ζέοντα θέματα της πολιτικής του καιρού τους, δεν κατέφευγαν σε σημασιολογικές παρακάμψεις μέσω συμβολισμών, αλλά απέδιδαν τη συνολική συνθήκη και αλήθεια ανθρώπων και πραγμάτων όπως ακριβώς είναι και με μια αφοπλιστική ευθύτητα, ωσάν να μιλούσαν προς όλα αυτά στον ενικό· π.χ. ο Κρέοντας δεν είναι σύμβολο της εξουσίας· είναι η εξουσία.

Ως εκ τούτου, τα ποικίλα σκηνογραφικά props που αξιοποιήθηκαν στη «Μήδεια» του Milivojević (από τις πόρτες που ανοιγόκλειναν, το συρόμενο από την Τροφό της Ρένης Πιττακή σπιτάκι μέχρι και τα διάφορα μικροαντικείμενα που παρέπεμπαν σε γραφικές αναπαραστάσεις) αποδείχθηκαν εικονικά σχήματα που παγίωναν μια ανάγκη εγκλωβισμού του μυθικού σύμπαντος σε μια αντίληψη εύκολων αναγωγών. Αυτή η αίσθηση περιχαράκωσης έγινε ακόμα πιο αισθητή τη στιγμή που η Μήδεια επιχειρεί μια απεγνωσμένη διαφυγή από τον περίκλειστο χώρο της φονικής πράξης της, υπονοώντας και μια κρίση συνείδησης χριστιανικής ανάγνωσης!

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό ταμπλό συμβόλων και προκάτ απεικονίσεων, η Μήδεια της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη παρέμεινε ένα πορτρέτο, παρόλα αυτά δραστήριο και αρκούντως εκφραστικό· ο Κρέοντας του Άρη Λεμπεσόπουλου μετέφερε με σχηματικότητα τους προφανείς τόνους της εξουσίας· ο Ιάσονας του Λάζαρου Γεωργακόπουλου κινήθηκε με ευελιξία ανάμεσα στις εναλλαγές και τις δυναμικές των συγκρούσεων, ωστόσο στην Έξοδο παραδόθηκε σε μια μονόχορδη εξωστρέφεια, χωρίς το ίχνος μιας εσωτερικής μετακίνησης· ο Αιγέας του Τάσου Σωτηράκη απέδωσε με καθαρότητα τις πτυχές ενός ευάλωτου χαρακτήρα· η Τροφός της Ρένης Πιττακή εμφύσησε στην ορχήστρα μια αίσθηση μέτρου και σκηνικής νουνέχειας, ενώ ο Αγγελιαφόρος του Διονύση Πιφέα, μετέδωσε τον τρόμο, τη φρίκη και την αποστροφή από την πράξη της Μήδειας με τρόπο ανάγλυφα ανθρώπινο. Ο χορός (Ηλέκτρα Καρτάνου, Εμμανουήλ Κοντός, Ιωάννα Μπιτούνη, Κατερίνα Νταλιάνη, Μαριάμ Ρουχάτζε, Νίκος Τσιμάρας) συγκρότησαν έναν χορό με αναφορές στον παγανισμό, στον εξπρεσιονισμό και στην αισθητική Lecoq. Ιδιαίτερα εμψυχωτική της σκηνικής ατμόσφαιρας ήταν η λιτή και χαμηλών τόνων μουσική υπόκρουση του Δημήτρη Καμαρωτού που έδινε ανάσες στις σκηνικές εικόνες. Ως προς την όψη της παράστασης, ο σκηνογραφικός κώδικας του Σωτήρη Μελανού και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα βρέθηκαν με μια σχέση αισθητικής αλληλοσυμπλήρωσης. Και όσο για τους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου, αυτοί παρέμειναν προσδεδεμένοι στο κλασικό εικονογραφημένο κόκκινο, φωτιστικό σήμα κατατεθέν όλων σχεδόν των παραστάσεων της «Μήδειας».

Photo Credit: Ελίνα Γιουνανλή