Ποια είναι για εσάς η πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθεί άρτιο ένα νουάρ έργο;

Το νουάρ είναι υπαρξιακό και ταυτόχρονα κοινωνικο-πολιτικό μυθιστόρημα. Συνήθως οι χαρακτήρες του είναι είτε απλοί άνθρωποι που ξαφνικά επαναστατούν βίαια, είτε αντισυμβατικοί που προσπαθούν να καθορίσουν μόνοι τους τη μοίρα τους έστω και με τη βία. Σε κάθε περίπτωση, το κεντρικό θέμα είναι η αντίσταση ενός μοναδικού ατόμου ενάντια σε ένα ισχυρό σύστημα και οι επιπτώσεις που έχει αυτή η πράξη στην ψυχοσύνθεση και τον τρόπο σκέψης του. Το σύστημα δεν είναι απαραίτητα ο κρατικός, αλλά οποιοσδήποτε μηχανισμός προσπαθεί να καθορίσει τη ζωή και τη σκέψη του ανθρώπου. Αυτός είναι ο πυρήνας του, το νουάρ όμως είναι η πιο αντισυμβατική εκδοχή της αστυνομικής λογοτεχνίας. Οι συγγραφείς του πειραματίζονται, αμφισβητούν και δοκιμάζουν τα όρια των κανόνων της αστυνομικής φόρμας. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για να γράψει κανείς νουάρ είναι να μην φοβάται να ρισκάρει, να μην δείχνει υπερβολικό «σεβασμό» στους κανόνες. Εξάλλου άρτιο έργο, νουάρ ή οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχει.

Μια κι έχουν μεταφραστεί έργα σας στα τουρκικά, πείτε μας για την απήχηση της νουάρ αισθητικής, παραδοσιακά δυτικής, στο τουρκικό αναγνωστικό κοινό.

Είναι εντελώς άγνωστο σε εμάς, αλλά η τουρκική αστυνομική λογοτεχνία έχει πολύ μακρά παράδοση. Οι πρώτες μεταφράσεις στα οθωμανικά και τα πρώτα τουρκικά αστυνομικά διηγήματα δημοσιεύονται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Επίσης, περιοδικά τύπου Μαύρης Μάσκας ήταν δημοφιλή στην Τουρκία για πολλές δεκαετίες μετά τον Β’ ΠΠ. Στις σελίδες τους μεταφράστηκαν hardboiled διηγήματα και μυθιστορήματα και γράφτηκαν ιστορίες με πρωταγωνιστές γνωστούς ντετέκτιβ της αμερικάνικης σχολής. Ο Μάικ Χάμερ του Μίκι Σπιλέιν, για παράδειγμα, είναι πολύ δημοφιλής στην Τουρκία και έχει αποτελέσει το πρότυπο για αρκετούς αντίστοιχους χαρακτήρες στην τουρκική αστυνομική λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.

Η Μαύρη μπίρα, το βιβλίο μου που έχει μεταφραστεί, είχε πολύ θετική ανταπόκριση από το τουρκικό αναγνωστικό κοινό. Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα, αλλά διαπίστωσα ότι οι Τούρκοι ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την ελληνική λογοτεχνία, αστυνομική και μη, αλλά δεν έχουν συχνά την ευκαιρία να τη διαβάσουν, καθώς σπάνια μεταφράζονται βιβλία από τα ελληνικά στα τουρκικά.

Στο αστυνομικό βιβλίο που διαβάζει, ο ήρωας παρατηρεί πως υπάρχει ρομάντσο και ηθική τάξη βάζοντας τον εαυτό του στον αντίποδα. Είναι στιγμή ενδοσκόπησής του ή έμμεσα τονίζετε τη διαφορά αστυνομικού και νουάρ;

Ο αφηγητής βρίσκεται σε ένα υπαρξιακό τέλμα και με αφορμή το βιβλίο που διαβάζει, επαναξιολογεί τη ζωή του. Έχει συνηθίσει να ζει μόνος, αλλά τώρα που γέρασε, η μοναξιά τον τρομάζει. Θυσίασε τη συντροφικότητα και την ηθική για να είναι αποτελεσματικότερος στην δουλειά του, τώρα όμως που βρίσκεται στη δύση της καριέρας του, αναρωτιέται αν υπήρξε πραγματικά κάποιο όφελος από αυτή την επιλογή. Εκτός από τη φυσική, έχει να αντιμετωπίσει τη συναισθηματική και ηθική φθορά. Είναι το ίδιο παράλογες, αλλά είναι το ίδιο αναπόφευκτες; Και μήπως ευθύνεται μόνο ο ίδιος για τη δεύτερη; Η ζωή του δεν έχει τίποτα το ηρωικό σε αντίθεση με το βιβλίο που διαβάζει. Αυτή τη διαφορά τονίζω περισσότερο, ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή.

Η λογοτεχνία είναι η αντανάκλαση της ζωής, αλλά μέσα από έναν μεγεθυντικό φακό που εστιάζει σε ό,τι θεωρεί σημαντικό προκειμένου να το τονίσει. Επίσης είναι αντανάκλαση της εποχής της. Η αστυνομική λογοτεχνία του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου καθρεφτίζει έναν κόσμο που προοδεύει, δημιουργεί τρένα και μηχανές, αναπτύσσει τις επιστήμες και τον ορθολογισμό και στοχεύει σε ουτοπίες. Ο ντετέκτιβ είναι ένας αναγεννησιακός άνθρωπος που αξιοποιεί όλες αυτές τις αρετές για να οικοδομήσει και να διατηρήσει την τάξη, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρει τις γνώσεις του στους υπόλοιπους, συμπεριλαμβανομένου και του αναγνώστη. Η αμερικάνικη αστυνομική λογοτεχνία αντικατοπτρίζει τη δεκαετία του 1930. Αντί για ουτοπία, ο κόσμος έζησε τον εφιάλτη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και ετοιμάζεται για άλλον έναν. Το αμερικάνικο όνειρο έχει μετατραπεί επίσης σε εφιάλτη: Η οικονομία κατέρρευσε, το σύστημα αποδεικνύεται διεφθαρμένο και δεν δίνει σε όλους τις ίδιες ευκαιρίες. Ντετέκτιβ, όπως ο Σαμ Σπέιντ ή ο Φίλιπ Μάρλοου, είναι αρκετά σκληροί και βίαιοι για να επιβιώσουν, αλλά ταυτόχρονα παλεύουν να παραμείνουν ηθικοί, να αποφύγουν τη γάγγραινα της διαφθοράς που απονεκρώνει την κοινωνία. Το νουάρ λοιπόν αντανακλά την ψυχοσύνθεση της σημερινής κοινωνίας. Η ιδέα της οικοδόμησης μιας οποιασδήποτε ουτοπίας έχει ξεφτίσει τελείως, η βία και η διαφθορά έχουν διογκωθεί τρομακτικά, ακόμα και οι μηχανές αποτελούν πια απειλή. Δεν είναι ότι οι νουάρ ήρωες δεν έχουν ηθική, αλλά ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τη διαφορά, όπως έκαναν ο Σπέιντ και ο Μάρλοου, και συνήθως ούτε καν να επιβιώσουν.

Ο ήρωας δυσφορεί με το γήρας του και με τη μονότονη «καριέρα” του ως εκτελεστής. Ποιο απ’ τα δυο πιστεύετε πως θα άλλαζε αν μπορούσε;

Σίγουρα την ηλικία του. Το βιβλίο αρχίζει ένα τέταρτο πριν τα γενέθλιά του, την ώρα που συνειδητοποιεί ότι γέρασε και είναι εντελώς μόνος. Εξάλλου, ποιος δεν θα ήθελε να αποτρέψει το γήρας; Η ιδέα να ξαναγίνει νέος ή να εγκαταλείψει την «καριέρα» του μπορεί να μοιάζουν ελκυστικές, το ερώτημα όμως είναι τι θα γινόταν αν πραγματικά τα κατάφερνε; Θα ήταν ευτυχισμένος; Χωρίς να αποκαλύψω πολλά, μπορώ να πω ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτά τα ερωτήματα κι οι απαντήσεις δεν είναι απλές ή εύκολες.

Στο προηγούμενο βιβλίο σας, τον «Άνθρωπο στο τρένο», πέντε -φιλήσυχοι- αυτόπτες μάρτυρες επιχειρούν να ερμηνεύσουν ένα δυστύχημα ενώ εδώ, συμβόλαια θανάτου εκτελούνται βίαια. Αφηγηματικά, ποιο είναι πιο ελκυστικό;

Αναγνωστικά, φαντάζομαι ότι η απάντηση αλλάζει κατά περίπτωση. Κάποιοι προτιμούν το πρώτο, κάποιοι το δεύτερο. Συγγραφικά και τα δύο είναι ελκυστικά γιατί προσφέρουν διαφορετικές αφηγηματικές δυνατότητες και προκλήσεις. Ανάλογα με το θέμα και την οπτική γωνία μέσα από την οποία θέλω να το παρουσιάσω, επιλέγω και τη φόρμα της αφήγησης.

Ο «Άνθρωπος στο τρένο» είναι ένα παιχνίδι προβολών, ένα θεωρητικό πείραμα για το πόσο διαφορετική είναι η πραγματικότητα του καθενός. Η ιστορία των δύο νεκρών δεν έχει καμία σημασία, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι οι ερμηνείες που δίνουν οι πέντε αυτόπτες μάρτυρες και το τι μαρτυρούν αυτές για τους χαρακτήρες και τις ζωές τους.

Στις «Νεκρές ώρες» υπάρχει το παράδοξο ότι ο αφηγητής είναι απόλυτα εξοικειωμένος με τον βίαιο θάνατο, αλλά δεν μπορεί να αποδεχτεί τη θνητότητά του. Επίσης, ήθελα να πειραματιστώ με τη γλώσσα και τον αφηγηματικό ρυθμό, δύο σημαντικά στοιχεία στο νουάρ. Τέλος, ενώ η πεμπτουσία της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η κεντρική πλοκή, στις «Νεκρές ώρες» βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο. Κάθε κεφάλαιο έχει την δική του υποπλοκή, μοιάζοντας με διήγημα, ενώ μόνο στο τέλος καταλαβαίνουμε την πραγματική ιστορία, μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο από μόνη της. Είναι σαν να παίζεται μια ενδιαφέρουσα παρτίδα σκάκι κι εμείς να παρακολουθούμε μόνο τις κινήσεις ενός από τα πιόνια. Αν λειτουργεί στην πράξη, θα το κρίνει ο αναγνώστης, συγγραφικά όμως ήταν μια ιδιαίτερα ελκυστική πρόκληση.


Διαβάστε επίσης:

Νεκρές ώρες – Βασίλης Δανέλλης