Σκεπτόμενη ευχάριστα και αναρωτώμενη πώς απο την Αλίκη Βουγιουκλάκη φτάσαμε στα Όσκαρ, μετά απο πολλά χρόνια, και τί ωραίο που είναι αυτό…

… ανατρέχω στο κινηματογραφικό παρελθόν της χώρας μας και βλέπω βίαιες διακοπές στην μέχρι τώρα πορεία του: κατοχή, χούντα, κακός παρεμβατισμός στο πολιτιστικό κομμάτι μας με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ένας σταθερός ρυθμός απο την αρχή και άρα μια ομαλή εξελικτική πορεία στον Ελληνικό κινηματογράφο, η θετική εξέλιξη ήταν αναπόφευκτη, ταλέντα έχουμε, το ότι όμως αυτός ο τομέας δεν είχε μια υγιή διαδρομή είχε σαν αποτέλεσμα και την μη υγιή συνέχισή της αφού τα εφόδια είναι αμελητέα.

Για τη χώρα μας το σινεμά ήταν για λίγους. Ακόμα και τώρα είναι. Δυό σχολές όλες κι όλες και κάποιοι που απο την καλή τους θέληση ενέπνεαν διδάσκοντας τούς νεώτερους. Μέχρι που μια χρονιά έσπασε ο διάολος το ποδάρι του ή κάποιοι τις προκαταλήψεις τους και μια σοδειά ελληνικών ταινιών βγήκε κατά πολύ έξω απο τα στενά όρια που είχαμε συνηθίσει, παράλληλα με μια περίοδο ύφεσης που μεν δυσκολεύει τα πράγματα αλλά κυρίως τα σπρώχνει. Οι λόγοι? Δεν ξέρω. Μπορώ να σκεφτώ μόνο μια ευχάριστη συγκυρία πλάι στη δυσάρεστη κοινωνικοπολιτκή κατάσταση.Και με αφορμή αυτό  αρχίζει να λειτουργεί και το λεγόνεμο κύμα. Πηγή έμπνευσης για μένα, για τους επόμενους.Πλέον είναι περισσότεροι αυτοί που κάνουν ταινίες χωρίς λεφτά ή με ελάχιστα. Και πετυχαίνει. Όχι γιατί είναι καλύτεροι οι σκηνοθέτες τώρα απο ότι ήταν παλιά, δε νομίζω ότι έχει να κάνει με αυτό. Νιώθω ότι αλλάζουν τα κίνητρα. Και στο θέατρο το παρατηρώ. Το ξεβόλεμα της κρίσης φέρνει τους ανθρώπους πιό κοντά στα όρια τους και το όριο θεωρώ ότι είναι αν μη τί άλλο λειτουργικό. Υπήρχαν, φυσικά, πάντοτε παραδείγματα καλών ελληνικών ταινιών απλώς παρέμεναν δείγματα σε μια μικρή σε ποσότητα παραγωγή. Δύσκολο να χαρακτηριστεί μια χώρα για το σινεμά της απο τις εξαιρέσεις των καλών ταινιών που βγαίναν μια στο τόσο. Τώρα αυτό μοιάζει να αλλάζει και εύχομαι να κρατήσει. Οι σκηνοθέτες που έκαναν και κάνουν ταινίες στη χώρα μας είναι άξιοι θαυμασμού!

Το ότι ξαφνικά όλοι ασχολούνται και εκπλήσσονται με το Ελληνικό σινεμά, πέραν της καλής ή κακής ταινίας, ίσως έχει να κάνει με το ότι είμαστε πρωτοσέλιδο στις ξένες εφημερίδες και η δυσφήμιση είναι η καλύτερη διαφήμιση και απο την άλλη είναι το κομμάτι που λείπει στο παζλ της ιστορίας μας. Ξεπεταχτήκαμε απο το πουθενά νιώθουν όλοι και απορούν. Έχουμε ένα ιδιαίτερο ρυθμό ανάπτυξης και είναι όλος δικός μας. Μας αφορά πλέον η διεθνής απήχηση και αυτό είναι κάτι για το οποίο προσωπικά χαίρομαι πολύ. Το «περίεργο» που αναφέρεται για το Ελληνικό σινεμά δε το συμμερίζομαι. Αλλάζουν οι κώδικες, γίνονται ολοένα και πιό τολμηρά εγχειρήματα. Και πετυχαίνει. Επίσης σε μια τόσο ταραγμένη περίοδο που διανύει η χώρα μας είναι σχεδόν αναπόφευκτη η ταραχή που αντανακλάται και στην όποια τέχνη. Το θέμα είναι ότι γίνονται ταινίες. Γίνονται καλές ταινίες με το τίποτα. Νομίζω κανείς σχεδόν δε βασίζεται σε κρατικές επιχορηγήσεις και αυτό αν το σκεφτείς ανάποδα είναι κινητήριος δύναμη για κάποιους. Ξεκινάνε με το τίποτα και απο το τίποτα βγαίνει κάτι σπουδαίο. Δεν ξέρω αν αυτή είναι η μόνη λύση για δημιουργία τώρα πιά αλλά είναι σίγουρα μια λύση. Το ίδιο λέω σε μένα και στους ανθρώπους που αγαπώ: τόλμα κι ας μην έχεις τίποτα. Δε πετυχαίνει πάντα αλλά όταν πετυχαίνει είναι φανταστικό.

Info
Η Γεωργοβασίλη Σοφία, απόφοιτος της Δραματικής σχολής «Αρχή» της Νέλλης Καρρά πρωταγωνίστησε, ως πρώτη της δουλειά, στην μεγάλου μήκους ταινία του Βαρδή Μαρινάκη «Μαύρο Λιβάδι» παίζοντας ένα 16 χρονο αγόρι, όπου και βραβεύτηκε με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ της Σεβίλλης το 2010.Στο ίδιο φεστιβάλ καλέστηκε το 2011 ως μέλος της κριτικής επιτροπής στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα. Έκτοτε έχει συμμετάσχει σε ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους.Φέτος θα πραγματοποιηθεί δικό της σενάριο – μικρού μήκους – του οποίου τα γυρίσματα θα γίνουν μες στον Απρίλιο σε σκηνοθεσία Πάρη Πατσουρίδη. Στο θέατρο έχει συνεργαστεί με τους: ‘Ολια Λαζαρίδου, Σοφία Βγενοπούλου, Χλόη Μάντζαρη, Άρη Ρέτσο, Νικόλα Στραβοπόδη.