Στην ταινία που προβάλλεται εδώ και καιρό στις ελληνικές αίθουσες ο Ευτυχισμένος πρίγκιπας Όσκαρ Ουάιλντ παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως ένας μοναχικός καβαλάρης, παραμερισμένος και διωκόμενος από την κοινωνία, η οποία λίγο καιρό πριν τον υμνούσε και τον χειροκροτούσε. Η άστατη όμως ζωή του και η αποκάλυψη της ομοφυλοφιλίας του δεν του άφηναν περιθώρια να ζήσει όπως εκείνος το επιθυμούσε.

Διαβάζοντας αυτά τα νεανικά διηγήματα του Καπότε ανέτρεξα στον Ιρλανδό πρίγκιπα γιατί οι ζωές τους αν και σε εντελώς διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη και χρονικά πλαίσια θυμίζουν εκείνον που μένει φυλακισμένος στο ίδιο του το παρόν αδυνατώντας να ατενίσει με αισιοδοξία το μέλλον λόγω της διαφορετικότητάς του. Ο Τρούμαν Καπότε και ο Όσκαρ Ουάιλντ έζησαν ως προς την ηλικία περίπου τα ίδια χρόνια και ήταν και οι δύο αιχμάλωτοι της ιδιαιτερότητάς τους, τόσο της συγγραφικής, όσο και της ομοφυλοφιλικής, ίσως αν ζούσαν την ίδια εποχή μπορεί να ήταν εραστές ή απλώς πολύ καλοί φίλοι. Στα διηγήματα αυτά, τα τόσο λυρικά και κινηματογραφικά, ο Καπότε ξεδιπλώνει και ανακοινώνει την τέχνη που θα τον έκανε διάσημο με μυθιστορήματα όπως το Πρόγευμα στο Τίφφανυς και το Εν ψυχρώ.

Ένας εμπνευσμένος μόνιμα διωγμένος

«Η πιο ενδιαφέρουσα συγγραφική εμπειρία εκείνων των ετών ήταν οι απλές, καθημερινές παρατηρήσεις που κατέγραφα στο ημερολόγιό μου. Περιγραφές κάποιου γείτονα… τοπικά κουτσομπολιά. Ένα είδος δημοσιογραφίας, μια τεχνική θέασης και ακρόασης που τα κατοπινά χρόνια θα επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωσή μου, αν και τότε ακόμη δεν το συνειδητοποιούσα, διότι παρ’ όλη την «επισημότητα» της γραφής μου, αυτά που εξέδιδα, επιμελώς δακτυλογραφημένα, ήταν λίγο ως πολύ μυθοπλασίες». Ο Τρούμαν Καπότε στα διηγήματά του καταγράφει ανθρώπους στο περιθώριο, απόκληρους και μοναχικούς, πληγωμένους και κυνηγημένους, ανθρώπους της διπλανής πόρτας που κανείς δεν ξαναείδε ή άκουσε, ανθρώπους που κινούνται στη χαρμολύπη και τείνουν να χαθούν στο άπειρο αν ποτέ υπήρξαν για τους ίδιους τους τους εαυτούς.

Ο Καπότε άλλοτε μιλά μέσω των ηρώων του για αυτά που παρατηρεί έξω ως ανταποκριτής των γεγονότων και άλλοτε ως καθρέφτης του εαυτού του αναφέρεται στους ήρωές του για να μας μιλήσει για τον ίδιο, τις αγωνίες και τους φόβους που τον διακατέχουν σε μία κοινωνία από την οποία όλο και αποξενώνεται οικειοθελώς ως ξένο σώμα.

Σε όλα τα διηγήματα είναι διάχυτη μια μελαγχολία, η οποία προφανώς δημιουργείται από τη μία από όσα συμβαίνουν στην ψυχολογία και την ψυχοσύνθεσή του – καθώς τον βαραίνει ο κοινωνικός αυτοαποκλεισμός του από την αδυναμία να υπερασπιστεί την ομοφυλοφιλία του και άρα διοχετεύει όλη την αγωνία της επόμενης μέρας στο χαρτί ως τη μόνη λύτρωσή του – και από την άλλη στα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα γύρω του, τον ρατσισμό που τα επόμενα χρόνια θα λάβει διαστάσεις χίμαιρας ή ακόμα την σκιαγράφηση ανθρώπων που βαλτώνουν στο είναι τους και μοιάζουν αβοήθητοι, ανθρώπους που μέσα από το παράθυρο μιας καφετέριας παρατηρεί και «ζωγραφίζει» με την πένα του σαν ιμπρεσιονιστής ζωγράφος.

Ο Καπότε είναι επηρεασμένος από το περιβάλλον που ανήκει και γράφει αυτά τα διηγήματα σε μικρή ηλικία και σε μια εποχή που ο ίδιος διαμορφώνει το ύφος που λίγα χρόνια αργότερα θα τον καταστήσει ως μία από τις πιο διάσημες φωνές της αμερικανικής λογοτεχνίας. Η ώσμωση που πραγματοποιείται εδώ είναι πολύ καίρια και σημαίνουσα όπως παρατηρεί και ο Χίλτον Ολς στον πρόλογό του: «Λέξεις, ιστορίες, αφηγήσεις – από παιδί πάλευε με δαύτες, μεγαλώνοντας στη Λουζιάνα και την ύπαιθρο της Αλαμπάμα, και κατόπιν στο Κοννέκτικατ και τη Νέα Υόρκη-, ένας νεαρός πολίτης διαμορφωμένος από έναν διηρημένο κόσμο κι από αντικρουόμενους πολιτισμούς».

Οι άνθρωποι, μία μόνιμη θεματική στο προσκήνιο

Απέναντι στις εσωτερικές ανήσυχες φωνές που τον βασανίζουν ο Καπότε επιστρατεύει εικόνες και στιγμές ανθρώπων που ζουν με τα δικά τους βάσανα σαν να ήθελε να κάνει μία μεταβίβαση και μεταφορά βαρών, να ανακουφιστεί από όλα όσα είχε ο ίδιος στο μυαλό του. Στο διήγημα «Το μαγαζάκι στο ρέμα» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η γυναίκα κοίταζε απ’ το πίσω παράθυρο του μαγαζιού, απορροφημένη απ’ το θέαμα των παιδιών που παίζανε πανευτυχή στο καθάριο νερό της ρεματιάς. Ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος πέρα ως πέρα κι ο ήλιος του Νότου πύρωνε τη γη. Η γυναίκα σφούγγισε τον ιδρώτα του μετώπου της μ’ ένα κόκκινο μαντήλι. Το νερό που κυλούσε ορμητικό πάνω στα λαμπερά βότσαλα της ρεματιάς έμοιαζε κρύο και δελεαστικό…».

Ο Καπότε μοιάζει να παρατηρεί τους ανθρώπους από την κλειδαρότρυπα ή κρυμμένος πίσω από μία κουρτίνα που ξαφνικά ανοίγει για να διεισδύσει στα άδυτα των ζωών τους. Αυτή η κινηματογραφική του διάθεση είναι διάχυτη στα περισσότερα διηγήματα και δεν την κρύβει αλλά με τον γλαφυρό του λόγο προβάλλει την επιθυμία να κατασκοπεύσει τις ζωές των άλλων για να χαρεί λίγο με την παθητικότητά τους – την δική του παθητικότητα στην πραγματικότητα και την αδυναμία να ζήσει πραγματικά – ή να διαπιστώσει την θλίψη τους, μία θλίψη που την μοιράζεται με τον αναγνώστη.

Είναι όμως και ένας παλμογράφος της ζωής στην πόλη, εκεί που οι άνθρωποι χάνονται μέσα στο πλήθος και οι ζωές τους μοιάζουν με μικρά σπιτάκια σε μία απέραντη μεγαλούπολη που μοιάζει να τους πνίγει με το απρόσωπο πρόσωπό της, την μη αναγνωρισιμότητα και τελικά την επώδυνη μοναχικότητα από την οποία και ο ίδιος πάσχει. Στο διήγημα Λούσυ γράφει: «Η Νέα Υόρκη ήταν απλώς μια απέραντη μοναξιά. Ο Χάντσον ψιθύριζε ολοένα «ποταμός Αλαμπάμα». Ναι, ο Αλαμπάμα με τα κόκκινα λασπόνερά του να ξεχειλίζουν απ’ τις όχθες, και μ’ όλους τους βαλτώδεις παραπόταμούς του.»

Ο Καπότε σε όλα τα διηγήματα βάζει ανεξίτηλα τη σφραγίδα του και ο αναγνώστης παίρνει μία εφ’ όλης της ύλης μυρωδιά των όσων θα επακολουθήσουν στα πιο ξακουστά γραπτά του, ένας πρίγκιπας του καιρού του που σαγηνεύει με το αφηγηματικό του δαιμόνιο, η τέχνη του δημοσιογράφου παντρεύεται άψογα και με δεξιοτεχνία με την τέχνη του συγγραφέα. Ο Ντέιβιντ Έμπερσχοφ στο επίμετρο του βιβλίου το δηλώνει ανοιχτά: «Εκ φύσεως και μόνο, δεν είναι ώριμα έργα, μα πιο πολύ το εγχείρημα ενός νεαρού συγγραφέα που εξελίσσει την τέχνη του».


Αποσπάσματα

«»Το μόνο που ελπίζω» μονολόγησε κοιτώντας τον μαύρο κι ωστόσο γεμάτο απ’ το φεγγάρι ουρανό «είναι να μη με ξεχάσει – υποθέτω πως δεν έχω δικαίωμα να ελπίζω κάτι περισσότερο απ’ αυτό» – Απ’ το διήγημα Αν σε ξεχάσω

«Ο Τζέικ απομακρυνόταν με βήμα ταχύ, κι ο Τιμ κίνησε στο κατόπι του. Μπορεί να ‘φταιγε η λιακάδα που καθρεφτιζότανε στα μάτια του – κι απ’ την άλλη, μπορεί να ‘χε στ’ αλήθεια δακρύσει» – Απ’ το διήγημα Όταν οι δρόμοι χωρίζουν