Τα έργα καλύπτουν την περίοδο 2015-2025 και συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα, στο οποίο η ζωγραφική συνδιαλέγεται στενά με τη χειροποίητη κατασκευή. Στις συνθέσεις αυτές συνυπάρχουν στοιχεία φυσικά και τεχνητά, το γήινο με το ανθρώπινο, το λίθινο με το πλαστικό. Η φωτορεαλιστική ακρίβεια συμπλέκεται με έναν υπερρεαλιστικό τρόπο θέασης, διαμορφώνοντας τοπία ονειρικής έντασης.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εικονογραφία διατηρεί το παιχνίδι και η σημασία του για τη γενιά του Καβαλλιεράτου, για όσες και όσους μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου η εμπειρία της στέρησης και της καταστροφής παρέμενε παρούσα. Ο αυτοσχεδιασμός, η κατασκευή παιχνιδιών από φτωχά και άχρηστα υλικά, η επινοητικότητα και η φαντασία συγκροτούν θεμελιώδη στοιχεία αυτής της εμπειρίας. Η επανάχρηση αποκτά έτσι δημιουργικό χαρακτήρα. Όπως και στα πρώιμα έργα του, ο καλλιτέχνης εμψυχώνει το άψυχο αντικείμενο, του προσδίδει κίνηση και πνοή, μεταφέροντας στη ζωγραφική του μια χειρονομία που αντλεί από τα πρώιμα χρόνια της ζωής.

Στα έργα με τα στρατιωτάκια, οι μορφές έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση, με φόντο ειδυλλιακούς ουρανούς και ηλιοβασιλέματα. Οι πέτρες της Σίφνου παρουσιάζονται άλλοτε μεμονωμένες, σχεδόν ως πορτρέτα –σαν ο ζωγράφος να διερευνά τη φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα καθεμιάς– και άλλοτε ως ομάδες ή «οικογένειες», με διαφορετικές διαθέσεις και ρόλους. Σε άλλη κατεύθυνση, τα πουλιά εμφανίζονται σε ταράτσες πολυκατοικιών, βασισμένες σε φωτογραφίες του ίδιου του καλλιτέχνη, ανάμεσα σε ηλιακούς θερμοσίφωνες και κεραίες τηλεόρασης, εγγράφοντας αυτή την εικονογραφία στο ιδιότυπα σουρεαλιστικό αστικό τοπίο της Αθήνας.

Μια άλλη σειρά έργων περιλαμβάνει τοτεμικές, αινιγματικές δομές που λειτουργούν ως αυτόνομες παρουσίες μέσα στο τοπίο και ενίοτε συνυπάρχουν με τα πουλιά και τα στρατιωτάκια. Οι δομές αυτές οργανώνονται κατακόρυφα, συχνά σε σειρές ή ομάδες, αποκτώντας μνημειακή υπόσταση και παραπέμποντας σε αρχιτεκτονικούς όγκους. Στην αυστηρότητα και την επαναληπτικότητά τους μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια μακρινή συγγένεια με τις «ατελείωτες στήλες» του Constantin Brancusi. Παράλληλα, η εικαστική τους λογική συνομιλεί με τη ζωγραφική του René Magritte, όπου τα αντικείμενα αποσπώνται από τη λειτουργική τους χρήση και εμφανίζονται ως φορείς εννοιολογικής παρουσίας μέσα στον χώρο. Τοποθετημένες σε ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους της Σίφνου και σε ανοιχτές εκτάσεις του νησιού, οι δομές αυτές λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς μέσα σε ένα τοπίο από το οποίο απουσιάζει ο άνθρωπος.

Το σύνολο αυτής της εικονογραφίας διαπερνάται από μια ήπια μελαγχολία. Στη ζωγραφική του Τάκη Καβαλλιεράτου, η μελαγχολία αυτή μετατρέπεται σε έναν προσωπικό τρόπο παρατήρησης του κόσμου, μέσα από τον οποίο το παιχνίδι, η υλικότητα των αντικειμένων και το τοπίο συνυπάρχουν σε μια κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας, στον απόηχο ενός ανακτημένου χρόνου.

 Τάκης Καβαλλιεράτος – Πληροφορίες για τον εικαστικό

Ο Τάκης Καβαλλιεράτος γεννήθηκε το 1940 στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1960–1964) με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη και σκηνογραφία-διακοσμητική με τον Βασίλη Βασιλειάδη. Από το 1969, σε συνεργασία με τη σύζυγό του, τη γλύπτρια Στέλλα Καβαλλιεράτου, στράφηκε συστηματικά στο κόσμημα-αντικείμενο και στις κατασκευές. Το κοινό τους έργο αντλεί αναφορές από τον φυσικό κόσμο, με έμφαση στη θαλάσσια εμπειρία, τη χλωρίδα και την εντομολογία, και πραγματώνεται σε μοναδικά ή περιορισμένου αριθμού χειροποίητα έργα, μέσα από τη συνειδητή χρήση μετάλλων και οργανικών υλικών. Έχουν παρουσιάσει το έργο τους σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και διεθνώς, σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Μιλάνο, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Γενεύη, η Ζυρίχη και η Νέα Υόρκη, καθώς και σε διεθνείς εκθέσεις κοσμήματος στο Τάξκο, τη Βασιλεία και τη Μπολόνια. Το 2007 το Μουσείο Μπενάκη (Κτίριο οδού Πειραιώς), σε συνεργασία με την γκαλερί Bernier/Eliades, διοργάνωσε αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στα κοσμήματα και τα αντικείμενα τέχνης τους. Παράλληλα, η ζωγραφική του Καβαλλιεράτου συγκροτείται ως αυτόνομη πρακτική, βασισμένη σε συσσωρεύσεις αντικειμένων, με συνδυασμούς τοπίου, νεκρής φύσης και ανθρωπομορφικών ασαμπλάζ. Το 2015 παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση ζωγραφικής, με τίτλο «Ατάκτως Ερριμμένα», στην Γκαλερί Σκουφά. Η έκθεση «Πέτρες και στρατιωτάκια», στον χώρο τέχνης ENOIKOS, αποτελεί τη δεύτερη ατομική του παρουσία στη ζωγραφική. Ζει και εργάζεται στη Σίφνο.