Με σπουδές στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και στη Σχολή Βακαλό και με πολυετή επαγγελματική εμπειρία στη γραφιστική, η Ευγενία Γρηγοράκη έχει καλλιεργήσει ένα βλέμμα ιδιαίτερα ευαίσθητο στη μορφή, τη σύνθεση και την αισθητική παρουσία μιας εικόνας. Η σχέση της με τη φωτογραφία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν έζησε για περίπου δύο χρόνια στην Αφρική. Εκεί άρχισε να φωτογραφίζει συστηματικά το περιβάλλον γύρω της και να πειραματίζεται με την εκτύπωση των φωτογραφιών της σε έναν αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο. Από τότε, η φωτογραφία έγινε ένας προσωπικός τρόπος παρατήρησης του κόσμου, μέσα από τον οποίο η Γρηγοράκη αναζητά την ομορφιά του τοπίου και των μικρών, απρόσμενων στιγμών της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σε αυτό.
Η σειρά Εικονοστάσια και Τάματα γεννήθηκε σχεδόν τυχαία, κατά τη διάρκεια των πολυάριθμων ταξιδιών της με αυτοκίνητο σε όλη την Ελλάδα. Ένα μικρό εικονοστάσι του Αγίου Γεωργίου, στη μέση του πουθενά, καθ’ οδόν προς το Φαλακρό Όρος στη Δράμα, στάθηκε η αφορμή για να αρχίσει να παρατηρεί πιο προσεκτικά αυτές τις ιδιότυπες κατασκευές. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε εικονοστάσι που συναντούσε στον δρόμο της γινόταν αφορμή για μια στάση και μια φωτογραφία, καταγράφοντας έτσι την ποικιλία, τη φαντασία και την αλλόκοτη συχνά μορφολογία αυτών των ιδιότυπων κατασκευών.
Τα εικονοστάσια αποτελούν για τους Έλληνες μικρούς τόπους πίστης και μνήμης: μπορεί να είναι τάματα, εκφράσεις ευγνωμοσύνης, μνημεία ανθρώπινων απωλειών ή σιωπηλές επικλήσεις για προστασία και ευημερία. Ταυτόχρονα όμως, διαθέτουν και μια έντονη αισθητική διάσταση που τα καθιστά ενδιαφέροντα ακόμη και για έναν απλό παρατηρητή, Έλληνα ή ξένο. Οι κατασκευές αυτές συχνά εντάσσονται στο πεδίο της λαϊκής τέχνης· η μορφή τους διαμορφωνόταν στο παρελθόν ελεύθερα, χωρίς κανόνες, από τη φαντασία του τεχνίτη και συχνά από περισσευούμενα υλικά. Σήμερα βέβαια οι πρακτικές αυτές έχουν αντικατασταθεί κυρίως από τυποποιημένες προκατασκευασμένες μορφές.
Οι φωτογραφίες της Γρηγοράκη, τραβηγμένες με μια απλή φωτογραφική μηχανή και χωρίς ψηφιακή επεξεργασία, λειτουργούν ως μια διακριτική αλλά ουσιαστική καταγραφή ενός στοιχείου του ελληνικού πολιτισμικού τοπίου που σταδιακά μεταβάλλεται. Πολλά από τα εικονοστάσια που απαθανάτισε δεν υπάρχουν πλέον. Έτσι, το έργο της αποκτά και τη διάσταση μιας οπτικής μνήμης: μιας αναδρομικής περιήγησης σε τόπους, διαδρομές και ταξίδια, όπου η προσωπική εμπειρία συναντά ένα συλλογικό, βαθιά ριζωμένο λαϊκό έθιμο.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Αξίζει να αναφερθεί το προσωπικό σημείωμα της Ιλεάνας Τούντα για την έκθεση αυτή: «Μια καλή μου φίλη από τα παλιά, η Ευγενία, μου έδειξε πριν από χρόνια μια μικρή έκδοση με φωτογραφίες της από τα οδικά ταξίδια που έκανε μαζί με τον Σταύρο ανά την Ελλάδα, με θέμα τα εικονοστάσια και τα τάματα. Η δουλειά της με εντυπωσίασε για την ευαισθησία με την οποία συνέδεε το θέμα με το φυσικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τη δική μου ματιά, οι φωτογραφίες της συγκροτούν δύο ενότητες: η μία εμπεριέχει τα εικονοστάσια και τα τάματα που επέλεξε να φωτογραφίσει για τη σχέση τους με το τοπίο και η άλλη παρουσιάζει τις ευφάνταστες, αλλόκοτες και οριακά κιτς κατασκευές που εξίταραν τη ματιά της. Λίγα χρόνια αργότερα, η Μαρίλια Φωτοπούλου, μια νεότερη εικαστικός με σπουδές στη φωτογραφία, μου παρουσίασε μια σειρά έργων με το ίδιο θέμα. Η συγκυρία αυτή μου γέννησε την επιθυμία να εκθέσω τις δουλειές τους συγχρόνως, καθώς με ενδιέφερε ιδιαίτερα η συνάντηση μιας ερασιτέχνιδας φωτογράφου μεγαλύτερης ηλικίας με μια νέα επαγγελματία φωτογράφομέσα από αυτό το τόσο ιδιαίτερο ελληνικό έθιμο. Και ποια θα ήταν η καλύτερη στιγμή για αυτές τις εκθέσεις από την περίοδο του Πάσχα, όταν τα ελληνικά έθιμα και η ανοιξιάτικη φύση αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο την παρουσία των εικονοστασίων μέσα στο τοπίο.»
Κεντρική εικόνα θέματος: Ευγενία Γρηγοράκη, Neo Monastiri, Phthiotis, 1995–2005, photograph, 59.5 × 42 cm
