Κάποιοι ιστορικοί έχουν ισχυριστεί πως οι πόλεμοι είναι το απόλυτο αναγκαίο κακό ώστε ο κόσμος και οι άνθρωποι να περνούν κρίσεις και μέσα από αυτές ο κόσμος να προοδεύει. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται συνεχώς καθώς οι πόλεμοι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης από τότε που ο άνθρωπος υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη, ωστόσο η πρόοδος μάλλον δεν έρχεται και ο κόσμος γίνεται όλο και πιο άγριος, πιο βάρβαρος, πιο εχθρικός. Εξάλλου, τόσο το προπατορικό αμάρτημα όσο και η αδελφοκτόνος σχέση του Κάιν και του Άβελ εκεί συγκλίνουν, υπό κάποια έννοια πόλεμος συνέβη και στα δύο ζευγάρια και αυτή η κακή παράδοση συνεχίζεται ως και σήμερα με τις γνωστές επιπτώσεις. Ο Φώκνερ, ξακουστός συγγραφέας σπουδαίων βιβλίων, όπως ο Αχός και το πάθος, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, Καθώς ψυχορραγώ (όλα αυτά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Gutenberg σε εξαιρετικές μεταφράσεις) αλλάζει θεματική ως προς τα παραπάνω βιβλία του και πραγματεύεται τα γεγονότα που σχετίζονται με τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται βέβαια για έναν πόλεμο παντελώς αχρείαστο καθώς επιβεβαιώνεται η ρήση του Πωλ Βαλερύ πως πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν.

Στρατιώτες σε μια πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν ολέθριο πόλεμο καταρρίπτουν τον μύθο

Στρατευμένος συγγραφέας ο ίδιος γράφει ένα μυθιστόρημα κόλαφο για όλα συνέβησαν εκείνα τα σκληρά χρόνια, ένα μυθιστόρημα με πολλαπλούς συμβολισμούς για όλους εκείνους τους άγνωστους στρατιώτες που πλήρωσαν άδικα και με τίμημα τη ζωή τους τις πολεμοχαρείς διαθέσεις κάποιων. Το ενδιαφέρον του λοιπόν μεταφέρεται στην Ευρώπη και σε όλα λαμβάνουν χώρα στην Γηραιά ήπειρο, εκεί όπου χτυπά η καρδιά των πολεμικών συρράξεων και πρωταγωνιστούν εκείνοι που θέλουν να πάνε ενάντια στην κόλαση του θανάτου, στα αιματοκυλισμένα χαρακώματα όπου σταματά η ζωή και έρχεται το πρόωρο τέλος. Μέσα από ένα χρονικό γεγονότων, μέσα στους λασπωμένου στρατώνες και την βουή των λάκκων που μετατρέπονται σε χαρακώματα, ο Φώκνερ τοποθετεί το θέατρο δράσης του για να καταγγείλει πρωτίστως τον αβυσσαλέο αγώνα ανθρώπων που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους και όμως μάχονται σαν να μην υπάρχει αύριο υπηρετώντας τη δίψα για αίμα, είναι το σύνθημα η ζωή σου, ο θάνατός μου που επικρατεί. «Και όταν έπεσε το βλήμα, δεν έμεινε τίποτα για να καρφιτσώσουν επάνω του το παράσημο, τίποτα για να αναγνωρίσουν ή να θάψουν, κι έτσι το παράσημο βρισκόταν ακόμα μέσα στη χιλιοχτυπημένη κασέλα, την οποία οι διάδοχοι του υπασπιστή επιτηρούσαν διαδοχικά σε κάθε μετάθεση · και τότε ο διοικητής της μεραρχίας έβγαλε το βιβλίο και διάβασε τον τίτλο και μετά τον διάβασε ξανά με την αγανάκτηση να φουσκώνει μέσα του, τον διάβασε φωναχτά…».

Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν κάθε λογής στρατιώτες, Γάλλοι, Βρετανοί, Αμερικανοί και βέβαια Γερμανοί σε μια συναυλία κακόηχη όπου παραμονεύει ο κίνδυνος και όλα είναι επισφαλή. Τίποτα δεν μένει ίδιο και όλα είναι ρευστά μέσα σε έναν ποταμό αβεβαιότητας να κυριαρχεί στην καθημερινότητα των στρατιωτών που παλεύουν ουσιαστικά να μείνουν ζωντανοί και να δουν την επόμενη ημέρα να ξημερώνει. Τι οδηγεί όμως τους στρατιώτες να αρνηθούν μια νέα επίθεση; Τι είναι αυτό που τους κινητοποιεί να επαναστατήσουν και να πουν όχι σε ένα νέο αιματοκύλισμα; Είναι μια επανάσταση απέναντι στο κακό, είναι μια προφητική ματιά ίσως, είναι το όχι στην βαρβαρότητα, είναι το θάρρος επίσης καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πως η στρατιωτική πειθαρχία είναι το Α και το Ω και πως μια τέτοια πράξη είναι τιμωρητέα και θα έχει συνέπειες. Είναι όμως κυρίως μια απέλπιδα προσπάθεια των στρατιωτών που ακολουθούν τον δεκανέα, αυτόν τον γενναίο άνθρωπο ο οποίος αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει ως πρόβατο επί σφαγή τις εντολές των ανωτέρων του, θέλει να ζήσει και αυτό είναι το βασικό μήνυμα.

Η Ζωή Μπέλλα Αρμάου η οποία έχει επιμεληθεί τον πρόλογο της έκδοσης καθώς και την γενική επίβλεψη γράφει χαρακτηριστικά επιβεβαιώνοντας του λόγου το αληθές: «Στον στρατό έχουνε επενδυθεί καριέρες, προσωπικές φιλοδοξίες και ιδεολογίες που ιστορικά έχουν διανύσει αιώνες και έχουν καταξιωθεί παγκοσμίως. Πώς είναι δυνατόν η διαμαρτυρία κάποιων ασήμαντων να διαψεύσει όνειρα, να υπονομεύσει συμφέροντα, να αμφισβητήσει το προνόμιο των αποφάσεων και των διαταγών αξιωματούχων που το απέκτησαν στο όνομα της αφοσίωσης στο πατριωτικό καθήκον; Ποιος είναι αυτός που θα διαταράξει τον κρατικό μηχανισμό;{…}». Είναι λοιπόν η αντίσταση στον όλεθρο που επέρχεται μια κίνηση κάποιων ανθρώπων σκεπτόμενων που δεν λειτουργούν ή που δεν θα ήθελαν να είναι έρμαια οποιωνδήποτε αποφάσεων καθώς πολλές φορές τα όχι είναι αυτά που γράφουν ιστορία, το δικό μας ΟΧΙ είναι ένα τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, το μυθιστόρημα είναι ένα μωσαικό διαλόγων και αντιπαραθέσεων, θέσεων και αντιθέσεων επί στρατιωτικών και ηθικών ζητημάτων καθιστώντας τον Φώκνερ έναν στοχαστή του καιρού του.

Ο Ουίλλιαμ Φώκνερ -σε μία συνέντευξη που έδωσε το 1956 στη Τζιν Στάιν και η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο από τις εκδόσεις Τόπος με τίτλο “Η τέχνη της γραφής”- αναφέρει χαρακτηριστικά για το ρόλο που πρέπει να διαδραματίζει ο εκάστοτε δημιουργός: «Ο καλλιτέχνης δεν έχει σημασία. Μόνο αυτό που δημιουργεί έχει σημασία, εφόσον δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο για να ειπωθεί. Ο Σέξπιρ, ο Μπαλζάκ, ο Όμηρος, όλοι τους έγραψαν για τα ίδια πράγματα, κι αν είχαν ζήσει χίλια ή δύο χιλιάδες χρόνια ακόμα, οι εκδότες δεν θα είχαν ανάγκη κανέναν άλλο έκτοτε». Ο Ουίλλιαμ Φώκνερ, βραβευμένος με Νόμπελ το 1949, υπήρξε, μαζί με τον Στάινμπεκ και τον Χέμινγουεϊ, ακρογωνιαίος λίθος της σύγχρονης αμερικανικής μυθοπλασίας με έναν λόγο βαθιά πολιτικό και στοχευμένο στην ανάδειξη των κοινωνικών ανισοτήτων, όπως είναι για παράδειγμα οι φυλετικές διακρίσεις, ένα πρόβλημα οικουμενικό και με διαστάσεις σε παγκόσμια κλίμακα ειδικά την εποχή εκείνη. Με το βιβλίο του λοιπόν αυτό δημιουργεί ένα έργο που παίρνει θέση και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δίνει την ώθηση τόσο στους ανθρώπους της εποχής του όσο και κάθε εποχής να προβληματιστούνε.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Το μόνο που μπορείς να σκοτώσεις είναι η σάρκα του ανθρώπου. Τη φωνή του δεν μπορείς να τη σκοτώσεις. Κι αν υπάρχει αρκετή σάρκα, χωρίς καν λίγο χώρο να ξαπλώσει και να αναπαυθεί, τότε μπορείς να την ακούσεις και αυτή»

Διαβάστε επίσης:

Ουίλιαμ Φόκνερ – Ένας μύθος: Ένα κορυφαίο βιβλίο του νομπελίστα συγγραφέα