Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Ελένη Βλάσση: Για το ντοκιμαντέρ Ο τόπος που δακρύζουν οι θεοί

Ελένη Βλάσση: Για το ντοκιμαντέρ Ο τόπος που δακρύζουν οι θεοί

Η σκηνοθέτις Ελένη Βλάσση μιλάει στο CultureNow για την συμμετοχή της στο 13ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, με το ντοκιμαντέρ Ο τόπος που δακρύζουν οι θεοί, ένα αληθινό σενάριο , με τη Σπιναλόγκα κηλίδα του πολιτισμού.

 

Συνέντευξη στην Μαρία Κωφίδου

 

Μαρία Κωφίδου: Ποιο ήταν το ερέθισμα για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ Ο τόπος που δακρύζουν οι Θεοί;

Ελένη Βλάσση: Το 1999, όταν βρισκόμουν στη Γαλλία δουλεύοντας ως δημοσιογράφος, άκουσα στην τηλεόραση μια απόκοσμη φωνή να μιλά στα ελληνικά σε ένα ντοκιμαντέρ για τη Σπιναλόγκα. Ήταν η φωνή του χανσενικού Επαμεινώνδα Ρεμουνδάκη, μιας γνωστής φυσιογνωμίας του νησιού. Συγκλονίστηκα. Θεώρησα σαν Κρητικιά - κατάγομαι από τον νομό Λασιθίου- ότι έχω χρέος να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για τον αφιλόξενο βράχο της Σπιναλόγκας, τον οποίο οι χανσενικοί ονόμασαν νησί των αγγέλων'. Άργησα πολύ, αν και ξεκίνησα την έρευνα το 1999, οι μαρτυρίες μου δόθηκαν μόλις το 2009, λόγω το ότι οι πρώην χανσενικοί είχαν πρόβλημα με το στίγμα. Αυτό το ντοκιμαντέρ έγινε κυρίως  όχι για τη λέπρα ως ασθένεια αλλά για τη λέπρα ως κοινωνικό αποκλεισμό, ως κοινωνικό ρατσισμό, ως στίγμα που τελικά απομάκρυνε και χώριζε τους αρρώστους από τον κόσμο των ανθρώπων και τους έστελνε στην αντίπερα όχθη όπου το ποτάμι έμεινε αγεφύρωτο γιατί οι άνθρωποι αυτοί δυστυχώς δε μπόρεσαν ποτέ να ρίξουν τα τείχη των προκαταλήψεων που χτίσαμε γύρω τους, και να ζήσουν  ή να πεθάνουν με γαλήνη αφήνοντας το βαρύ φορτίο της λέπρας πίσω τους.

 

Μ. Κ.: Η δημοσιογραφική σας εμπειρία θεωρείτε ότι έχει βοηθήσει στην πραγμάτωση του φιλμ;

Ε. Β.: Σίγουρα ναι και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό μπορώ να πω. Δημοσιογραφικά μαθαίνεις να κατοχυρώνεις την αλήθεια, να την ψάχνεις από κάθε πλευρά, οδεύεις στο αληθινό σενάριο και στην πραγματική ζωή. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία του ντοκιμαντέρ.  Σε κάθε έργο μου μέσω της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας έψαχνα την αλήθεια. 

 

Μ. Κ.: Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη δημιουργία του φιλμ;

Ε. Β.: Η διαδικασία δημιουργίας του ντοκιμαντέρ ήταν δύσκολη, καθώς οι πρώην χανσενικοί δεν ήθελαν να μιλήσουν στην κάμερα. Τη μια στιγμή ήταν σύμφωνοι και την άλλη ήταν απρόθυμοι. Το 2009, ωστόσο, ο Μανώλης Φουντουλάκης, ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που είχαν βιώσει το δράμα της Σπιναλόγκας, αποφάσισε να μιλήσει, αν και τελικά δεν πρόλαβε να δει την ταινία ολοκληρωμένη. Και η ιστορική έρευνα ήταν επίσης δύσκολη. Τα αρχεία της Σπιναλόγκα δεν υπάρχουν, και αν τα έχει κάποιος δεν τα έχει δώσει ποτέ. Οπότε έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο τι λέμε. Μας βοήθησε πολύ και η αυτοβιογραφία του Επαμεινώνδα Ρεμουνδάκη, όπως και η μαρτυρία του Μανώλη Φουντουλάκη κ.α.  Το πιο σημαντικό πρακτικό εμπόδιο ήταν η συγκέντρωση όλων αυτών των ανθρώπων που μας έδωσαν τις μαρτυρίες που συνολικά διήρκησε ένα χρόνο.

 

Μ. Κ.: Η συμμετοχή στο Φεστιβάλ είναι προστιθέμενη αξία στη φαρέτρα του δημιουργού;

Ε. Β.: Για εμένα ναι. Όχι μόνο γιατί επελέγη το έργο μου μέσα από ένα μεγάλο αριθμό συμμετοχών αλλά κυρίως γιατί είχα την ευκαιρία με αυτή την απόφαση της κριτικής επιτροπής ότι αξίζει να μας δει το κοινό και να διαγωνιστεί η ταινία μας, μπόρεσε να δει το κοινό την αλήθεια της Σπιναλόγκας. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να βγει η πραγματική ιστορία του νησιού -όσο  τραγική και βάναυση αν είναι- γιατί πρέπει να τη μάθει ο κόσμος ώστε να αλλάξει η κοινωνία και να μην υπάρξει αύριο μια άλλη Σπιναλόγκα.

 

Μ. Κ.: Θεωρείτε ότι τόσο η επιτυχία του βιβλίου «Το νησί» όσο και το ομώνυμο σίριαλ άλλαξαν θετικά την ματιά της κοινωνίας σχετικά με το ζήτημα των χανσενικών;

Ε. Β.: Αρχικά το βιβλίο σίγουρα έδωσε έναυσμα στον κόσμο να ασχοληθεί περισσότερο με αυτή την ιστορία την πολύ δραματική, να βγάλει τις ενοχές τους. Από την άλλη έδωσε δύναμη και το ψυχικό σθένος στους πρώην χανσενικούς να μιλήσουν.  Το σίριαλ επίσης είναι επιτυχημένο και παρότι είναι μυθιστόρημα έχει την αξία του.

 

Μ. Κ.: Πως νιώσατε όταν ήρθατε σε επαφή με τους πρώην χανσενικούς;

Ε. Β.: Ένιωσα μεγάλη αγάπη συγκίνηση, σεβασμό και δέος. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν και είναι ήρωες. Συγκεκριμένα όταν ήρθα σε επαφή με τον Μανώλη Φουντουλάκη, που έχει εμφανή τα σημάδια της ασθένειας, ένιωσα τέτοια αγάπη, τέτοια ανάγκη να τον αγκαλιάσω και να τον σφίξω στα χέρια μου -πράγμα που ίσως δεν ένιωσε πολλές φορές από την κοινωνία- που το έκανα τόσο αυθόρμητα  ώστε ο ίδιος μου είπε «Δε σε γνώριζα, αλλά σε νιώθω δικό μου άνθρωπο γιατί ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο ζεστή αγκαλιά». Δεν δώσαμε αγάπη σε αυτούς τους ανθρώπους.

 

Μ. Κ.: Πως κρίνετε την πορεία του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης;

Ε. Β.: Έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο και έχει καταξιωθεί. Ειδικά η φετινή χρονιά είναι πολύ δυνατή με πολύ καλές συμμετοχές. Ωστόσο έχω παρατηρήσει αρκετούς σκηνοθέτες που στο παρελθόν συμμετείχαν στο συγκεκριμένο Φεστιβάλ να μην συμμετέχουν πια. 

 

Μ. Κ.: Τι σας προσφέρει ως άνθρωπο η ενασχόλησή σας με το ντοκιμαντέρ;

Ε. Β.: Θα μπορούσα να πω ότι είναι μια διέξοδος από την καθημερινότητα. Μου δίνει την ευκαιρία να μπω μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και να μεταφέρω την αλήθεια τους στους άλλους. Να καλύψω το είναι μου ανακαλύπτοντας αλήθειες.

 

Info: Η Ελένη Βλάσση είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ. Έχει δουλέψει στην εφημερίδα Βραδυνή και στην τηλεόραση ως αρχισυντάκτης, παρουσιάστρια και συμπαραγωγός (κανάλια Alter, Extra). Έχει ασχοληθεί με την παραγωγή και σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα και άλλες χώρες. Δουλειές της έχουν συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Φιλμογραφία
1999 Γουαδελούπη: νησί πεταλούδα
1999 Ντομίνικα οι τελευταίοι των Καραΐμπ
2001-2003 Εικόνες και ήχοι του κόσμου
2005 Οι λαοί της ερήμου
2005 Κάλυμνος. Νησί των Καταδύσεων
2005 Κάλυμνος. Πατρίδα της θάλασσας και των σφουγγαράδων
2007 Οι άνθρωποι της θάλασσας
2011 Ο τόπος που δακρύζουν οι θεοί

Σχετικές ειδήσεις
Κωσταντίνα Μπούσμπουρα: Η συλλογική κινητοποίηση των χορευτών είναι προϋπόθεση για την διεκδίκηση των εργατικών τους δικαιώματων
28.04.2016 11:32
Ως φυσικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, ο χορός είναι ένα λειτουργικό μέσο έκφρασης και απελευθέρωσης αυτής (της ύπαρξης) σε επίπεδα όπου το μυαλό δεν έχει απόλυτη πρόσβαση. Η κορυφαία χορεύτρια και χορογράφος του 20ου αιώνα, Martha Graham, τό είχε διατυπώσει καλύτερα: «Ο χορός είναι η κρυμμένη γλώσσα της ψυχής».