Ο Rainer Werner Fassbinder (Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ), εμβληματική μορφή του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, γνώρισε τη μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία με τον Γάμο της Μαρία Μπράουν (Die Ehe der Maria Braun, 1979). Η ταινία αυτή μπορεί να ειδωθεί όχι απλώς ως η προσωπική ιστορία μιας γυναίκας που αγωνίζεται να επιβιώσει μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· αλλά ταυτόχρονα και ως αλληγορία για την ηθική και πολιτική πορεία της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας.
Το κίνημα του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου (1962-1982) σηματοδότησε μια ριζοσπαστική αλλαγή στην κινηματογραφία της Δυτικής Γερμανίας. Επηρεασμένοι από τη Γαλλική Νουβέλ Βαγκ και τον Ιταλικό Νεορεαλισμό, σκηνοθέτες όπως οι Fassbinder, Herzog και Wenders γύρισαν ταινίες με περιορισμένα μέσα αλλά μεγάλη καλλιτεχνική και πολιτική τόλμη. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο Fassbinder εκτιμούσε ιδιαίτερα την ικανότητα του αμερικανικού σινεμά να συγκινεί βαθιά τον θεατή· όπως ο ίδιος είχε πει: «Ο αμερικανικός τρόπος κινηματογράφησης είναι να αφήνει το κοινό κατακλυσμένο από συναισθήματα, κι εγώ θέλω να δίνω συναισθήματα στους θεατές, αλλά ταυτόχρονα να τους αφήνω χώρο να τα αναλύσουν και να τα σκεφτούν».
Ο Fassbinder ξεχώρισε για την ικανότητά του να συνδυάζει μελοδραματική ένταση, κοινωνική κριτική και βαθιά ειρωνεία, στρέφοντας συχνά το βλέμμα του σε ήρωες του περιθωρίου. Ήταν διάσημος για τον πυρετώδη ρυθμό με τον οποίο δούλευε. Αν και η επαγγελματική του πορεία κράτησε λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια, πρόλαβε να δημιουργήσει τριάντα πέντε ταινίες μεγάλου μήκους, δύο τηλεοπτικές σειρές, τρεις ταινίες μικρού μήκους και τέσσερις βιντεοπραγωγές. Σκηνοθέτησε επίσης εικοσιτέσσερα θεατρικά έργα και τέσσερα ραδιοφωνικά δράματα, ενώ εμφανίστηκε ως ηθοποιός σε τριάντα έξι ταινίες. Ενώ, εργάστηκε επίσης ως διευθυντής φωτογραφίας, συνθέτης, ενδυματολόγος, μοντέρ, παραγωγός και καλλιτεχνικός διευθυντής στο θέατρο.
Μετά την επιτυχία του Ο φόβος τρώει τα σωθικά (Angst essen Seele auf, 1974) και ιδιαίτερα του Γάμου της Μαρία Μπράουν, ο Fassbinder απέκτησε διεθνή φήμη: βραβεύτηκε σε φεστιβάλ, ενώ διοργανώθηκαν αφιερώματα στη φιλμογραφία του σε Παρίσι, Λονδίνο και Νέα Υόρκη. Αν και κέρδισε αναγνώριση, και αναδείχθηκε σε αγαπημένο όνομα ανάμεσα σε διανοούμενους και σινεφίλ, ο ιδιότυπος τρόπος ζωής του, καθώς και η αμφιφυλοφιλία του, τροφοδότησε μια αμφιλεγόμενη φήμη γύρω από το πρόσωπό του.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ο Fassbinder βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του μόλις δέκα ημέρες μετά τα 37α γενέθλιά του. Η αιτία θανάτου φέρεται να ήταν καρδιακή ανεπάρκεια, αποτέλεσμα υπερβολικής δόσης κοκαΐνης και υπνωτικών χαπιών, επιβεβαιώνοντας με τραγικό τρόπο τη δική του φράση: «Κάθε άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει μόνος του αν θέλει να έχει μια σύντομη αλλά συναρπαστική ύπαρξη ή αν θέλει να ζήσει πολλά χρόνια ήρεμα και ειρηνικά».
Σύνοψη ταινίας
Η Μαρία (Hanna Schygulla) παντρεύεται τον στρατιώτη Χέρμαν Μπράουν (Klaus Löwitsch) κατά τη διάρκεια του πολέμου, λίγο πριν εκείνος σταλεί στο μέτωπο. Σύντομα δηλώνεται αγνοούμενος, και η Μαρία καταλήγει να εργάζεται σε μπαρ των Συμμάχων. Εκεί γνωρίζει τον Αμερικανό στρατιώτη Μπιλ (George Byrd), με τον οποίο συνάπτει σχέση. Η ξαφνική επιστροφή του Χέρμαν όμως, την οδηγεί στον θάνατο του εραστή της, με τον σύζυγό της να αναλαμβάνει την ευθύνη για τον φόνο, οδηγούμενος στη φυλακή.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης απουσίας του, η Μαρία εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που δημιουργεί το λεγόμενο «γερμανικό οικονομικό θαύμα», ενώ εκτός από επαγγελματική συνεργασία με τον βιομήχανο Καρλ (Ivan Desny), ξεκινά μια νέα εξωσυζυγική σχέση. Η Μαρία ανελίσσεται επαγγελματικά και αποκτά πρόσβαση σε πλούτο και κύρος. Ο Βάλντ πεθαίνει, ο Χέρμαν αποφυλακίζεται, και – μετά από ένα τρίτο διάστημα απουσίας του -, επιστρέφει στο σπίτι που η Μαρία έχει ετοιμάσει για τους δύο τους. Όμως, πλέον είναι ξένοι, σε μια νέα πραγματικότητα που δεν αφήνει χώρο για το παλιό τους όνειρο.

Σχόλια και Αναγνώσεις
Η Μαρία Μπράουν θα μπορούσε να ειδωθεί ως σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Αντιπροσωπεύει τις γυναίκες της Γερμανίας που, με τους άνδρες σκοτωμένους, αιχμάλωτους, ανάπηρους, ή απόντες, κλήθηκαν να αναλάβουν την ανακατασκευή μιας κατεστραμμένης χώρας. Είναι επίσης, ολόκληρη η γενιά που πριν επουλώσει τα παρελθοντικά τραύματα της κοινωνίας, έπρεπε να τρέξει με ιλιγγιώδη ρυθμό προς το μέλλον, πληρώνοντας βαρύ ψυχολογικό και ηθικό τίμημα. Η δύναμη της Μαρίας είναι τεράστια· πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει όλα, ότι μπορεί να προκαλέσει η ίδια τα θαύματα, αντί να τα περιμένει. Αλλά αυτή η παντοδυναμία, που πηγάζει από την ανάγκη επιβίωσης ενός «παιδιού του πολέμου», την απομακρύνει σταδιακά από τον εαυτό της.
Η πορεία της Μαρίας διαβάζεται εύκολα ως μεταφορά για την ίδια τη Δυτική Γερμανία: η εμμονή της να ξαναχτίσει τη ζωή και τον γάμο της παραπέμπει στην εθνική προσπάθεια ανασυγκρότησης, ενώ η αλλοτρίωσή της φωτίζει το τίμημα της οικονομικής ευμάρειας που οικοδομήθηκε πάνω στη λήθη και την καταπίεση. Η σχέση της με τον Αμερικανό Μπιλ θα μπορούσε να αποτυπώνει τις εξαρτήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη μεταπολεμική Ευρώπη, ενώ η συνεργασία της με τον βιομήχανο καταδεικνύει την εύκολη επαναφορά της αστικής τάξης και των προπολεμικών δομών εξουσίας.
Η σκηνοθεσία του Fassbinder, με τα λεπτομερή σκηνικά και τα κοστούμια που αναπαριστούν τη δεκαετία του ’40 και του ’50, δεν υπηρετεί μόνο την ατμόσφαιρα της εποχής αλλά λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στην υλική γοητεία και τη ματαιότητα του νεοαποκτηθέντος πλούτου. Η έκρηξη που ανοίγει και κλείνει την ταινία λειτουργεί ως δραματουργικό μοτίβο που αποκαλύπτει την κυκλικότητα της μοίρας της ηρωίδας αλλά και της ίδιας της Γερμανίας.
Η ερμηνεία της Hanna Schygulla θεωρείται εμβληματική, καθώς η Μαρία παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως θύμα και θύτης· σαγηνευτική, αποφασιστική αλλά και κυνική, ενσαρκώνοντας τη γοητεία της καταστροφής.

Συμπερασματικά
Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν παραμένει μία από τις σημαντικότερες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου του 20ού αιώνα. Ο Fassbinder δημιουργεί ένα έργο που συνδυάζει προσωπικό δράμα, κοινωνική παραβολή και κριτική, φωτίζοντας την εύθραυστη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το «γερμανικό θαύμα». Πρόκειται για μια ταινία που εξακολουθεί να καθηλώνει με την ατμόσφαιρά της και να προκαλεί τον θεατή να σκεφτεί, να αμφισβητήσει και να βιώσει τους προβληματισμούς του δημιουργού.
Η ταινία κουβαλάει μια αίσθηση αναπόφευκτης καταστροφής που κορυφώνεται στο τέλος, ενώ οι χαρακτήρες – γοητευτικοί και ταυτόχρονα βαθιά ατελείς- δε γίνονται εύκολα αντικείμενο κριτικής, μιας και αποτελούν θραύσματα, ή μάλλον αντανακλάσεις, της κοινωνίας που τους γέννησε. Η ιστορία της Μαρίας, παρότι διαποτισμένη από την επιθυμία για μια ευτυχισμένη ζωή με τον σύζυγό της, δεν είναι τελικά μια αφήγηση όπου η αγάπη υπερνικά τα εμπόδια· αντίθετα, αποτελεί μια διακήρυξη ότι ο αληθινός έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα δε μπορούν να βρουν θέση σε έναν κόσμο εκμετάλλευσης, υλιστικών επιδιώξεων και οικονομικού αγώνα, αποκομμένου από τα γνήσια συναισθήματα.
Πηγές
- The Guardian – Derek Malcolm’s Century of Film
- Roger Ebert – Review: The Marriage of Maria Braun (1979)
- Criterion Collection – The Marriage of Maria Braun
- UMB – The Marriage of Maria Braun: Fate in Film
- Swarthmore College – Maria Braun and the Formulation of a Nation
- Kino Tuškanac: Fassbinder: Enfant terrible of the New German Wave