«Σατιριστής ταγμένος στη στηλίτευση των αποκλίσεων από το ορθό, το δέον, αφοσιωμένος σε μια πολεμική που επιμένει να υπηρετεί τον άνθρωπο, να υποδεικνύει, να διορθώνει», γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα η Κατερίνα Σχινά σχολιάζοντας και αναλύοντας την μορφή του συγγραφέα που τίποτα δεν αφήνει ασχολίαστο, πόσο μάλλον όταν με την δημοσιογραφική του ιδιότητα ξεδιπλώνει το ταλέντο του να καταπιάνεται με αυτά που η επικαιρότητα του προσφέρει στο πιάτο, δηλαδή την δυνατότητα να σατιρίσει πρόσωπα και πράγματα. Δεν θα διστάσει λοιπόν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα με σκωπτική διάθεση και με έναν λόγο βαθιά πολιτικό να ασκήσει σφοδρή κριτική σε «ηγέτες» που αυτοαποκαλούνται σωτήρες των εθνών ενώ στην πραγματικότητα παρεκκλίνουν από τον ρόλο για τον οποίο οι ίδιοι τάχθηκαν δημοσίως, δηλαδή να υπηρετούν τους λαούς τους με γνώμονα το ήθος και το δίκαιο. Είναι γνωστό πως η εξουσία στα χέρια αδίστακτων φυσιογνωμιών όπως υπήρξαν ο Λεοπόλδος Β’ και ο Τσάρος Νικόλαος Β’ μπορεί να καταστεί πυρηνικό όπλο επικίνδυνο προς κάθε κατεύθυνση και με απρόβλεπτες συνέπειες. Σε ανθρώπους χωρίς μέτρο η δύναμη της εξουσίας ενέχει σοβαρούς κινδύνους αποσταθεροποίησης.

Ο Μαρκ Τουέιν, όπως και σε άλλα του σχετικά διηγήματα, τολμά να έρθει σε σύγκρουση με το κατεστημένο, να ορθώσει ανάστημα απέναντι σε όλους αυτούς που θεωρούν πως έχουν το ακαταλόγιστο να προβαίνουν σε πράξεις και δράσεις που θίγουν το κοινό αίσθημα αν και εκείνες οι εποχές δεν είχαν την τεχνολογική ανάπτυξη του σήμερα και έτσι τα νέα αργούσαν να φτάσουν από την μία άκρη της γης στην άλλη. Παρ’ όλα αυτά, οι εξόφθαλμα βίαιες όσο και απάνθρωπες ενέργειες τόσο του βασιλιά Λεοπόλδου Β’ του Βελγίου στο Κονγκό όσο και του Τσάρου Νικόλαου Β’ στην Ρωσία δεν μπορούσαν να μείνουν κρυφές από τον κόσμο που διάβαζε τις ειδήσεις στις εφημερίδες μιας και δεν υπήρχε άλλο μέσο ενημέρωσης. Ο Αμερικανός συγγραφέας ευαίσθητος σε τέτοια θέματα και άμεσα ενδιαφερόμενος καταγράφει με φλεγματικό ύφος επιστολές των τυράννων αυτών, μονολόγους όπου οι ίδιοι παραδέχονται τα εγκλήματά τους αλλά τα παρουσιάζουν σαν κάτι το προφανές, το φυσιολογικό, το επακόλουθο της «ανάρμοστης» συμπεριφοράς κάποιων αδικαιολογήτως εξεγερμένων, οι οποίοι σαφώς και δεν κατανοούν πως οι πράξεις αυτές, όποιες και αν είναι αυτές και δεν χρειάζονται επεξήγησης, γίνονται προς «όφελός» τους. Αναφέρει για παράδειγμα σε σχέση με τον Λεοπόλδο Β’, δια στόματός του ίδιου: «Τα λένε όλα: ότι εξοντώνω έναν λαό μοναχικών πλασμάτων, σβήνοντάς τους από τον χάρτη με κάθε μορφή δολοφονίας, προς χάριν της τσέπης μου και μόνο, και πως κάθε σελίνι που βγάζω κοστίζει έναν βιασμό, έναν ακρωτηριασμό ή μια ζωή». Είναι σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να κατακρίνει έναν λόγο εξουσιαστικό, αυταρχικό, επαρμένο και αφοριστικό από έναν άνθρωπο, ο οποίος απεκδύεται κάθε ενοχή και κάθε υπευθυνότητα ενώ έσφαξε χιλιάδες ανθρώπους στο όνομα του ευαγγελισμού του και του εκχριστιανισμού τους.

Ο Τουέιν και στην περίπτωση του Τσάρου Νικολάου Β’ της Ρωσίας, ο οποίος έπνιξε στο αίμα μια ειρηνική διαδήλωση στο όνομα της επιβολής της τάξης και της εγγύησης της ασφάλειας των πολιτών προσπαθεί να πολεμήσει με την πένα του και την γραφή του αυτούς που επιβουλεύονται σχέδια άλλα από αυτά για τα οποία έχουν οριστεί και οι οποίοι με προκλητικό τρόπο αυτοαναγορεύονται αναμάρτητοι, εκπρόσωποι του Θεού ή μιας υπέρτατης δύναμης ενώ παράλληλα κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους αγγίξει γιατί έχουν καταγωγή που τους καθιστά υπεράνω κάθε επίγειας διαδικασίας ή αρχής. Ο Τσάρος δηλώνει ευθαρσώς και χωρίς καμία αίσθηση καθήκοντος ή λογικής: «Δεν δικαιούμαι να το πω μεγαλόφωνα, αλλά γι’ αυτόν που το βλέπει από τα μέσα – όπως εγώ – είναι αστείο και, καταπώς φαίνεται, παράλογο. Η Οικογένειά μας είναι υπεράνω του νόμου ͘  δεν υπάρχει νόμος που μπορεί να μας αγγίξει, να μας περιορίσει, να προστατέψει τον λαό από εμάς. Ως εκ τούτου είμαστε παράνομοι. Οι παράνομοι, όμως, είναι ο κατάλληλος στόχος για τη σφαίρα του οπουδήποτε. Α! Τι θα γινόταν η Οικογένειά μας χωρίς τον ηθικολόγο της; Ανέκαθεν ήταν το στήριγμά μας, ο στυλοβάτης μας, ο φίλος μας – και σήμερα είναι ο μόνος μας φίλος». Είναι εκπληκτικά αποκαλυπτικό το γεγονός πως ο Τσάρος αρθρώνει έναν τέτοιο λόγο έτσι που ο Τουέιν ξεγυμνώνει την διάθεση θεοποίησης του ρόλου του στη Γη, σαν ένας Θεός που ήρθε να «σώσει» τον κόσμο και για αυτό για τίποτα δεν μπορεί να είναι υπόλογος. Είθε κάποτε οι τύραννοι να εκλείψουν και να αφανιστούν, αλλιώς πάντα θα υπάρχουν κριτές τους έτοιμοι να τους ξεμπροστιάσουν.

«Παράξενη εφεύρεση, ακατανόητη εφεύρεση – το ανθρώπινο γένος!».

«Πόσο φιλεύσπλαχνα είναι τα ενδύματα, πόσο ευεργετικά, πόσο κραταιά, πόσο ανεκτίμητα, πόσο πολύτιμα! Τα δικά μου είναι ικανά να μετατρέψουν ένα ανθρώπινο μηδενικό σε έναν ισχυρό που σκιάζει τη γη{…}»

Ο μονόλογος του Τσάρου

«Το να λένε μεγάλα λόγια είναι μια από τις ειδικότητές τους. Μαζεύονται στο στόμα τους, σιγά σιγά αφρίζουν, και πάνω που νομίζεις πως πρόκειται να εκραγούν – ξεφουρνίζουν ένα ποίημα! Θεέ μου, τι γένος είναι αυτό!».

«Οι συκοφάντες μου δεν παραλείπουν να υπογραμμίσουν ότι, εφόσον εγώ είμαι απόλυτος άρχοντας και με μία μου λέξη μπορώ να εμποδίσω να συμβεί στο Κονγκό οτιδήποτε έχει συμβεί εκεί με δική μου άδεια είναι δική μου πράξη, δική μου προσωπική πράξη {…}».

Ο μονόλογος του βασιλιά Λεοπόλδου


Διαβάστε επίσης: “Μικρά Διαχρονικά”: Νέα σειρά βιβλίων από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος