«Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση για το άρωμα των λουλουδιών…» – Νίκος Καρούζος, Διάλογοι

Βαθιά αποξενωμένος από την φυσική του υπόσταση, ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει μία σχάση εαυτού. Από τη μία μεριά φέρει την ανάμνηση της καταγωγικής του οικειότητας με το φυσικό του περιβάλλον, η οποία πλάθεται και εξιδανικεύεται στο μυαλό, ως μια νοητή ανάγκη για επιστροφή σε έναν πρότερο, αγνότερο τόπο και τρόπο διαβίωσης, και από την άλλη βάλλεται από μία επίπλαστη ακόμα πιο έντονη ανάγκη για όλο και περισσότερη απόδοση μέσα από την πλήρη αυτοματικοποίηση της λειτουργίας του σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον όπου όλα κινούνται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, σε ένα τεχνητά κατασκευασμένο τοπίο. Πώς έχουμε εγκλωβιστεί μέσα στις ασφυκτικές δομές μίας κοινωνίας που παράγει και καταναλώνει περισσότερη ύλη από ότι σκέψη; Πώς μπορούμε να διαρρήξουμε τα στεγανά μίας συμ-βίωσης σε ένα αντι-βιωτικό περιβάλλον; Πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως ο μεγάλος Συν- και Υπο-κινητής, ανοίγοντας παράθυρα σε έναν κόσμο όπου θα υπάρχει χρόνος να εξηγηθούν ποιητικά και να βιωθούν ουσιαστικά τα μυστήρια και τα θαύματα της ζωής;

14 σύγχρονοι καλλιτέχνες με εντοπιότητα στο νοητό περίγραμμα της Πελοποννήσου από το Ναύπλιο και το Άργος, στην Καλαμάτα και την Πάτρα οικειοποιούνται τον δημόσιο χώρο στον πεζόδρομο της Β. Κωνσταντίνου στο Ναύπλιο για να επιχειρήσουν μία αναπαράσταση της αλληλοεισχώρησης φυσικού και αστικού τοπίου, με διάμεσο μια τέχνη ανοιχτή, προσβάσιμη και σε διάλογο με όλους. Το ενδιαφέρον εντοπίζεται στη συγκινησιακή δυνατότητα της τέχνης να κατανοεί και να ερμηνεύει τις επιλογές του ανθρώπου που αφορούν τη δόμηση του κοινωνικού του χώρου αλλά και τα αδιέξοδα που δημιουργούνται όταν αυτές οι επιλογές είναι επιβεβλημένες από τις σύγχρονες συνθήκες μαζικοποίησης σε αντιδιαστολή με τη βαθιά, αρχέγονη ανάγκη του για αρμονική συνύπαρξη με το φυσικό περιβάλλον. Αναπόφευκτα, δύο θεματικές ενότητες μοιάζουν να δημιουργούνται από μόνες τους- η πόλη ως θραύσμα και η φύση ως ο συνδετικός ιστός που αναδημιουργείται διαρκώς για να επουλώνει τα τραύματα της αποκοπής.

Francesco Moretti, Σιγά μην κάτσω να σκάσω

Ο Δημήτρης Παπαχρήστος, με την εικαστική δράση/εγκατάσταση «Εκμαγεία Πόλης» εμπνέεται από το έργο του Γαλλικού Ρεαλισμού του 19ου αιώνα «Ο Σπορέας» του Jean Francois Millet, και «φυτεύει» την ιδέα της φυσικής διαδικασίας της ανακατασκευής της πόλης, μέσα σε ένα γύψινο εκμαγείο στο πάτωμα εν είδει αστικού λειμώνος. Αφού στερεοποιηθεί, το πλαίσιο θα σπάσει την επόμενη μέρα, για να στήσει ο καλλιτέχνης τα θραύσματα ως homage στην πόλη του παρελθόντος, αλλά και σαν δομικοί πλίνθοι για την ιδεατή πόλη του μέλλοντος.

Οι Νίκος Λαμπρινός και Νίκος Μαρίνης χρησιμοποιούν τα θραύσματα – «Fragments» ως μέρη του παζλ ενός τοπίου όπου η τέχνη παράγεται μέσα από αυτό, στα βήματα της Land Art. Ο θεατής περπατά το ανοιχτό πεδίο και σταδιακά μεταρσιώνεται ο ίδιος σε ένα κατακερματισμένο τοπίο, αντικρίζοντας την αντανάκλαση του μέσα σε λιμνούλες που δημιουργούνται από ρηχές μεταλλικές κατασκευές, σε μία πολλαπλή εκδοχή του εαυτού του, αναζητώντας την επανασύνδεση του με τη γη.

Τα θραυσματικά απομεινάρια της υποβλητικής αρχιτεκτονικής του Ποτζιορεάλε της Σικέλίας που καταστράφηκε το 1968 από την αδυσώπητη σεισμική μανία της φύσης, στο νεο-ρεαλιστικό βίντεο «RUINA» του Kristian Ξυπολιά, παίρνουν τη μορφή μίας μελλοντικής μετα-αποκαλυπτικής ελεγειακής τοπιογραφίας, όπου λόγω της κλιματικής κρίσης όλη η περιοχή μετατράπηκε σε μία terra incognita, άδεια από ζωή μα γεμάτη μνήμες και ανείπωτες ενοχές ότι αυτή η καταστροφή θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν είχε κυριαρχήσει ο άνθρωπος επάνω στην απληστία του.

Σε ένα μελλοντικό αποκαλυπτικό τοπίο, όπου η πραγματικότητα φαντάζει γοητευτικά τοξική, νέα όντα κάνουν την εμφάνισή τους, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα ερείπια του σαθρού πολιτισμού μας. Γιγάντιες μεταλλικές κατσαρίδες αρχίζουν να διεκδικούν την αυτονομία τους ενώ προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο και τίμημα, μέσα από μια φιλοσοφία ζωής που υιοθετεί ως μότο το «Όχι θα κάτσω να σκάσω…». Ο πολιτογραφημένος Ναυπλιώτης γλύπτης Francesco Moretti, μέσα από μια Καφκική αλληγορία γύρω από την βιωσιμότητα αστικών μιαρών εντόμων σε αναξιοπρεπείς συνθήκες, διατυπώνει ένα ειρωνικό σχόλιο για τις βδελυρές συμπεριφορές που προσομοιάζουν τον χαρακτήρα των ζωυφίων με αυτό των ανθρώπων εκείνων που δύνανται να επιβιώσουν παντού εις βάρος των ξενιστών τους.

Ο Γιάννης Σκαλτσάς χρησιμοποιεί το πλαστικό ως δομικό υλικό, το οποίο ενώ προέρχεται από την οργανική ύλη του πετρελαίου, λειτουργεί ως μεταφορά για την τεχνητή αρχιτεκτονική του σύγχρονου άστεως και την ευκολία τόσο στην αλόγιστη χρήση, όσο και στην απόρριψή του. Πιστός στη γεωμετρικότητα του Cezanne, ο Σκαλτάς με το «Studies on Sol LeWitt» αποτίει φόρο τιμής στο μεγάλο μινιμαλιστή Sol LeWitt και στα αρθρωτά αναπτύγματα των ανοιχτών, μονίμως ατελείωτων Κύβων του- «Incomplete Open Cubes». Η Σειριακή τέχνη του LeWitt και η λιτή ωδή στον Μινιμαλισμό από τον Σκαλτσά συναντώνται στο ανάπτυγμα ενός μορίου ‘αστικού DNA’, ενός οπτικού δομικού φθόγγου, του οποίου την τελική εκφραστική του μορφή ολοκληρώνει η σκέψη.

Μνημειώδες και ευθυτενές είναι το «I am a Monument», των Ναυσικά Ξυπολιά/ Βαγγέλη Ζερβόπουλου. Ένα γλυπτό στο οικείο λευκό χρώμα, που όμως αποτελείται και αυτό από το ευτελές υλικό του πλαστικού, προσομοιάζει τη φορτισμένη από το βάρος της Ιστορίας, πυκνή έννοια του μνημείου και αυτό-νοηματοδοτείται ως μνημείο το ίδιο. Ο τίτλος είναι δάνειο από το βιβλίο ‘Learning from Las Vegas’ επάνω στις μεταμοντέρνες εκδοχές του μνημείου. Η πρόσληψη της Ιστορίας από γεγονότα που έχουν επιλεχθεί ως το κυρίαρχο αφήγημα και η αποτύπωση της μέσα από την τέχνη του δημόσιου χώρου, λειτουργεί σαν ένα οπτικό/αισθητικό υποστύλωμα μνήμης που οφείλει να είναι πάντα εκεί για να υπενθυμίζει κάποιες αδιαπραγμάτευτες αξίες και να παραδειγματίζει το θεατή. Αυτός ο περιρρέων μνημειακός διδακτισμός και η αισθητική του, εδώ μπαίνει σε μία διαλεκτική κριτικής αμφισβήτησης, όταν το υλικό χάνει τη στιβαρότητα και σταθερότητα μέσων όπως το μάρμαρο και ο σίδηρος, διατυπώνοντας ένα αιχμηρό σχόλιο για την αλόγιστη χρήση πλαστικού σε μία γη υπό κατάρρευση στην Ανθρωπόκαινο Εποχή.

Ναυσικά Ξυπολιά, Βαγγέλης Ζερβόπουλος, I am a Monument

Στην αισθητική της μνημειακής καθετότητας, η Βασιλική Σαγκιώτη μαγεύεται από ένα φυσικό μνημείο, ένα συγκεκριμένο δέντρο που φέρει πολλά φορτία μέσα στην ιστορία της τέχνης και του κύκλου ζωής του ανθρώπου. Από τα κυπαρίσσια στην είσοδο του «Νησιού των Νεκρών» του Arnold Böcklin στα δέντρα που περιδινούνται στα τοπία του Van Gogh, το κυπαρίσσι για την καλλιτέχνιδα αποτελεί σημείο αναφοράς της μνήμης, μία ευθυτενής ύπαρξη που ορίζει το τοπίο καθώς αποτελεί τη συνδετική μονοκονδυλιά μεταξύ χθόνιου και ουράνιου, μεταξύ πένθους και αιώνιου επέκεινα. Το «Κυπαρίσσι» της Βασιλικής Σαγκιώτη αποτελείται από φλοιούς κωνοφόρων, που η ίδια συνέλλεξε με προσήλωση φυσιοδίφη, και αποτελεί μία δραματική διαμαρτυρία για την κατακρεούργηση των δέντρων στις σύγχρονες πόλεις.

Βασιλική Σαγκιώτη, Δέντρο με Μνήμη

Οι «Ανάλαφρες πατούσες στο χρώμα του ουρανού» του Θανάση Καλαντζή ανήκουν στην ενότητα των έργων με κεντρικό πυρήνα την ευεργετική επίδραση της φύσης. Η φύση γίνεται το καταφύγιο όπως η αγκαλιά της μητέρας στο παιδί της, ενώ οι επίπεδες και σχεδιαστικά μίνιμαλ μορφές φέρνουν στο νου την αρχαϊκή τέχνη και τη ζωγραφική σε γεωμετρικά αγγεία και κυκλαδίτικα ειδώλια. Η μητέρα γη προσωποποιείται με τη μητρική αγκαλιά και το γλυπτό γίνεται μία συμπαγής κοιτίδα προστασίας, αγάπης και παιχνιδιού.

Δύο πάνελ από μέταλλο και γυαλί φωτίζονται από την ανατολή και δύση του ηλίου, αφήνοντας πολύχρωμα και διαφορετικά αποτυπώματα στο χώρο στην ανεπαίσθητη κίνηση. Το «Ηλιοστάσιο» από τη Μάγδα Μάρα μετράει το χρόνο μέσα από ην κίνηση των σκιών, των οποίων οι ιριδισμοί επιλέγονται για να θυμίζουν το χρώμα και την αέναη κίνηση της θάλασσας Ο κόσμος μοιάζει να πλάθεται από το φυσικό φως ενώ το τεχνητό φως της νύχτας ακινητοποιεί το χρόνο που χάνει τη χροιά του. Όλα για την καλλιτέχνιδα υπόκεινται στη διαρκή σμίλη του φωτός που αποκτά τον χαρακτήρα του εικαστικού δημιουργού, όταν ακόμα και η ίδια η ύπαρξη δομείται από τον χρωστήρα του.

«The Code» μας προτείνει να αποκρυπτογραφήσουμε ο Ventseslav Iotoff καθώς αναφέρεται στη δυνατότητα του ανθρώπου να γεμίσει το είναι του με αληθινή γνώση ή με άχρηστη πληροφορία. Το ανθρώπινο σώμα γίνεται ο δέκτης-ρέκτης ενός καταιγισμού από κονφετί, όταν το θρυμματισμένο χαρτί της εγγραφής της μνήμης γίνεται μνημειώδες έργο, πλάθοντας το εσωτερικό του σύγχρονου ανθρώπου.

Η Γιούλα και η Όλγα Παπαδοπούλου με το «Blossom», εμβυθίζονται στη γεμάτη εκπλήξεις χαρά της ανθοφορίας που επιμένει να συμβαίνει ακόμα και στα πιο αφιλόξενα μέρη και παράδοξες συνθήκες. Μια διαφορετική άνοιξη προσεγγίζεται μαγικά και φαντασιακά μέσα από μη αναμενόμενα στοιχεία. Η εντροπία της φύσης λειτουργεί απροσδόκητα και λυρικά καθώς διαφορετικά άνθη φύονται από τον ίδιο μίσχο και αψηφώντας τους νόμους της φυσικής και της βιολογίας, η τολμηρή ταξιανθία αυτονομείται με μία ποιητική πτήση προς τα άγνωστα και απάτητα ύψη της ψυχής. – Φαίη Τζανετουλάκου, Δρ. Ιστορίας της Τέχνης, μέλος Προεδρείου AICA Hellas.


Κεντρική φωτογραφία θέματος: Μάγδα Μάρα, Ηλιοστάσιο