Πριν ακόμα φτάσει στα χέρια μου το συγκεκριμένο βιβλίο, οι κριτικές που είχα διαβάσει σχετικά με αυτό ήταν εξαιρετικά διφορούμενες, κάτι το οποίο μου είχε προκαλέσει μια εσωτερική σύγχυση, αφού δεν ήμουν σε θέση να γνωρίσω εξ’ αρχής την πραγματική του ταυτότητα.

Ωστόσο, με το που το άγγιξα, συνέβη κάτι μαγικό. Όλα μου τα ένστικτα ενεργοποιήθηκαν στη στιγμή, φωνάζοντάς μου πως πρόκειται να διαβάσω ένα βιβλίο, την αναγνωστική εμπειρία του οποίου θα απολαύσω στιγμή τη στιγμή. Και πραγματικά, έτσι έγινε, αφού προς μεγάλη μου έκπληξη, «Το χέρι που σε τρέφει», δεν είναι ένα ακόμα κοινότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, κάτι διαφορετικό, ένα κείμενο ικανό να σε συγκινήσει με τρόπους που δεν φανταζόσουν και το κυριότερο, ένα κείμενο που σε προκαλεί να σκεφτείς.

Η Μόργκαν είναι μια νέα, δυναμική, δραστήρια, έξυπνη και μορφωμένη γυναίκα, που θεωρητικά έχει μια τακτοποιημένη και ήρεμη ζωή. Είναι τελειόφοιτη θυματολογίας, έχει σχέση με έναν άντρα που φαντάζει ιδανικός για εκείνη, το διαμέρισμά της που αποτελεί το προσωπικό της καταφύγιο, ενώ δίνει απλόχερα την αγάπη της στα σκυλιά της που αποτελούν μέλος της οικογένειάς της, προσφέροντας παράλληλα βοήθεια σε άσυλα αδέσποτων ζώων. Η ηρεμία όμως αυτή θα ανατραπεί όταν η Μόργκαν θα βρει τον αρραβωνιαστικό της άγρια δολοφονημένο, και ως δράστες χαρακτηρίζονται τα σκυλιά της. Στην προσπάθειά της να ανακαλύψει τι πραγματικά έχει συμβεί, αλλά και να σώσει τους σκύλους της, ανακαλύπτει πράγματα για τον Μπένετ τα οποία θα την εκπλήξουν, με σημαντικότερο όλων πως δεν ήταν αυτός που έλεγε και πως όσο καιρό ήταν μαζί την χειραγωγούσε, όπως ακριβώς έκανε και με άλλες γυναίκες. Όμως αυτό είναι μόνο η βάση του παγόβουνο και μέχρι να φτάσει η Μόργκαν στην κορφή έχει να διανύσει μεγάλη πορεία και κυρίως, να αναθεωρήσει την ίδια της την ύπαρξη.

Η Amy Hempel και η Jill Ciment, δύο ιδιαίτερα αναγνωρισμένες και πετυχημένες συγγραφείς, αποφάσισαν να γράψουν από κοινού το εν λόγω μυθιστόρημα, υπογράφοντάς το ως A. J. Rich, επηρεασμένες από την προσωπική ιστορία μιας πολύ καλής τους φίλης η οποία και είχε όλα τα χαρακτηριστικά της Μόργκαν, ενώ παράλληλα είχε μπλεχτεί σε μια σχέση που αν και φάνταζε ιδανική, αποδείχτηκε πως μέσα σε αυτήν λειτουργούσε ως θύμα εν αγνοία της. Το γεγονός πως το μυθιστόρημα αυτό βασίζεται σε αληθινά γεγονότα το καθιστά όχι πιο ενδιαφέρον, αλλά πολύ πιο τρομακτικό. Ειδικά σε μία εποχή όπως αυτή που διανύουμε, που οι σχέσεις γύρω μας, ακόμα και οι συζυγικές, δεν σου παρέχουν καμία απολύτως ασφάλεια, αφού ο σύντροφός σου μπορεί να αποδειχτεί τέρας από τη μια στιγμή στην άλλη, το να διαβάζεις μια ιστορία όπως αυτή, όπου μια γυναίκα που ακολουθεί όλα τα σύγχρονα πρότυπα του χειραφετημένου μοντέλου γυναικών, γίνεται θύματα χωρίς καν να το συνειδητοποιεί, σε κάνει να ανατριχιάζεις. Ο λόγος, απλός! Είναι γιατί το επόμενο θύμα θα μπορούσες να είσαι εσύ ο ίδιος.

Οι συγγραφείς δεν εστιάζουν τόσο στο αστυνομικό σκέλος της πλοκής, που αν εξαιρέσουμε το κάπως βεβιασμένο και εύκολο -για τα δεδομένα της ιστορίας- τέλος, είναι άρτια δουλεμένο και σε παραπλανεί σε πολλά σημεία επιτυγχάνοντας να εντείνει την αγωνία του αναγνώστη, αλλά περισσότερο στην εγκληματολογική ανάλυση της όλης ιστορίας. Εκμεταλλευόμενες στο έπακρο την επαγγελματική ιδιότητα της πρωταγωνίστριάς τους, οι συγγραφείς αναλύουν μέσω αυτής τα ψυχολογικά προφίλ θυμάτων και δραστών, επεκτείνοντας την δράση τους αυτή -πέραν του προσωπικού επιπέδου- σε μια εκ βαθέων κοινωνιολογική ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία μαστίζεται από διαστροφές, διαταραχές, και την απεγνωσμένη ανάγκη πολλών ανθρώπων να ασκούν τον έλεγχο με τρόπο που ξεφεύγει από τα όρια της υγιούς επιθυμίας, αλλά και την ασυναίσθητη παρόρμηση κάποιων άλλων να αφήνονται σε αυτά που με ύπουλο τρόπο τους κατευθύνουν ορισμένοι έτσι ώστε να σκέφτονται, να πράττουν και να λειτουργούν κατ’ εντολήν και όχι κατά βούληση.

«Το χέρι που σε τρέφει» είναι -για μένα- ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τελευταία και κυρίως, ένα από τα καλύτερα βιβλία στο είδος του. Οι συγγραφείς έχουν κάνει πολύ αυστηρή μελέτη του νομικού κώδικα και κυρίως, του ψυχολογικού κώδικα που απαιτεί μια επιστήμη όπως είναι η θυματολογία, η οποία και αποτελεί παρακλάδι της εγκληματολογίας, μετατρέποντας την θεωρία σε πράξη και αναλύοντάς την βήμα προς βήμα. Και ενώ η απόφασή τους αυτή εύκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ριψοκίνδυνη, θεωρώ πως υποστηρίζεται στον απόλυτο βαθμό από το τελικό αποτέλεσμα. Μια ιστορία που φαντάζει ξένη αρχικά και που όμως, καταλήγει να φαίνεται τόσο οικεία που το αίσθημα είναι σχεδόν τρομακτικό. Μια αποτύπωση της εποχής που διανύουμε με όλες τις αρνητικές της προεκτάσεις, αλλά και με τα θετικά που μπορεί να επιφέρει η αναγνώριση των λαθών μας. Μια ιστορία τρομακτική και συνάμα γοητευτική που σε παρασύρει και σε καθηλώνει ολοκληρωτικά, που με ένα λίγο καλύτερο φινάλε, θα μπορούσε να μας απογειώσει.

Το βιβλίο των A.J. Rich (Amy Hempel και Jill Ciment), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος.