Το βάδισμα της εικόνας

No story is like a wheeled vehicle whose contact with the road is continuous. Stories walk, like animals and men. And their steps are not only between narrated events but between each sentence, sometimes each word. Every step is a stride over something not said. -John Berger 1982

Τα αινιγματικά οπτικά μοτίβα της Σοφίας Ρόουζ Κοσμίδου αναδύονται σχεδόν πάντοτε μέσα από ένα πλέγμα. Όχι τυχαίο πλέγμα: ένα σύστημα από οριζόντιες και κάθετες γραμμές, οι οποίες καθώς τέμνονται μεταξύ τους, σχηματίζουν στον καμβά και στο χαρτί ένα είδος καννάβου. Η ιδέα του πλέγματος, παρότι δύναται να διευκολύνει την τοποθέτηση και κλιμάκωση των σχεδίων, προσφέρθηκε στην μοντέρνα τέχνη για να προκαλέσει ανατρεπτικά τα καθιερωμένα: ας θυμηθούμε την ιστορικό τέχνης Rosalind Krauss στο περίφημο The Originality of the Avant-Garde and Other Modernist Myths (1985), όταν υποστήριξε ότι το πλέγμα, νομιμοποιώντας τη σιωπή της εικόνας και την αυτοαναφορικότητα του καλλιτέχνη, προκαλεί ουσιαστικά την εικαστική ιεραρχία, καθώς εναντιώνεται με κάθε δυνατό τρόπο στην ιδέα του αφηγήματος. Με άλλα λόγια, το σύστημα αυτό προσκαλεί το θεατή να σκεφτεί πάνω σε θέματα παραστατικότητας και αφαίρεσης, προκειμένου να διακρίνει τα όρια μεταξύ μίας τέχνης αφηγηματικής και μίας τέχνης αντιαφηγηματικής.

Η Κοσμίδου, αφήνοντας την αυτοβιογραφία στην άκρη, αλλά χωρίς να εγκαταλείπει την έντονη αυτοαναφορικότητά της, χρησιμοποιεί ανατρεπτικά το πλέγμα για να επενδύσει σε μία νέα πίστη για την παραστατική ζωγραφική. Στο έργο της κάθε τετράγωνο του καννάβου δίνει την αίσθηση ενός παραθύρου μέσα από το οποίο μικρές ιστορίες ξεπροβάλλουν. Και όπως συμβαίνει στις περισσότερες ιστορίες, ο χώρος, ο χρόνος, οι χαρακτήρες και τα αντικείμενα, παραπέμποντας σε μία πληθώρα σύνθετων μηνυμάτων, δύναται να αντιπροσωπεύσουν μεγαλύτερες ιδέες που περιμένουν αναγνώριση. Τις ιδέες αυτές βλέπουμε να αναδύονται μέσα από ένα σύνθετο οπτικό λεξικό, που αντλεί την ύπαρξή του από μία πλούσια πηγή γνώσης. Η Κοσμίδου, εμπνεόμενη τόσο από την αναγεννησιακή όσο και τη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη, διαπραγματεύεται σε οπτικό επίπεδο ζητήματα που αναπτύσσει η βυζαντινή γραμματεία γύρω από την αθανασία της ψυχής και την ηθική της τελείωση. Αυτές οι σύνθετες και συχνά ετερόκλητες μεταξύ τους οπτικές αφετηρίες προσφέρονται ως σημεία αναφοράς μέσα από τα οποία η καλλιτέχνις καταφέρνει να αναζωογονήσει την παραστατική τέχνη, αποδεσμεύοντάς την από τα δεσμά του αφηγήματος.

Απέναντι σε αυτό το νέο σύνολο έργων καλούμαστε να αντιληφθούμε την εικαστική παράσταση ως μία ανοιχτή αλληγορία – άλλοτε μικρότερη και άλλοτε μεγαλύτερη – που βρίσκεται in process, ακόμη και όταν το πλέγμα υπαινίσσεται ή εγκαταλείπεται ως πρακτική. Σε αντίθεση με το προηγούμενο διάστημα, που η καλλιτέχνης επικεντρώθηκε στο οικιακό και ιδιωτικό περιβάλλον με τα μέλη μίας οικογένειας να αλληλοεπιδρούν με ζώα, αντικείμενα και θρησκευτικά σύμβολα, τώρα ετερόκλητα όντα – πάπιες, κύκνοι, λαγοί, ψάρια της αβύσσου, βάτραχοι, ζέβρες, αρνιά, γάτες – κατοικούν μόνα τους σε καμβά και χαρτί και καθώς διαπλέκονται μεταξύ τους, μας προσκαλούν σε έναν άλλοτε υπόγειο, άλλοτε επίγειο και άλλοτε υπέργειο κόσμο. Τώρα πια, ζώα, σύμβολα, ανθρώπινα κατάλοιπα διαπλέκονται συχνά με κειμενικό λόγο, τόσο αναλυτικό όσο και ελλειπτικό, μορφοποιώντας αυτόν τον αινιγματικό κόσμο που απευθύνεται στον άνθρωπο, τώρα περισσότερο παρά ποτέ. Εδώ, η αλληγορία δεν φαίνεται να χρησιμεύει ως καμουφλάζ μηνυμάτων και ιδεών, αλλά αντίθετα ως τρόπος έκφρασης, όταν η πρωτότυπη για εμάς φιγούρα διαλύεται και δεν έχει να μείνει στην επιφάνεια τίποτα άλλο παρά μία μετενέργεια της ίδιας μας της μνήμης. Έχω την αίσθηση ότι η τίγρη που επιστρέφει, επιμένοντας να καταλαμβάνει το καλλιτεχνικό μέσο, θα πρέπει τώρα πια να κατανοηθεί ως εκείνη η φιγούρα-κλειδί που δίνει μορφή στην έκφραση αυτή. Σαν το ζώο, ακροβατώντας μεταξύ ενός υδάτινου, στερεού και ουράνιου κόσμου, τόσο απόκοσμου όσο και εγκόσμιου, να απηχεί εκείνο που ο φιλόσοφος και θεωρητικός Brian Massumi περιγράφει ως «τιγρότητα»: το να δίνεις δηλαδή ζωή σε μία τίγρη, είναι σαν να δίνεις ζωή στις δυνατότητες της μορφής της. Μόνο και μόνο κοιτάζοντας το ζώο, εμείς ως θεατές, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία ζωτική μορφή, ικανή να μας οδηγήσει σε διάφορες κατευθύνσεις. Ίσως, υπό αυτό το πρίσμα, η λευκή τίγρη που ακροβατεί πάνω στην κουπαστή, υπό τον παιχνιδιάρικο τίτλο Acrobat θα μπορούσε να ιδωθεί, όπως εκείνο το ον που εκτείνει τον δυναμισμό του προς ανεξερεύνητους ακόμη τόπους, μέχρι να συναντήσει άλλες τίγρεις να πατούν πάνω σε πλέγματα, μέχρι να μας οδηγήσει στις ψυχρές θαλάσσιες ζώνες, όπου ψάρια της αβύσσου κολυμπούν μεταξύ τεράστιων και στατικών ναυαγίων, καθώς και μέχρι εκείνες τις κοσμικές ζώνες, όπου κουνέλια ίπτανται κάτω από ένα μαύρο ενδιάμεσο επίπεδο, προτού ανέλθουν στους ουρανούς. Το βάδισμα στην κουπαστή, σαν μία μακρά γραμμή που εκτείνεται στον χωρόχρονο μας οδηγεί σε σκοτεινούς τόπους, όπου κύκνοι κολυμπούν στα αδιάφανα νερά της λίμνης, αλλά και σε εκείνους τους φωτεινότερους τόπους, όπου νεογέννητα παπάκια και σκαντζόχοιροι συνθέτουν νεκρές φύσεις, καταλαμβάνοντας τους ιδιωτικούς μας χώρους. Δεν θέλω να υπονοήσω ότι κάθε έργο αποτελεί κομμάτι ενός παζλ που πρέπει να ενώσουμε για να συνθέσουμε ένα ενιαίο σύνολο. Όμως, απέναντι στις αινιγματικές εικόνες που προκύπτουν, αναπόφευκτα επιστρέφουμε στο θέμα της αλληγορίας και αναρωτιόμαστε κατά πόσο μπορεί να υπάρξει για την Κοσμίδου ένα ευρύτερο μήνυμα για να αποκαλύψει ή μία ιστορία για να αφηγηθεί. Προσεγγίζοντας το κομβικό αυτό ερώτημα, νομίζω ότι αυτή την σειρά έργων θα πρέπει να εντάξουμε μέσα σε μία ευρύτερη λογική, που φαίνεται να συνδέεται πια με την ιδέα του βαδίσματος της τίγρης, όπως μορφοποιείται σε καμβά και χαρτί. Ας φανταστούμε την εικόνα του όντος που προχωρά αργά και μεθοδικά στο χώρο και το χρόνο, όπως ενσαρκώνει πια το «τυχαίο», που καθώς η ίδια η καλλιτέχνις έχει παραδεχτεί, «χαράσσει» τις δικές του «προθέσεις» στο καλλιτεχνικό μέσο. Υπό το φως αυτής της διαδρομής, οι εικόνες της Κοσμίδου στέλνουν το μήνυμα της έκφρασης ως δυνατότητας που αλλάζει κάθε φορά που ένα μήνυμα οδηγεί σε ένα άλλο, κάθε φορά που μία ιδέα γεννά μία άλλη. Και τι πιο χαρμόσυνο από το μήνυμα της δυνατότητας για έναν κόσμο τόσο συνειδητό όσο και ασυνείδητο, τόσο πραγματικό όσο και ονειρικό.

-Σοφία Βερυκίου
Master of Arts στην Ιστορία της Τέχνης,
University College London

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Γιώργος Τζάνερης
Επιμέλεια έκθεσης: Σοφία Βερυκίου

Σοφία-Ρόουζ Κοσμίδου – Βιογραφικό

Η Σοφία-Ρόουζ Κοσμίδου, ελληνοϊρλανδικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Το 2006 oλοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο σπουδών της στη Φιλολογία, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Βυζαντινή Φιλοσοφία και Φιλολογία τις οποίες ολοκλήρωσε με υποτροφία Ειδικών Κονδυλίων Έρευνας. Το έτος 2013 εισήχθη στο εικαστικό τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Μαθήτευσε στο Στ’ εργαστήριο ζωγραφικής με καθηγητή τον κύριο Γιώργο Καζάζη και το 2019 ολοκλήρωσε τις σπουδές της με Άριστα. Ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια έχει λάβει μέρος σε πλήθος ομαδικών εικαστικών εκθέσεων σε γκαλερί και μουσεία της Ελλάδας. Σήμερα εργάζεται στο ιδιωτικό της ατελιέ στην Αθήνα και παραδίδει μαθήματα εικαστικών σε παιδιά και ενήλικες.

Διακρίσεις – Βραβεία:

  • 2021: Τιμητικός έπαινος από το Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη
  • 2018: Α΄ Βραβείο από την Εθνική – Ασφαλιστική στον διαγωνισμό τελειοφοίτων της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (30/12/2017, ΣΤΟΑΡΤ Κοραή)
  • 2008: Υποτροφία Ειδικών Κονδυλίων Έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ατομικές εκθέσεις:

  • 12/2-28/2/26: “My short allegories in process”, genesis gallery, καλλιτεχνική διεύθυνση Γιώργος Τζάνερης, επιμέλεια – κείμενo καταλόγου Σοφία Βερυκίου.
  • 16/9-16/10/21: “Όταν Εσύ έγινες Αρκούδος, οι Φόβοι μου έγιναν Τίγρεις”, genesis gallery, καλλιτεχνική διεύθυνση Γιώργος Τζάνερης, κείμενα καταλόγου Ίρις Κρητικού, Γιώργος Καζάζης.

Έχει επίσης συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις.

Κεντρική φωτογραφία θέματος: Tearing the Veil (λεπτομέρεια έργου), 90×90εκ, ακρυλικά σε καμβά, 2025