Το αριστουργηματικό φιλμ νουάρ του Μπίλι Ουάιλντερ «Το τελευταίο ατού», μια από τις κλασικότερες χολιγουντιανές ταινίες για τον απατηλό κόσμο των 

μίντια, θα προβάλλεται σε επανέκδοση από τις 30 Ιουνίου στους κινηματογράφους.

 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο Τσακ Τέιτουμ είναι ένας πολύ φιλόδοξος, εγωκεντρικός, ξύπνιος αλλά ξεπεσμένος ρεπόρτερ.  Πηγαίνει ένα ταξίδι στο Νέο Μεξικό, αφού έχει απολυθεί από 11 εφημερίδες για δυσφήμιση, μοιχεία και ποτό, ανάμεσα στα άλλα. Εκεί έχει βρει μια ασήμαντη δουλειά σε μια μικρή τοπική εφημερίδα.

 

 

Προσπαθεί να παραμείνει νηφάλιος και δουλεύει ήρεμα. Ενώ καλύπτει ένα ασήμαντο νέο πέφτει πάνω σε ένα δημοσιογραφικό λαβράκι: ένας άντρας, ο Λίο Μινόζα, έχει παγιδευτεί μέσα σε μια σπηλιά που κατέρρευσε. Πιστεύοντας ότι έχει βρει τη χρυσή ευκαιρία που θα τον ξαναφέρει στην επιφάνεια και θα του δώσει φήμη, εκμεταλλεύεται την είδηση και την κάνει πρώτο θέμα στις εφημερίδες.

 

 

Γύρω από τον άτυχο παγιδευμένο άντρα ενορχηστρώνεται ένα μεγάλο δημοσιογραφικό γεγονός, που εξελίσσεται σε ένα καρναβάλι των μίντια. Στην έρημη κοιλάδα έξω από τη σπηλιά, στήνονται υπαίθρια μαγαζιά που πουλάνε πρόχειρο φαγητό, λούνα παρκ, μπάντες που βγάζουν τραγούδια σχετικά με το θέμα, ενώ τα πούλμαν με τους τουρίστες διαδέχονται το ένα το άλλο… Όλοι θέλουν να βρεθούν σε αυτό το συμβάν που έχει λάβει τεράστια δημοσιότητα. Και όσο πιο μεγάλο γίνεται το γεγονός στις ειδήσεις, όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον απομακρύνεται από τον κύριο και αληθινό σκοπό της είδησης: τη διάσωση του εγκλωβισμένου άντρα…

 

Η ΤΑΙΝΙΑ

Χειραγώγηση, εκμετάλλευση, οπορτουνισμός και αθλιότητα των μίντια. Η ταινία είναι ένα σκληρό και συναρπαστικό πορτρέτο του χειρισμού των ειδήσεων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μια ανοιχτή επίθεση στη διεφθαρμένη δημοσιογραφία, και τον ζοφερό χαρακτήρα του «αιμοδιψούς» κοινού. Κανένας δεν γλιτώνει από την αυστηρή κριτική. Μια ταινία που έγινε πριν από 60 χρόνια πριν αλλά είναι ακόμα επίκαιρη, περισσότερο από ποτέ!

Από τη στιγμή που ο δημοσιογράφος Τσακ Τέιτουμ φτάνει στο Αλμπερκέρκι με το χαλασμένο του αμάξι μέχρι και την τελευταία σκηνή με αυτόν, όπου η κάμερα πλησιάζει πολύ το πρόσωπό του, ο Ουάιλντερ δημιουργεί ένα σπάνιο έργο που «καίει». Μια ταινία που προηγείτο της εποχής της και ίσως γι’ αυτό και δεν είχε επιτυχία στην Αμερική όταν πρωτοπροβλήθηκε. Ενόχλησε φαίνεται πολύ, μίλησε για αλήθειες της αμερικανικής κοινωνίας, ξεμπρόστιασε την υποκρισία, τα έβαλε με τον κιτρινισμό πολλών δημοσιογράφων.

 

Η εταιρεία παραγωγής, προσπάθησε να ξαναπροωθήσει την ταινία στους κινηματογράφους με νέο τίτλο, «Το μεγάλο καρναβάλι», αλλά και πάλι δεν κατάφερε να σημειώσει εισπρακτική επιτυχία. Αυτό βέβαια δεν μειώνει την αξία της ταινίας, καθώς σήμερα πια, που η ζοφερή εικόνα των μίντια που μας δίνει ο Ουάιλντερ έχει επαληθευτεί, θεωρείται μια από τις πιο ρεαλιστικές, αριστουργηματικές κλασικές ταινίες, που δικαιούται μια θέση στην κινηματογραφική ιστορία.

 

Ωστόσο, η ταινία την εποχή που προβλήθηκε είχε και επιτυχία, απλώς όχι στην Αμερική: σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη, όπου οι κριτικοί λάτρεψαν την επίθεση του Ουάιλντερ στην αμερικανική ηθική, και η ταινία κέρδισε το Διεθνές βραβείο στο φεστιβάλ της Βενετίας.

 

Η ταινία αναγγέλλει τις απαισιόδοξες προθέσεις της από την αρχή. Τα πρώτα γεγονότα είναι ξερά, ωμά, κυνικά, και καταλαβαίνουμε αμέσως ότι δεν πρόκειται να παρακολουθήσουμε κάτι που θα μας «χαϊδέψει» ή θα μας κολακέψει.

 

Οι χρωματικές διαθέσεις της ταινίας είναι επίσης αξιοσημείωτες και διαφορετικές: η ταινία χαρακτηρίζεται φιλμ νουάρ αλλά δεν πρόκειται για ένα κλασικό φιλμ νουάρ με έντονο κοντράστο ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Αντίθετα εδώ είναι όλα λουσμένα στο εκτυφλωτικό, βασανιστικό φως του ήλιου της ερήμου, ενώ πολλές σκηνές σε τόνους του γκρι, θυμίζουν ιταλικό νεορεαλισμό. 

 

 

Επίσης, η αίσθηση της ταινίας είναι ντοκιμαντερίστικη ενώ το ζευγάρι των Μινόζα, ο εγκλωβισμένος άντρας και η άπιστη σύζυγός του, φέρνουν στο νου ανθρώπους που έχουν περάσει πολλά δεινά, όπως μετανάστες της Αμερικής ή άλλους πολίτες που έχουν βιώσει δύσκολες οικονομικές περιόδους της χώρας.

 

Τέλος, οι εκατοντάδες τουρίστες είναι σαν αιμοβόρα αρπαχτικά, που γεμίζουν το τοπίο με τα αυτοκίνητά τους. Δημιουργείται μια ατμόσφαιρα καρναβαλιού, με μουσικές, φαγητά, σουβενίρ, ένα κανονικό σόου, που έχει ενορχηστρώσει ο οπορτουνιστής και κυνικός Τσακ, προσπαθώντας να ξελασπώσει ο ίδιος.

 

Η ταινία σήμερα είναι ιδιαίτερα επίκαιρη. Για την εποχή της ήταν μάλιστα προφητική, καθώς τώρα τα ΜΜΕ έχουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στη σύγχρονη κοινωνία. Η δεοντολογία έχει πολλές φορές καταπατηθεί και ξεπεραστεί σε απίστευτο βαθμό, η πραγματικότητα διαθλάται μόνο μέσα από την «αλήθεια» των ΜΜΕ και μεγάλων καναλιών όπως το CNN. Τα ΜΜΕ έχουν γίνει γενικά πολύ περισσότερο μπίζνες παρά ενημέρωση, θέαμα παρά αντικειμενικότητα, ενώ πολλές φορές το κοινό τα έχει ως μόνη πηγή ενημέρωσης.

 

Ο Ντάγκλας είναι τέλειος στο ρόλο του καυστικού δημοσιογράφου. Η φυσική δύναμη του παρουσιαστικού του και η μοναδική ποικιλία των εκφράσεων του προσώπου του δίνουν απίστευτη ζωντάνια και πάθος στον ήδη παθιασμένο αυτό χαρακτήρα.

 

Ο Ουάιλντερ σε αυτή την ταινία επέλεξε να μην κάνει αισθητή παρουσία της κάμερας. Δεν κάνει σκηνοθετικά κόλπα, γιατί όπως είχε δηλώσει ο ίδιος «δεν ήθελε η κάμερα να μπαίνει στη μέση και να παρεμποδίζει την ιστορία.» Η εφετζίδικη σκηνοθεσία, αποσπά από την ίδια την ταινία. Παρόλα αυτά υπάρχουν και κάποιες υπέροχες σκηνοθετικές χρήσεις της κάμερας, σε προσεκτικά επιλεγμένες σκηνές της ταινίας, μόνο εκεί που πρέπει.

 

 

Για το σενάριο αυτής της ταινίας, ο Ουάιλντερ δεν διάλεξε τον παλιό του συνεργάτη Τσάρλς Μπράκετ, αλλά τους Ουόλτερ Νιούμαν και Λέσερ Σάμιουελς. Και μαζί γράψανε ένα από τα πιο καυστικά σενάρια του Χόλιγουντ, που ήταν σίγουρο ότι θα ενοχλούσε. Και για να το κάνουν ακόμα πιο δυνατό και πιο «δυσοίωνο», κάνουν το βουνό που έγινε ο εγκλωβισμός να είναι ιερός χώρος Ινδιάνων, που η εισβολή του σε αυτόν αναστατώνει τα πνεύματα και αποτελεί ύβρη, η οποία θα πληρωθεί αναλόγως!

 

Έτσι, και οι τίτλοι των εφημερίδων στο θέμα που εκμεταλλεύεται ο Τέιτουμ είναι ακόμα πιο παχυλοί και ζουμεροί: «Η κατάρα των 7 όρνεων», προσθέτει όλο το δράμα και την θεατρική ένταση που χρειάζεται, για να πιστέψει ο κόσμος ότι εκεί γίνεται κάτι αξιοσημείωτο, που δεν πρέπει να χάσουν…

Η υπόθεση της ταινίας είναι εμπνευσμένη από 2 αληθινά γεγονότα. Το πρώτο ήταν ένα συμβάν που έγινε το 1925, όταν ένας άντρας, ο Φλόιντ Κόλινς, εξερευνούσε μια σπηλιά στο Κεντρικό Κεντάκι και παγιδεύτηκε πολλά μέτρα κάτω από την επιφάνεια. Η ιστορία έφτασε στα εθνικά νέα, όταν ένας νεαρός ρεπόρτερ άρχισε να παίρνει συνέντευξη του άτυχου άντρα ενόσω αυτός βρισκόταν παγιδευμένος, τραβώντας έτσι το ενδιαφέρον του Τύπου και χιλιάδων θεατών.

 

Το δεύτερο είχε συμβεί τον Απρίλη του 1949. Ένα τρίχρονο κοριτσάκι, η Κάθυ Φίσκους, στην Καλιφόρνια, έπεσε σε ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι και κατά τη διάρκεια διάσωσής της, που διήρκησε αρκετές μέρες, χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν να δουν τη δράση. Και στις δύο περιπτώσεις τα θύματα πέθαναν πριν διασωθούν.

 

Το σκηνικό που στήθηκε σε εκείνη την κοιλάδα ήταν το μεγαλύτερο που είχε ποτέ κατασκευαστεί μέχρι τότε για μη πολεμική ταινία. Είχε ύψος 72 μέτρα, πλάτος 370 μέτρα και ήταν 490 μέτρα βαθύ, για να περιλαμβάνει όλη τη διαμόρφωση του εδάφους που χρειαζόταν: τον ινδιάνικο βράχο, τη σπηλιά που έχει καταρρεύσει, τους χώρους στάθμευσης και το «λούνα παρκ». Στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν περισσότεροι από 1000 κομπάρσοι και 400 αυτοκίνητα για τις σκηνές πλήθους. Μάλιστα, είχε γίνει τόσο εντυπωσιακό το σκηνικό, που η Πάραμαουντ, αφού ολοκληρώθηκε το φιλμ, το χρησιμοποίησε ως αξιοθέατο, βάζοντας εισιτήριο για να το επισκεφτείς!

 

Η εικόνα του Ουάιλντερ για τη διαφθορά φαίνεται περιλαμβάνει όλο το φάσμα της μεταπολεμικής Αμερικής, όπου περνούσαν κρίση οι ηθικές αξίες, και ο κόσμος πάσχιζε για μια όσο γίνεται ομαλή επιστροφή σε μια κανονικότητα μετά τα χρόνια του πολέμου. Ο Ουάιλντερ αποδεικνύεται εύστοχος και προφητικός, σχετικά με την νέα έξαψη που θα έφερνε η τηλεόραση στο να μεταδώσει κάτι θεαματικά, μετατρέποντας τους θεατές σε «εθισμένους» στην TV. Ήδη μιλά από τότε, για ιστορίες κατασκευασμένες, νέα που δημιουργούνται ουσιαστικά από διψασμένους για δόξα αριβίστες δημοσιογράφους, κακόβουλες ενέργειες που σκοπό έχουν μόνο το χρήμα, εκμετάλλευση των «ανθρώπινων θεμάτων», που ξέρουν ότι θα συγκινήσουν το λαϊκό αίσθημα. Όπως λέει και ο ίδιος ο Τέιτουμ στην ταινία «Τα άσχημα νέα πουλάνε»…

 

Σκηνοθεσία: BILLY WILDER
Σενάριο:BILLY WILDER, LESSER SAMUELS, WALTER NEWMAN
Παραγωγή: BILLY WILDER
Διεύθυνση φωτογραφίας: CHARLES B. LANG
Μοντάζ: ARTHUR P. SCHMIDT
Κοστούμια: EDITH HEAD
Πρωταγωνιστούν: KIRK DOUGLAS, JAN STERLING, BOB ARTHUR, PORTER HALL