Πριν δύο χρόνια η Αικατερίνη Παπαγεωργίου, με τη σκηνοθετική κατάθεσή της επάνω στο αντιπολεμικό έργο του Ματέι Βίζνιεκ «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα», έδωσε μια ισχυρή υπόσχεση σε κοινό και κριτικούς ότι θα διεκδικούσε μια σοβαρή θέση στο ρεπερτόριο του πολιτικού θεάτρου. Η ιδιαίτερη πινελιά με την οποία χρωμάτισε αυτό το είδος θεάτρου, συνίστατο στο γεγονός ότι δεν αποστείρωσε τη δημιουργία της μέσα από μια αυστηρή κειμενοκεντρική προσήλωση, αλλά κρατούσε ζωντανή μια αίσθηση στροβιλιζόμενης θεατρικότητας, επιτρέποντας να παραμονεύει πάντοτε η δημιουργική έκπληξη, η αυθεντικότητα και η αλληλεπίδραση. Το εγχείρημά της στέφθηκε με επιτυχία, εμπορική και καλλιτεχνική, και για έναν επιπλέον λόγο: μια σκηνοθέτρια λιγότερο από τριάντα ετών προσέγγισε με αξιοθαύμαστη ωριμότητα, γνώση και εμβρίθεια ένα σχετικά πρόσφατο ιστορικό γεγονός (τον Γιουγκοσλαβικό Εμφύλιο), του οποίου οι πληγές παρέμεναν ανοιχτές και ενώ οι λογαριασμοί του δεν είχαν πλήρως «τακτοποιηθεί» μέσα στο συλλογικό υποσυνείδητο.

Στο επόμενο βήμα της με το «Μεμοράντουμ» του Βάτσλαβ Χάβελ, απέδειξε την κραταιά πεποίθησή της να αντλεί στοχασμό μέσα από την κινστέρνα του πολιτικού θεάτρου, αναμετρούμενη με ένα κείμενο γραμμένο από μια απαιτητική, όσο και εξόχως διεισδυτική, πένα. Παραδόξως, με αυτό το εγχείρημά της, που δεν διέθετε την αισθαντικότητα της «Λέξης πρόοδος…» και αποκρυσταλλώθηκε περισσότερο ως άσκηση στυλιζαρισμένης ερμηνείας, γκροτέσκου και εφαρμογής θεατρικών τεχνικών, η κριτική ένιωσε πιο σίγουρη για τις προθέσεις και την τόλμη της απέναντι στους βαθμούς δυσκολίας που υπαγορεύουν τα πολιτικά έργα, γεγονός που επέτρεψε στην παράσταση να κερδίσει υποψηφιότητες στα Θεατρικά Βραβεία της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών, καθώς επίσης και μια διάκριση.

Φέτος, η Αικατερίνη Παπαγεωργίου στράφηκε σε μια πρωτότυπη δημιουργία, διά χειρός Κωνσταντίνου Μαυρόπουλου και Βίβιαν Στεργίου, που περιστρέφεται γύρω από πέντε (5) θεματικές: Σεξ – Βία – Εξουσία  – Πίστη  – Αγάπη. Το αποτέλεσμα (μια σεκάνς σκηνικών επεισοδίων που, ενώ διεκδικούν μια αυτοτέλεια, με τρόπο ευρηματικό και παιγνιώδη, εντέλει, διασταυρώνονται μεταξύ τους) ενέχει την ίδια προσοχή της καλλιτέχνιδας απέναντι σε ζητήματα που στον πυρήνα τους παραμένουν πολιτικά. Από την πανοραμική οπτική γωνία των συγγραφέων και της σκηνοθέτριας αφενός διακρίνουμε μια τυπολογική καταγραφή ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων αφετέρου βλέπουμε να παρελαύνουν ψηφίδες της καθημερινότητας: συμπεριφορικές κακοδαιμονίες στην εποχή της αχαλίνωτης επικοινωνίας και της εικονικής πραγματικότητας, προβλήματα αυτοπραγμάτωσης, συμπερίληψης, δημοκρατικότητας των μέσων κ.λπ.

Ωστόσο, αφήνεται έκθετη η αίσθηση ότι ένας αρχικός σχεδιασμός θα αφορούσε ένα είδος σκηνικού κοντραπούτο:  μια ευφρόσυνη εκκίνηση που, σταδιακά, θα αφομοιωνόταν από μια σκοτεινότερη και εγκάρσια τροχιά προς μια διαλυτική δραματικότητα. Πιθανότατα, ο υπερχειλίζων ερμηνευτικός οίστρος της ομάδας, που προδίδει, ενίοτε, και μια αύρα devised theatre, να διόγκωσε υπέρμετρα το πρώτο μέρος της ιλαρής διάθεσης, σε βαθμό που το ακολουθούμενο, εκ διαμέτρου αντίθετο, ψυχολογικό τοπίο να φαντάζει αθεμελίωτο και σπασμωδικό. Η σκηνοθέτρια αντιμετώπισε το αγεφύρωτο των δύο στοιχείων μέσω μιας δεύτερης διόγκωσης, εκείνης του σκηνικού χρόνου, προκειμένου να προετοιμάσει βραδυφλεγώς τη μεταστροφή του κλίματος. Και, βεβαίως, δεν ελήφθη υπόψη ότι το ιδανικότερο μείγμα είναι το κωμικό και το δραματικό να συνυπάρχουν και να συνυφαίνονται έντεχνα παρά να προηγείται το ένα του άλλου, έχοντας ανάμεσά τους μια αδρή διαχωριστική γραμμή. Ως εκ τούτου, η πρόθεση να φωτιστούν οι θεματικές ως πολιτικά προβλήματα μετατράπηκε σε μια σχολιαστική, περιγραφική συνθήκη.

Αλλά ακόμα και αυτός να ήταν ο τελικός προορισμός το αποτέλεσμα, με κάποιον τρόπο, δικαιώνεται. Υπάρχουν εξαιρετικές ερμηνείες, παρατηρητικές, βγαλμένες  μέσα από τους χυμούς της πραγματικής ζωής. Ξεχωρίζουμε την παρουσία του Αλέξανδρου Βάρθη και της Ελίζας Σκολίδη για τις πολύ λεπτουργικές  και ανάγλυφες προσεγγίσεις τους στους τύπους που αναπαριστούν, ενώ και οι υπόλοιποι/ες της ομάδας (Νίκος Γιαλελής, Τάσος Λέκκας, Αλεξάνδρα Μαρτίνη και Φάνης Μιλλεούνης) δεν υπολείπονται σε διαθεσιμότητα, ενέργεια και φαντασία, στοιχεία ικανά να καταστήσουν τη σκηνή του θεάτρου Μπέλλος σε ένα ενθουσιώδες και γνήσια θεατρικό βήμα.

Διαβάστε επίσης:

«Απόψε κανείς δεν πεθαίνει», σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου στο θέατρο Μπέλλος