Κανείς δε θα μπορούσε να κατηγορήσει τον Νικόλο Αμανίτι για έλλειψη μέτρου. Το νέο του μυθιστόρημα, με τίτλο Εγώ κι Εσύ, έχει έκταση μόλις 122

σελίδες, και η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι αντίστοιχα απλή και περιγραφική.

Απο τον Γιάννη Γαλιάτσο

Ξεκινώντας με βάση τον Ξένο του Καμύ, φτάνει στο 2011 μέσα από την κοφτή, μινιμαλιστική γραφή του Τζέιμς Ελρόι και την αποστασιοποιημένη, κλινική ματιά του Μισέλ Ουελμπέκ, και διηγείται τη μεταμόρφωση ενός παθολογικά αντικοινωνικού εφήβου σε… το σε τι μεταμορφώνεται ακριβώς μένει μετέωρο, και ως ένα βαθμό, στην κρίση του αναγνώστη.

Ο Λορέντσο δεν έχει φίλους αλλά είναι απίστευτα δεμένος με τη μητέρα του. Μια μέρα προφασίζεται ότι συμμαθητές του τον έχουν καλέσει σε ένα χειμερινό θέρετρο για σκι, αλλά καταλήγει κρυμμένος στην αποθήκη του σπιτιού του. Όλο το μυθιστόρημα (εκτός απ\\’την σύντομη εισαγωγή και τον επίλογο) διαδραματίζεται εκεί, στην αποθήκη, όπου ο Λορέντσο προσπαθεί να αποφύγει τις επίμονες κλήσεις της μητέρας του (και τις ενοχές του ενόσω το κάνει) και ευχαριστιέται τη νεοαποκτηθείσα (και χειροπιαστή) απομόνωση του.

Ο Αμανίτι τα καταφέρνει πολύ καλά στην περιγραφή του ψυχισμού ενός αντικοινωνικού εφήβου. Το μόνο του λάθος, κατά τη γνώμη μου, είναι η πρόθεση του να λειτουργήσει όλη η διαδικασία και σε ένα μεταφορικό επίπεδο, όπου ο Λορέντσο είναι ο στερεοτυπικός Έφηβος, που καταλήγει (όπως υπονοείται) στον στερεοτυπικό Ενήλικο. Δεν βρίσκω το λόγο να λειτουργήσει λιγότερο κυριολεκτικά η ιστορία, μου φαίνεται αρκετά δυνατή από μόνη της, και χωρίς την απαραίτητη “μεταμόρφωση”.

Στο ενδιάμεσο, και χωρίς να θέλω να αποκαλύψω περισσότερα για την (έτσι κι αλλιώς σύντομη) πλοκή, ο Λορέντσο έχει μια απροσδόκητη συνάντηση, όπου, εν μέσω άλλων, τίθεται το ζήτημα της ηρωίνης με πολύ απλό, ρεαλιστικό, και καθόλου διδακτικό τρόπο. Γίνεται μια προσπάθεια να διερευνηθεί και η σχέση μητέρας-γιού, καθώς και η φύση της μητρικής και υιικής, αλλά αρκετά επιφανειακά – αυτό είναι το μόνο σημείο στο οποίο θα ήθελα περισσότερο περιεχόμενο, και όχι τόσο υπαινικτική στάση.

Είναι πιθανό πολλοί αναγνώστες να δυσαρεστηθούν από την υπερβολική συντομία και την έλλειψη περαιτέρω ανάπτυξης διάφορων σημείων. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Αμανίτι όμως, όπως φαίνεται, και αν κρίνουμε από άλλα παραδείγματα όπου οι συγγραφείς παλεύουν να γεμίσουν το έργο τους με σχεδόν ψυχαναγκαστικές προεκτάσεις και περιγραφές, χωρίς αυτό τελικά να είναι απαραίτητο, νομίζω η επιλογή του Ιταλού συγγραφέα ήταν σοφή.
 

Νικολό Αμανίτι

O Νικολό Αμανίτι γεννήθηκε το 1966 στη Ρώμη. Θεωρείται ο σημαντικότερος Ιταλός συγγραφέας της γενιάς του και το μυθιστόρημά του Εγώ δεν φοβάμαι μια από τις εμπορικότερες επιτυχίες της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας (πούλησε μόνο στην Iταλία πάνω από 800.000 αντίτυπα). Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα βιβλία του Λάσπη (μτφρ. Κωνσταντίνα Δεληκωστοπούλου, 2000), Θα σε πάρω να φύγουμε (μτφρ. Χρίστος Ρομποτής, 2002), Εγώ δεν φοβάμαι (μτφρ. Χρίστος Ρομποτής, 2003). Έχει λάβει επίσης μέρος στο συλλογικό μυθιστόρημα Global Novel (2003), ενώ διήγημά του περιλαμβάνεται στη συλλογή Εγκλήματα (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, 2006). Το μυθιστόρημά του Με τις ευλογίες του Θεού τιμήθηκε το 2007 με την εγκυρότερη λογοτεχνική διάκριση της πατρίδας του, το Βραβείο Στρέγκα