«Η χτυπημένη και οι άλλες ιστορίες με φαντάσματα» είναι η συνέχεια της πρώτης ανθολογίας με τίτλος «Ο άλιωτος, ένας ύμνος στην ελληνική λογοτεχνία τρόμου»
Με οδηγό την πρώτη ανθολογία του άλιωτου, όπου παρουσιάστηκαν και συστήθηκαν στο ελληνικό κοινό οι ελληνικές ιστορίες τρόμου, ήγγικεν η ώρα για την συνέχεια με άλλες δεκατρείς ιστορίες τρόμου εμπνευσμένες από γνωστές και άγνωστες μορφές της ελληνικής λογοτεχνικής σκηνής. Ονόματα ηχηρά και πασίγνωστα όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας πλαισιώνονται από μορφές όχι τόσο γνωστές στο ευρύ κοινό, όπως είναι ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος, ο Αλέξανδρος Πολυχρονάκης, ο Μπάμπης Αννίνος. Η ελληνική λογοτεχνία δείχνει το μεγαλείο της, την πολυποικιλότητά της, την πολυδιάστατη πλευρά της και η ελληνική γλώσσα, την παγκόσμια μέρα της οποίας γιορτάσαμε πριν λίγες μέρες, αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα τη διαχρονικότητα και την εξαίρετη αίγλη της. Ο Γιώργος Θάνος, στον οποίο οφείλουμε να απονείμουμε τα εύσημα τόσο για την πρώτη όσο και για αυτή την ανθολογία και ο οποίος έχει αναλάβει με τόση επιτυχία την επιλογή των κειμένων, την εισαγωγή και το επίμετρο γράφει τα εξής: «Τα φαντάσματα στάθηκαν ανάμεσα στα προσφιλή θέματα για τους πεζογράφους της περιόδου των οποίων τα διηγήματα φλέρταραν με αυτό που σήμερα ονομάζουμε «λογοτεχνία τρόμου».
Αλλόκοτες ιστορίες ανθρώπων που αναζητούν απαντήσεις στις μεταφυσικές τους αγωνίες
Οι περισσότερες από αυτές τις απόκοσμες ιστορίες αντλούν την έμπνευσή τους και την ύπαρξή τους από μεταφυσικά γεγονότα που δύσκολα ερμηνεύονται και οι άνθρωποι προσπαθούν να εξηγήσουν με τις λίγες γνώσεις τους φαινόμενα και γεγονότα εντελώς ανεξήγητα αλλά και επικίνδυνα για το ευρύ κοινό. Είναι η δυσκολία να ερμηνεύσουν με ορθόδοξο και λογικό τρόπο τα συμβάντα και αυτό τους οδηγεί στην ερμηνεία χρησιμοποιώντας παραδοξολογίες και μεταφυσικές εξηγήσεις ενώ επιστρατεύουν το θείο για να διώξουν μακριά το κακό που τους συμβαίνει. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες είναι πραγματικά ανατριχιαστικές και δίνουν το στίγμα του τρόμου του θανάτου, ένας θάνατος που πολλές φορές έρχεται απότομα και τρομάζει. Οι άνθρωποι εξάλλου διακατέχονται από έντονες ψυχικές αγωνίες και από πάμπολλα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον που παραμένει νεφελώδες. Έτσι, βιώνουν ένα ισχυρό σοκ και έναν πανικό από αυτήν την απότομη μετάβαση, δηλαδή από την θρησκεία και τις προκαταλήψεις στην επιστήμη και την νέα πραγματικότητα.
Στην ιστορία με τίτλο Κουκκίτσα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, η πρωταγωνίστρια Κουκκίτσα είναι παντού, περπατάει και περιδιαβαίνει μέσα στο σπίτι και βρίσκεται ανάμεσα σε όλους. Το πνεύμα της είναι παρόν και σε αυτό εστιάζει ο συγγραφέας καθώς ο κόσμος των ζωντανών έρχεται σε επαφή με τον κόσμο των νεκρών, οι νεκροί δεν έφυγαν ποτέ από αυτόν τον κόσμο και πάντα εμφανίζονται ενώπιον των ζωντανών σαν οπτασίες ή με κάθε μορφή και όπως εκείνοι αποφασίσουν. Η ιστορία αυτή αποδεικνύει πως νιώθουμε τους ανθρώπους κοντά μας ακόμα και όταν φεύγουν, τους βλέπουμε ολοζώντανους στον ύπνο μας ή ακόμα και στον ξύπνιο μας και δεν μας εγκαταλείπουν ειδικά μάλιστα όταν τους επικαλούμαστε και τους σκεφτόμαστε έντονα. Το ίδιο θα συμβεί και στην ιστορία με τίτλο Το φάντασμα του εκπληκτικού λογοτέχνη Μένου Φιλήντα. «Ήταν Απρίλης θυμούμαι τότε – ίσια ίσια πέντε χρόνια πάνε. Ως εκατό νομάτοι βεβαιώνανε πως το ‘δανε με τα μάτια τους το φάντασμα, εκεί κάτου στο ποτάμι, ένα τέταρτο της ώρας, όξω απ’ το χωριό, ασπροφορεμένο αψηλό αψηλό · τριγύριζε το ποτάμι και σκλήριζε, σαν κάποιος να το βασάνιζε, και μες στις σκληρίδες του εκείνες ξεχωρίζανε τα λόγια – Αντριά! Αντριά!».
Μια άλλη έκφανση είναι εκείνη της ιστορίας του Αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Καβάφη και εκείνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τίτλο Ο πεθαμένος όπου μια μορφή όμοια με εκείνη του Οξαποδώ του Γκυ ντε Μωπασσάν περιφέρεται μέσα στην πόλη και τα σοκάκια, είναι πανταχού παρούσα και ακολουθεί τον πρωταγωνιστή, όπου και αν εκείνος βρίσκεται. Πρόκειται για μια μορφή ξένη, άγνωστη και μεταφυσική, δεν είναι πια ο ζωντανός νεκρός αλλά μια ανεξήγητη και δυσερμήνευτη μορφή την οποία προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει, δίχως βέβαια επιτυχία. Έχουμε εδώ να κάνουμε με κάτι μυστηριώδες και αινιγματικό, το οποίο είναι ίσως παραίσθηση αλλά ίσως και κάτι ερχόμενο από το επέκεινα, ένα σημάδι ή ένα έργο σε εξέλιξη ανάμεσα στον άνθρωπο και τις ανάγκες του να μιλήσει με το άγνωστο. Σε αυτή την περίπτωση, περισσότερο από τις άλλες, υπεισέρχεται το στοιχείο του τρόμου καθώς όπως γράφει ο ίδιος «το φάντασμα δεν εσήκωνε το βλέμμα από επάνω μου. Τότε με εκυρίευσεν ο τρόμος μη τύχει και σηκωθεί και με πλησιάσει, μη τύχει και με ομιλήσει, μη τύχει και με πάρει μαζί του, και κατ’ αυτού ποία δύναμις ανθρωπίνη θα ηδύνατο να με βοηθήσει! Ερρίφθην εις μίαν άμαξαν, και έδωκα εις τον αμαξηλάτην μίαν μακρυνήν διεύθυνσιν, δεν ενθυμούμαι πού».
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η ελληνική λογοτεχνία καταδεικνύει και αναδεικνύει τις ιστορίες από την ελληνική ύπαιθρο προσδίδοντας μια εντοπιότητα, ιδιώματα των περιοχών αυτών, ήθη και έθιμα ενώ η ντοπιολαλιά μας θυμίζει τον πλούτο των εικόνων που προέρχονται από τις παραδόσεις των τόπων καθώς και τον πλούτο των λέξεων, καθώς λεξιπλάστες είναι οι όλοι οι συγγραφείς με την ποιητικότητα και τη λυρικότητα στον λόγο που τους χαρακτηρίζει. Οι συγγραφείς αυτοί, με το πνεύμα και την ευαισθησία της τότε εποχής, μιας εποχής πιο αυθεντικής, πιο ρομαντικής, πιο πηγαίας, προσφέρουν την συνέχεια μιας παράδοσης που ξεκίνησε ουσιαστικά μέσα από αρχαίες παραδόσεις αλλά και λαϊκές δοξασίες και μετατρέπουν σε λόγο κάθε είδους εικόνες μέσα από δικές τους εμπειρίες ή και περιηγήσεις, ο καθένας από τον τόπο του και με τον τρόπο του. Αυτό που προκύπτει από τις αφηγήσεις είναι πως αυτές επικεντρώνονται αρκετά στο θέμα της διαφοροποίησης της δυτικότροπης λογοτεχνικής αφήγησης και σε εκείνη των Ελλήνων, οι οποίοι στέκονται περισσότερο σε κάτι πιο ανθρωποκεντρικό, εστιασμένο στο θέμα των οικείων προσώπων, άρα πιο κοντά στον θεσμό της οικογένειας, η τελευταία άλλωστε είναι και από τους πυλώνες της ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Γιώργο Θάνο «…δεν είναι υπερβολή να θεωρήσουμε, τηρουμένων των αναλογιών, τη «Χτυπημένη» ως μια ελληνική χριστουγεννιάτικη ιστορία φαντασμάτων, στα πρότυπα των αντίστοιχων ιστοριών της βικτοριανής εποχής». Ευχόμαστε τέλος όλοι και ο καθένας ξεχωριστά να υπάρχει και συνέχεια με μία τρίτη γιατί όχι και τέταρτη συλλογή ώστε να διανθιστεί και η σχετική ελληνική βιβλιογραφία, να μείνει ζωντανό το κερί των ελληνικών ιστοριών που τόσο πολύ αγαπήσαμε μέσα από αυτές τις ανθολογίες.
Αποσπάσματα από το βιβλίο «H χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα. Μια ακόμα ελληνική ανθολογία τρόμου»
«Και τώρα δε ακόμα καμμίαν φοράν όταν νυκτώνομαι εις τίποτε άγριον μέρος, και οι βράχοι γύρω μου ενδύονται εις τα σιωπηλάς των σκιάς, αισθάνομαι κάτι ωσάν ρίγος εις το σώμα μου και νομίζω ότι επαναβλέπω το φοβερόν όραμα της νυκτός της πορείας, και ότι θα αντηχήσει το σκότος γύρω το πένθιμον βογγητόν των αλύτρωτων εφήβων, τους οποίους κρατεί χωρίς ανάπαυσιν η κατάρα των Σφακιών», Από την ιστορία Η κατάρα των Σφακιών, Άγγελος Τανάγρας
«Είχε τρομάξει όμως κι αυτή · γιατί μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της. Σα να κατάλαβε ο αφέντης πως τρομάξαμε, γιατί αντί να ‘ρθει στην κάμαρα που ήμαστε, αλλαξοστράτησε και πήγε στην άλλη καμαρίτσα, που την είχε για κρεβατοκάμαρά του, όταν ζούσε», Από την ιστορία Το φάντασμά του, Άγγελος Κοσμής
Διαβάστε επίσης:
H χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα: Ανθολογία με 13 διηγήματα