Αν κάποιος μπορεί να μιλήσει για «βαριά βιομηχανία» των παραγωγικών δυνάμεων αυτού του τόπου θα πρέπει να αναζητήσει τη σύγχρονη παραγωγή τζαζ μουσικής από νέους μουσικούς κυρίως στον τομέα της δισκογραφίας, σε μικρά μπαράκια της Αθήνας, λιγότερο σε τζαζ φεστιβάλ και πολύ πολύ λιγότερο σε μουσικές σκηνές της πολής.

Τα τελευταία 7 χρόνια η εγχώρια τζαζ δισκογραφία αριθμεί 100 και πλέον τίτλους δίσκων Ελλήνων τζαζιστών. Και τί κάνουν λοιπόν αυτοί/ες όταν οι μουσικές σκηνές στη χώρα είναι άφαντες ή και όταν υπάρχουν (προφανώς και δεν επιχορηγούνται ούτε με 1 ευρώ ώστε οι τιμές των εισιτηρίων να παραμένουν χαμηλές) κλείνουν ή καταντάνε φυτώρια νεκρανάστασης καλλιτεχνίσκων της ποπ υποκουλτούρας; Απλά ταξιδεύουν ανά τον κόσμο αφού η τέχνη που υπηρετούν δεν γνωρίζει χρώμα, έθνος, πατρίδα…

Είναι αυτοί που συνεργαζόμενοι με μουσικούς παγκοσμίου βεληνεκούς, δεν αναμασάνε την αβυσσαλέα ηλιθιότητα ή την αηδιαστική κακογουστιά του «σύγχρονου ελληνικού πενταγράμμου», αρνούνται τη μικρότητα των τιποτένιων «μαέστρων», δεν συμβιβάζονται με τη μετριότητα, αρνούνται να πουλήσουν φθηνά τα έργα τους μετατρέποντάς τα σε σκυλοτροφές για τουρίστες τύπου Γ’, μελετούν με αστείρευτη πίστη, πειθαρχία, ταπεινότητα και ειλικρίνεια την υπέρτατη τέχνη του αυτοσχεδιασμού στη μουσική. Ξημεροβραδιάζονται πάνω από ένα πιάνο, μια κιθάρα, ένα πνευστό υποταγμένοι στους ήχους του Charles Mingus, Bill Evans, Charlie Haden, Miles, Chet κτλ… αγνοώντας τις υστερικές κραυγές της θλιμμένης διαχειρίστριας κοινοχρήστων και με 5 ευρώ στην τσέπη θα κεράσουν μία μπύρα τον συνάδελφό τους που τζάμαρε απόψε μαζί τους. Είναι αυτοί που αντί να χτίζουν τείχη ντροπής και να μετατρέπουν την Ελλάδα στην πλατεία του χωριού τους ή ακόμα χειρότερα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης σάπιων μυαλών περνούν τη φρεσκάδα των έργων τους εκτός συνόρων, διανθίζουν την παγκόσμια γλώσσα της μουσικής καθώς προσθέτουν ένα μικρό λιθαράκι στη διεθνή ηχητική παλέτα, συνθέτοντας την απόλυτη μελωδία, διονυσιακές αρμονίες, ρυθμικές εκρήξεις επί στιγμής.

Κάπως έτσι πιστεύω ότι αυτή η χώρα θα «μεγαλώσει». Όταν π.χ. η νότα που θα γραφτεί στο Παγκράτι, στον Κεραμεικό, στα Εξάρχεια θα χαϊδέψει το αυτί ξανθών Σκανδιναβών, Νέγρων, κοντών Κινέζων, γεροδεμένων Ολλανδών, καλοντυμένων Αμερικάνων κτλ..

Αυτές λοιπόν οι σκέψεις υπήρξαν οι βασικές πηγές των θεμάτων που αποτέλεσαν την πρώτη μου δισκογραφική δουλειά με τίτλο “Urban Stories”.

Καλή ακρόαση!

Infο

Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του τμήματος Τζαζ τρομπέτας του Κονσερβατορίου της Ουτρέχτης. Συμμετείχε σε ηχογραφήσεις και συναυλίες σε Ολλανδία, Γερμανία, Αυστρία, Κύπρο, Δανία, Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία. Συνεργάζεται με μουσικούς της τζαζ όπως Γρηγόρης Ντάνης, Μάριος Βαλινάκης, Τάκης Πετερέλης, Βαγγέλης Κατσούλης, Λητώ Βογιατζόγλου, Γιάννης Παπαναστασίου κ.ά. τον Ολλανδό Marc van Vugt, τους Sylvain Beuf, Steve Beresford, Michael Occhipinti και Robin Eubanks ενώ παράλληλα με το δικό του κουιντέτο κυκλοφορεί το δισκογραφικό του ντεμπούτο με τίτλο «Urban Stories» και εμφανίζονται σε κλαμπς και φεστιβάλ της Ελλάδας. Υπήρξε μέλος της Euroradio Jazz Orchestra 2014.

https://www.facebook.com/pg/Stelios.Chatzikaleas

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 31