«Ο Σηματωρός δεν αντλήθηκε από την επιφάνεια της ζωής με τρόπο δημοσιογραφικό αλλά από τα βάθη της ύπαρξης του Ντίκενς» διαβάζουμε στον πρόλογο του βιβλίου γραμμένο από τον Σάιμον Μπράντλεϋ.

Η ιστορία αυτή και ο μυστηριώδης μίτος της μοιάζει να έχουν σημάδια αυτοβιογραφικά που συνδέουν την ιστορία του σηματωρού με τον προσωπικό φόβο του Ντίκενς για τα τρένα. Έναν φόβο που με έμμεσο τρόπο αφηγείται στον Σηματωρό, καταδεικνύοντας με μέθοδο που θυμίζει ψυχανάλυση πριν αυτή καν εφευρεθεί πόσο μια τραυματική εμπειρία μπορεί να επηρεάσει τόσο το υποσυνείδητό μας όσο και την πνευματική μας κατάσταση.

Ο Ντίκενς σε κατάσταση ψυχολογικά κρίσιμη χτίζει μια ιστορία φαντασμάτων στοιχειωμένος ο ίδιος από αυτά που βίωσε όντας ο ίδιος επιβάτης σε ένα από τα τρένα που τον πηγαινο-έφερναν μεταξύ Λονδίνου και Γκαντ’ς Χιλλ και ζώντας από πρώτο χέρι το θλιβερό ατύχημα που κόστισε τη ζωή σε δέκα ανθρώπους. Ο Ντίκενς φαίνεται πως κατέγραψε στον «σκληρό του δίσκο» τα όσα δραματικά και οδυνηρά συνέβησαν σε αυτό το τραγικό συμβάν και είναι ένα γεγονός που εντυπώθηκε τόσο έντονα στη μνήμη που του προκάλεσε προς το τέλος της ζωής του αναταραχή, ανησυχία και πανικό μπροστά στο φόβο μιας επικείμενης επανάληψης.

«Επιβάτης» των σκοτεινών του σκέψεων

Στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρονται διάφορες ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική εμπειρία του Ντίκενς από τα συχνά ταξίδια που πραγματοποιούσε. Βρισκόμαστε λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του και αγκαλιά με το τελευταίο του σύγγραμμα ενώ παράλληλα μαθαίνουμε για την έντονη συναισθηματική ζωή του καθώς είχε μόλις χωρίσει από την γυναίκα του ενώ είχε ερωτευτεί σφόδρα μια κοπέλα πολύ νεότερή του. «Το τραύμα της έκθεσης στον βίαιο θάνατο, οι ενοχές για τη συμπεριφορά του προς τη σύζυγό του, ο φόβος της αποκάλυψης, η αμείλικτη σωματική κόπωση – όλα αυτά ήταν συνυφασμένα με τη σχέση του Ντίκενς με το σιδηρόδρομο στα τελευταία χρόνια της ζωής του».

Δέσμιος λοιπόν αυτής της νέας σχέσης, όμηρος των φόβων του και επιβαρυμένος με αυτό το φορτίο της άστατης και ταραγμένης συναισθηματικής κατάστασης σε μία περίοδο δύσκολης μετάβασης στην οποία βρισκόταν, τα ταξίδια τον ανάγκαζαν σε συχνές μετακινήσεις, τις οποίες από ό,τι φαίνεται δεν απολάμβανε και τόσο πολύ μετά τα όσα του συνέβησαν. Μετά το τραγικό ατύχημα, το οποίο ανέφερα προηγουμένως ήταν πολύ διστακτικός στις μετακινήσεις του και ζούσε ολοκληρωτικά μέσα σε μία επώδυνη για τον ίδιο μετατραυματική εμπειρία.

Ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει στον αφηγητή Ντίκενς είναι κατά μία έννοια ή να προσπαθεί να ταυτιστεί με την αγωνία του σηματωρού, ο οποίος καταδιώκεται και κατατρύχεται από τις εφιαλτικές εικόνες μιας αόρατης και απροσδιόριστης μορφής ή να λαμβάνει τον ρόλο του παρατηρητή και καταγραφέα των όσων λαμβάνουν χώρα σε εκείνο το δύσβατο σημείο όπου διαμένει ο Σηματωρός και ασκεί το λειτούργημά του ή ίσως και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση, ο Ντίκενς είναι ο ίδιος θύμα μιας πραγματικότητας, μιας εσωτερικής διαταραχής που τον οδηγεί μέσω της γραφής να καταγράψει τον τρόμο που αισθάνεται μπροστά σε ένα δεύτερο επικείμενο ατύχημα.

Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να είναι για τον ίδιο το μέσο λύτρωσης και ανακούφισης της αδύναμης πλέον φύσης του εξωτερικεύοντας έτσι και εκφράζοντας εμμέσως πλην σαφώς όλο τον αγωνιώδη πυρετό που νιώθει εμπρός στο φάντασμα ενός τρένου που κατακρημνίζεται και τον παίρνει μαζί του στον θάνατο. Εξάλλου, όπως διαβάζουμε στον πρόλογο ο Ντίκενς το επόμενο λεπτό του ατυχήματος βρισκόταν ανάμεσα στα θύματα και τους τραυματίες για να τους συνδράμει με τον τρόπο του και μάλιστα αναγνωρίστηκε από ορισμένους επιβάτες του τρένου. Είδε όμως και τους νεκρούς ιδίοις όμμασι και φαίνεται πως αυτό τον σημάδεψε και τον στιγμάτισε σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισε να το καταγράψει και να το μεταφέρει στο κείμενο αυτό εντάσσοντας στοιχεία φανταστικά.

Εγγεγραμμένος στην πύλη της διαχρονικότητας

Ο Ντίκενς όμως επιτελεί και ένα ακόμα έργο με το βιβλίο αυτό. Ουσιαστικά αποτίνει φόρο τιμής στο λειτούργημα του σηματωρού και εξυμνεί την άσκηση αυτού του επαγγέλματος που απαιτεί υπευθυνότητα και στην πραγματικότητα σώζει ζωές. «Κι εγώ, ο Θεός να με βοηθήσει! Ένας απλός σηματωρός είμαι σ’ ετούτον τον απόμερο σταθμό! Γιατί δεν πάει σε κάποιον με κύρος ώστε να γίνει πιστευτός και με δύναμη ώστε να κάνει κάτι;». Αυτά είναι τα λόγια του σηματωρού που του βάζει στο στόμα ο Ντίκενς, ο οποίος εκτιμούσε πέρα του δέοντος και σεβόταν τον ρόλο του σηματωρού, κάτι που διαβάζουμε και στον πρόλογο του βιβλίου: «… ο σηματωρός γνωρίζει ότι η ζωή άγνωστων ανθρώπων εξαρτάται από τη δική του προσοχή και εγρήγορση…».

Εκεί λοιπόν απομονωμένος από τον έξω κόσμο ο σηματωρός του Ντίκενς διατρέχει κινδύνους που αγγίζουν τα όρια της μεταφυσικής και μέσα από αυτό το δύσκολο μετερίζι καλείται να επιτελέσει το καθήκον του και την αποστολή του. Ο Ντίκενς με την προσφιλή του αφηγηματική δεξιοτεχνία που έχουμε δει ήδη στην πρότερη λογοτεχνική του παραγωγή τόσο με τον Ζοφερό οίκο όσο και με άλλα, μας προσφέρει ένα πρώτης τάξης σύγγραμμα που αγγίζει το φανταστικό και αναμφίβολα αντανακλά τον ψυχικό του κόσμο και κυρώνει εμφατικά το μεγαλείο ενός συγγραφέα με έντονο συναισθηματικό κόσμο και κλονισμένη ιδιοσυγκρασία.


Αποσπάσματα

«Η οδύνη του νου του ήταν ένα θέαμα πραγματικά οικτρό. Επρόκειτο για το ψυχικό μαρτύριο ενός ευσυνείδητου ανθρώπου, πιεσμένου πέραν των ορίων της αντοχής του από μια ακατανόητη ευθύνη στην οποία εμπλέκονταν ζωές»

«Ποτέ δεν μπέρδεψα το κουδούνισμα του φαντάσματος με κουδούνισμα ανθρώπινο. Το κουδούνισμα του φαντάσματος έχει μια παράξενη δόνηση που δεν μπορεί να προκληθεί από τίποτε άλλο, και απ’ όσο έχω δει το καμπανάκι δεν κινείται με τρόπο ορατό στο μάτι»


Διαβάστε επίσης:

Ο Σηματωρός – Κάρολος Ντίκενς