Η συναυλία «Νέος Κόσμος και Νόστος» φωτίζει πτυχές της αμερικανικής μουσικής ταυτότητας με έργα δύο εμβληματικών συνθετών του 20ού αιώνα: του Σάμιουελ Μπάρμπερ και του Άαρον Κόπλαντ. Από τον λυρισμό και την ευαισθησία του Knoxville: Summer of 1915 έως τον επιβλητικό παλμό της Άνοιξης στα Απαλάχια, η συναυλία εξερευνά την ατμόσφαιρα μιας άλλης Αμερικής — νοσταλγικής και ανθρώπινης. Το Knoxville: Summer of 1915, βασισμένο στο αυτοβιογραφικό κείμενο του James Agee, είναι μια αναπόληση της παιδικής ηλικίας στον αμερικανικό Νότο. Θα το ερμηνεύσει η διακεκριμένη Ελένη Καλένος, υψίφωνος με σημαντική διεθνή παρουσία και πλούσιο ρεπερτόριο. Όσο για την Άνοιξη στα Απαλάχια, πρόκειται για ένα από τα διασημότερα έργα του Κόπλαντ, ένα μπαλέτο γραμμένο το 1944 για τη χορογράφο Μάρθα Γκράχαμ, που εκφράζει την επαφή με τη φύση.

Η συναυλία θα ανοίξει με το έργο Νόστος ΙΙΙ του καταξιωμένου συνθέτη Χρήστου Σαμαρά, το οποίο γράφτηκε μετά από ανάθεση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται από το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν – ένα έργο γεμάτο χάρη και φρεσκάδα. Σολίστ θα είναι ο χαρισματικός πιανίστας Μάνος Κιτσικόπουλος, γνωστός για την ευελιξία του μεταξύ κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Τη συναυλία θα διευθύνει ο διεθνώς αναγνωρισμένος Πορτογάλος αρχιμουσικός Ντίνις Σόουζα, καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας της Opera North.

Το πρόγραμμα με μία ματιά

  • ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ (γεν. 1956)
    Νόστος ΙΙΙ (ανάθεση της Κ.Ο.Α.)
  • ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
    Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.1 σε ντο μείζονα, έργο 15
  • ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΑΡΜΠΕΡ (1910 – 1981)
    Knoxville: Summer of 1915 (Νόξβιλ: καλοκαίρι του 1915), έργο 24, για φωνή και ορχήστρα
  • ΑΑΡΟΝ ΚΟΠΛΑΝΤ (1900 – 1990)
    Άνοιξη στα Απαλάχια

Συντελεστές

  • ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Ντίνις Σόουζα
  • ΣΟΛΙΣΤ: Μάνος Κιτσικόπουλος | πιάνο
  • Ελένη Καλένος | υψίφωνος

Για την Ιστορία…

Κείμενα Για την Ιστορία: Τίτος Γουβέλης

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ (γεν. 1956)
Νόστος ΙΙΙ (ανάθεση της Κ.Ο.Α.)

Ο Νόστος δεν θεωρείται μόνο το αρχέτυπο αναγνώρισης μιας περιπετειώδους αφήγησης ξενιτεμένων ανθρώπων, αλλά και γεγονότα που συνδέονται με τις βαθύτερες εκφράσεις ενός λαού μέσω του χορού και του τραγουδιού ως βασικού άξονα περιγραφής του αρχέτυπου. Ο Νόστος λειτουργεί ως κεντρικό σχήμα συμβολισμού της ζωής και της αντίστασης στην αλλοίωση και τον αφανισμό κάθε συνιστώσας κατάργησης της γενέθλια; γης.

Το γλέντι, ο χορός και το τραγούδι (παραδοσιακό και δημοτικό) αποτέλεσαν σύμβολα ζωής που διευκρινίζουν τον συστηματικό χαρακτήρα του λαού μας που αναβιώνει συστηματικά αποτυπώνοντας με χαρά και ευχαρίστηση τα βασικά συστατικά της λειτουργίας της ζωής στον τόπο μας. Ακόμη το τραγούδι και η συστηματική χρήση του χορού ως συμβόλου ζωτικότητας (κέφι) διευκρινίζουν απόλυτα την διαφοροποίηση χώρου και χρόνου. Με άλλα λόγια «ξενιτεύεται για μακρό διάστημα, περιπλανάται […], αλλά τελικώς επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου και αναγνωρίζεται», αναφέρει ο Δημ. Μαρωνίτης.

Η μουσική αναγνωρίζοντας την έννοια της περιπετειώδους αφήγησης, της ανάμνησης αλλά και του αδυσώπητου παρόντος δημιουργεί σπονδυλωτά μοντέλα εντάσεων με επίκληση στο συναίσθημα, ώστε η απόδοση των παραδοσιακών στοιχείων να συμβολίζει την αντίσταση απέναντι στον αφανισμό του. Ο χορός με το κολλάζ στοιχείων της λαϊκής και παραδοσιακής μας μουσικής δίνει στις μουσικές αφηγήσεις λειτουργικότητα και τις συνδέει με αγαστή ισορροπία με την μουσική δομή και οργάνωση.  Οι τέσσερεις μεγάλες ενότητες που στηρίζονται πάνω σε στοιχεία της λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής έχουν ως κεντρικό συμβολικό σχήμα την νοσταλγία στον «γυρισμό του ξενιτεμένου» που αποτελούν τον μορφολογικό καμβά και τον πυρήνα του έργου.

-Χρήστος Χ. Σαμαράς, 14.02.2026.

LUDWIG VAN BEETHOVEN (1770 – 1827)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε Ντο μείζονα, έργο 15
Allegro con brio
Largo
Rondo. Allegro scherzando

Παρά το ότι το Κοντσέρτο σε Ντο μείζονα φέρει τον αριθμό ένα στη σειρά των κοντσέρτων για πιάνο του Beethoven, είναι στην πραγματικότητα το τρίτο κοντσέρτο για πιάνο του μεγάλου Γερμανού δημιουργού. Η πρώτη απόπειρα σύνθεσης ενός κοντσέρτου για πιάνο έγινε όταν εκείνος ήταν μόλις 14 ετών (1784) με ένα κοντσέρτο σε Μι ύφεση μείζονα (WoO 4), από το οποίο διασώζεται μόνο το σολιστικό μέρος του πιάνου. Ακολούθησε το Κοντσέρτο σε Σι ύφεση μείζονα, που ολοκληρώθηκε το 1795 αλλά εκδόθηκε το 1801, μετά δηλαδή την έκδοση του Κοντσέρτου σε Ντο μείζονα, και γι’ αυτό το λόγο είναι γνωστό ως δεύτερο. Το Κοντσέρτο σε Ντο μείζονα συνεπώς οφείλει τον αριθμό ένα στο γεγονός ότι ήταν το πρώτο κοντσέρτο για πιάνο που ο Beethoven εξέδωσε, αν και γράφτηκε μετά από αυτό σε Σι ύφεση μείζονα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, η σύνθεσή του έλαβε χώρα κατά τα έτη 1796 και 1797 και η πρεμιέρα του δόθηκε σε μία συναυλία στην Πράγα το 1798 με σολίστα τον ίδιο το συνθέτη. Ωστόσο, κάποιοι ανάγουν τη δημιουργία του στο 1795 και την πρώτη εκτέλεση στις 18 Δεκεμβρίου 1795 στη Βιέννη στο πλαίσιο φιλανθρωπικής συναυλίας.

Ο Beethoven έγραψε το κοντσέρτο αυτό για προσωπική του χρήση ως μέσο ανάδειξης της πιανιστικής του δεξιοτεχνίας. Πολλά έχουν γραφτεί για τον τρόπο που ο ίδιος έπαιζε πιάνο και κοινός παρονομαστής όλων των υπαρχουσών μαρτυριών είναι η εκρηκτική, παθιασμένη του φύση, που εκδηλωνόταν –ακόμα και σε βάρος της μηχανική ακρίβειας- με μία ζωηρότατη συμμετοχή του σώματος και συχνά με μία αγριότητα στον ήχο. Με την οριστική εγκατάστασή του στη Βιέννη το 1792 άρχισε να σχηματίζεται μία ολοένα και επεκτεινόμενη φήμη για τις ικανότητές του, που φυσικά ενισχύθηκε από τις θριαμβευτικές επικρατήσεις του Beethoven κάποια χρόνια αργότερα επί υπολογίσιμων πιανιστικών του “αντιπάλων” (Daniel Steibelt και Joseph Wölfl) σε σχετικές “μουσικές αναμετρήσεις” τους. Ειδικότερα για την εκτέλεση του πρώτου κοντσέρτου στην Πράγα από τον Beethoven, μας παραδίδεται μία γλαφυρή μαρτυρία του συνθέτη Václav Tomásek (1774 – 1850): “Το μεγαλειώδες παίξιμό του και συγκεκριμένα ο τολμηρός του αυτοσχεδιασμός με συγκίνησε ως τα κατάβαθα της ψυχής μου· πραγματικά, συνέλαβα τον εαυτό μου τόσο βαθιά συγκλονισμένο που για πολλές μέρες δεν μπορούσα να αγγίξω το πιάνο”. Γενικότερα πάντως η περίοδος, κατά την οποία γράφτηκε το πρώτο κοντσέρτο για πιάνο, εκτός από εποχή πιανιστικών θριάμβων ήταν για το δημιουργό του μία εν πολλοίς ανέμελη εποχή της ζωής του, πριν την εμφάνιση των προβλημάτων ακοής, γεμάτη καταξίωση, αποδοχή και νεανική αισιοδοξία, στοιχεία που σε ένα βαθμό αντανακλώνται και στο κοντσέρτο, όπως και σε άλλα σημαντικά έργα εκείνης της περιόδου, όπως είναι η Πρώτη Συμφωνία, έργο 21 και τα Έξη Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 18. Το πρώτο κοντσέρτο ισορροπεί ανάμεσα σε μία σαφή αισθητική αναφορά στα κλασικά ιδεώδη των Haydn και Mozart και σε μία εμφανή τάση πρωτοπορίας. Από ενορχηστρωτικής και μορφολογικής άποψης βρίσκεται μάλλον κοντά στα κοντσέρτα του Mozart και ακολουθώντας το παράδειγμά τους υιοθετεί για το σολίστα ένα ρόλο “πρώτου μεταξύ ίσων” όσον αφορά στη σχέση του με την ορχήστρα. Ωστόσο, είναι ένα έργα πρωτόγνωρα εκτενές για τα δεδομένα των κοντσέρτων της εποχής (το δεύτερο μέρος είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια από τα αντίστοιχα όλων των άλλων κοντσέρτων για πιάνο του Beethoven), με πιο σύνθετη αρμονική γλώσσα και μεγαλύτερο εύρος συναισθηματικών αποχρώσεων.

ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΑΡΜΠΕΡ (1910 – 1981)
Knoxville: Summer of 1915 (Νόξβιλ: καλοκαίρι του 1915), έργο 24, για φωνή και ορχήστρα

Το έργο γράφτηκε το 1947 και ήταν παραγγελία της διάσημης Αμερικανίδας σοπράνο Έλενορ Στήμπερ (1914-1990)· αποτέλεσε μάλιστα την πρώτη στην ιστορία παραγγελία έργου για φωνή και ορχήστρα που έγινε από Αμερικανό λυρικό τραγουδιστή. Ο συνθέτης επέλεξε να μελοποιήσει αποσπάσματα από το πεζό ποίημα Knoxville: summer of 1915 (Νόξβιλ: καλοκαίρι του 1915) που είχε γράψει το 1938 ο Αμερικανός ποιητής, δημοσιογράφος και σεναριογράφος Τζέιμς Άγκι (1909-1955), γνωστός ιδιαιτέρως για τη συγγραφή των σεναρίων σε γνωστές ταινίες, όπως ήταν Η Νύχτα του Κυνηγού (1955) ή Η βασίλισσα της Αφρικής (1951), στην οποία πρωταγωνιστούσε η Κάθριν Χέπμπορν και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ (αποσπώντας για τον ρόλο του στην ταινία αυτή το μοναδικό βραβείο Όσκαρ της καριέρας του). Γεννημένος ο ίδιος στην πόλη Νόξβιλ του Τενεσί, στον αμερικανικό Νότο, περιέγραψε στο αυτοβιογραφικού περιεχομένου ποίημά του την αίσθηση μίας καλοκαιρινής βραδιάς, μέσα από τα μάτια ενός νεαρού αγοριού που ξαπλώνει στο γρασίδι και παρατηρεί διάφορες εικόνες γύρω του: ζευγάρια να περπατούν χωρίς βιασύνη, ένα λεωφορείο που περνά «βογκώντας», τις χαλαρές συζητήσεις των ανθρώπων στις βεράντες των σπιτιών τους, τα αστέρια στον ουρανό που φαίνονται σαν να του χαμογελούν γλυκά αλλά και τους γονείς του, οι οποίοι παίρνουν τρυφερά το αγόρι στην αγκαλιά τους και το βάζουν για ύπνο. Το ποίημα εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στην Αμερική, θεωρήθηκε ως ένα από τα καλύτερα δείγματα στο είδος του «πεζού ποιήματος» στην αμερικανική λογοτεχνία και συμπεριλήφθηκε ως εισαγωγή στο (επίσης αυτοβιογραφικό) μυθιστόρημα του Άγκι Ένας θάνατος στην οικογένεια (A death in the family), που εκδόθηκε το 1957 (μετά τον θάνατό του) και βραβεύτηκε με το βαρύτιμο βραβείο Πούλιτζερ.

Ο Σάμιουελ Μπάρμπερ σημείωσε σχετικά με την επιλογή του ποιήματος: «ανέκαθεν εκτιμούσα το γράψιμο του κυρίου Άγκι και αυτό ιδίως το ποίημά του μου έκανε εντύπωση, διότι η καλοκαιρινή βραδιά που περιγράφει στην πόλη που γεννήθηκε στον Νότο, μου θυμίζει πολύ ανάλογες βραδιές που έζησα κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια. Στην πορεία ανακάλυψα ότι ο κύριος Άγκι κι εγώ έχουμε την ίδια ηλικία και πως την χρονιά, στην οποία αναφέρεται το ποίημα (1915), ήμασταν και οι δύο πέντε χρονών. Βλέπετε, εκφράζει ένα παιδικό συναίσθημα μοναξιάς, θαυμασμού και έλλειψης διαμορφωμένης ταυτότητας σε έναν κόσμο που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ λυκόφωτος και ύπνου.» 

ΑΑΡΟΝ ΚΟΠΛΑΝΤ (1900 – 1990)
Άνοιξη στα Απαλάχια

Ο Άαρον Κόπλαντ, ο «πρόεδρος της αμερικανικής μουσικής», όπως εύστοχα έχει χαρακτηρισθεί, συνέθεσε το τρίτο του μπαλέτο, με τίτλο Άνοιξη στα Απαλάχια, κατά την περίοδο 1943-44 για την μεγάλη Αμερικανίδα χορεύτρια και χορογράφο Μάρθα Γκράχαμ. Η αρχική ενορχήστρωση ήταν για ένα σύνολο 13 οργάνων. Με αυτή την αρχική μορφή, το μπαλέτο παρουσιάστηκε στις 30 Οκτωβρίου 1944 στην Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου με την Γκράχαμ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Την επόμενη χρονιά, ο συνθέτης, παραλείποντας σημεία αμιγώς χορογραφικού χαρακτήρα, επεξεργάστηκε μία σουίτα για πλήρη συμφωνική ορχήστρα βασισμένη στο μπαλέτο.

Ο τίτλος του μπαλέτου (Appalachian Spring) προέρχεται από στίχο του Αμερικανού ποιητή Χαρτ Κρέιν, χωρίς να έχει άμεση σχέση με την υπόθεση. (Για την ακρίβεια ο όρος «spring» ίσως να ήταν ορθότερο να αποδοθεί ως «πηγή» παρά ως «άνοιξη»). Κεντρικοί ήρωες του μπαλέτου είναι ένα νιόπαντρο ζευγάρι νέων της αμερικανική υπαίθρου στις αρχές του 19ου αιώνα, που ατενίζουν με αισιοδοξία και αγνότητα την νέα τους ζωή, ερχόμενοι ωστόσο αντιμέτωποι με τις ρεαλιστικές νουθεσίες του γείτονά τους και ενός ιεροκήρυκα που τους θυμίζει τα ενίοτε φοβερά παιχνίδια της μοίρας.

Ο Κόπλαντ στόχευσε στην μέγιστη δυνατή απλότητα και αμεσότητα της μουσικής του, προκειμένου να αποδώσει την ανέμελη, φυσική ζωή μίας περασμένης εποχής. Τα βασικά θέματα του έργου έχουν έκδηλα λαϊκότροπο χαρακτήρα, αν και το μόνο από αυτά που δεν ανήκει στον ίδιο τον συνθέτη, παρουσιάζεται από το κλαρινέτο προς το τέλος του έργου και μέσα από μία σειρά παραλλαγών οδηγεί σε μία επιβλητική συναισθηματική κορύφωση. Πρόκειται για το γνωστό τραγούδι «Simple gifts», συνδεδεμένο με την θρησκευτική κοινότητα των shakers, αρκετά δημοφιλή στην Αμερική στις αρχές του 19ου αιώνα.

Διαβάστε επίσης:

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: Πρόγραμμα Απρίλιος – Ιούνιος 2026