Όταν διάβασα το πρώτο βιβλίο της σειράς «Morganville Vampires» με τίτλο, «Γυάλινα Σπίτια«,…
 

… η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα τι να περιμένω.

Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου

Αν με ρωτούσε κανείς, θα τους έλεγα ότι πιθανότατα θα επρόκειτο για ακόμα μια κοινότυπη βαμπιροσειρά η οποία, δεν θα είχε να μου προσφέρει τίποτα το καινούργιο, τίποτα το διαφορετικό. Και όμως, στην πράξη, αποδείχτηκε πως οι σκέψεις μου αυτές ήταν πέρα για πέρα λανθασμένες με την Rachel Caine να μας συστήνει έναν κόσμο όπου βρικόλακες και άνθρωποι μπορεί να συνυπάρχουν, με έναν τρόπο όμως καθ’ όλα διαφορετικό και πρωτότυπο, καταφέρνοντας να ξεχωρίσει τελικά μέσα από τον σωρό. Το δεύτερο βιβλίο λοιπόν της σειράς, «Ο Χορός Των Νεκρών Κοριτσιών«, βρίσκεται επίσημα στα ράφια των βιβλιοπωλείων και μας προσφέρει ακόμα πιο έντονες συγκινήσεις και μια περιπέτεια, που μας καθηλώνει κόβωντάς μας την ανάσα, μέχρι να φτάσουμε στο φινάλε.

Τα «Γυάλινα Σπίτια» μας είχαν αφήσει στο κρίσιμο εκείνο σημείο όπου ο πατέρας του Σέιν, έχει επιστρέψει στο Μόργκανβιλ με σκοπό να σκοτώσει, όσους περισσότερους βρικόλακες μπορεί. Αυτό, όχι μόνο δεν βρίσκει σύμφωνους του ήρωές μας αλλά, προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον εμποδίσουν έτσι ώστε να μην βρεθούν οι ίδιοι στο στόχαστρο των βρικολάκων, θέτοντας σε κίνδυνο τις δικιές τους ζωές. Όμως το να εμποδίσουν έναν άνθρωπο που έχει ορκιστεί να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο της γυναίκας και της κόρης του, κάθε άλλο παρά εύκολο είναι καθώς η οργή, είναι μεν ο χειρότερος σύμβουλος την ίδια στιγμή όμως, είναι μια κινητήριος δύναμη που δεν ελέγχεται τόσο εύκολα. Όταν ο Σέιν θα βρεθεί στη μέση αυτού του άτυπου πολέμου, θα κατηγορηθεί ως συνένοχος και θα καταδικαστεί σε θάνατο. Η ζωή του, βρίσκεται πλέον στα χέρια της Κλερ, της Ιβ και του Μάικλ και αν θέλουν να τον σώσουν, πρέπει να παλέψουν ενάντια στο χρόνο και τις πιθανότητες που δεν φαίνεται να είναι υπέρ του. Η άμμος στην κλεψύδρα μετράει αντίστροφα και πρέπει να προλάβουν πριν πέσει ο τελευταίος κόκκος και γκρεμίσει τον κόσμο τους.

Το μεγαλύτερο συν στην ιστορία της Caine, είναι το γεγονός ότι πρωταγωνιστές δεν είναι οι βρικόλακες αλλά, ένα τσούρμο παιδιών τα οποία, δεν ανήκουν στο είδος τους και δεν έχουν σκοπό να ενταχθούν σε αυτό. Δεν τρέφουν καμία συμπάθεια απέναντι στο είδος των βρικολάκων, δεν υπάρχουν ανάμεσά τους φιλικές ή ερωτικές σχέσεις παρά μονάχα συμμαχίες που εξυπηρετούν μονάχα την επιβίωσή τους, για όσο μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον μπορούν.  Παράλληλα, προασπίζονται το δικαίωμά τους στην ελευθερία, όση μπορούν να έχουν τουλάχιστον, και είναι πρόθυμοι να υπερασπιστούν τη ζωή και τα συναισθήματά τους, δίνοντας γι’ αυτά, ακόμα και τη ζωή τους.  Επιπλέον, το Μόργκαβιλ, είναι μια πόλη η οποία ζει σύμφωνα με τους κανόνες των πλασμάτων του σκότους και οι άνθρωποι, δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτά, ακόμα κι αν το θέλουν. Έτσι, έχουν δύο επιλογές. Ή να υποταχθούν σε αυτά και να ακολουθήσουν τα πρότυπα ζωής που εκείνα επιβάλλουν προκειμένου να προστατέψουν την ύπαρξή τους, ή να επιχειρήσουν να φύγουν από την πόλη, χάνοντας τις μνήμες τους, χωρίς ωστόσο αυτό να τους διασφαλίζει ότι δεν κινδυνεύουν.

Η Caine επιλέγει να συνεχίσει την ιστορία της ακριβώς από εκείνο το χρονικό σημείο που την άφησε στο πρώτο της βιβλίο και αυτό προσδίδει στην ιστορία, μια εικόνα τηλεοπτική θα λέγαμε. Υπάρχει ροή και συνέχεια στην ιστορία η οποία, δεν αποτελείται από σκόρπια περιστατικά τα οποία, τυγχάνει να συνδέονται σε κάποια σημεία. Η ομάδα των τεσσάρων φίλων, έχει να αντιμετωπίσει μια κρίση η οποία, δεν διακόπτεται ποτέ επί της ουσίας, απλά κάνει ένα μικρό λογοτεχνικό διάλειμμα  με πρόθεση να επιτείνει την αγωνία μας. Η  γραφή, φρέσκια και νεανική, μιλάει στην καρδιά των αναγνωστών όπου και απευθύνεται και δεν δυσκολεύεται να τους κερδίσει. Η δράση είναι συνεχής, δεν διακόπτεται ποτέ και η περιπέτεια έχει τόσο νεύρο και ένταση που το μόνο που πετυχαίνει, είναι να ανεβάσει τους παλμούς μας και να μας εμποδίσει να αφήσουμε το βιβλίο από τα χέρια μας, τουλάχιστον μέχρι να γυρίσουμε και την τελευταία σελίδα η οποία μας αφήνει με την υπόσχεση, ακόμα μεγαλύτερων περιπετειών στο μέλλον.

Τι κι αν η σειρά ξεπερνάει τα δέκα βιβλία; Τι κι αν έχουμε διαβάσει τα τελευταία χρόνια πληθώρα ιστοριών για βρικόλακες; Οι περιπέτειες των «Morganville Vampires», απευθύνονται σε όλους, άντρες και γυναίκες, που επιζητούν την περιπέτεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερείται συναισθήματος. Τα δύο αυτά στοιχεία, άψογα ισορροπημένα, συνδυασμένα με την αμιγώς ανθρώπινη φύση των πρωταγωνιστών και τους ασφυκτικού κλίματος του Μόργκανβιλ που απλώνει τα απειλητικά του δίχτυα ακόμα και όταν το φως της ημέρας είναι διάχυτο, μας κάνει να διψάμε για λίγο παραπάνω. Και το σίγουρο είναι πως θα περιμένουμε τα επόμενα βιβλία της σειράς με μεγάλη αγωνία και προσμονή. Αν λοιπόν δεν έχετε ανακαλύψει ακόμα αυτόν τον σκοτεινό και απειλητικό κόσμο όπου οι βρικόλακες ελέγχουν τα πάντα, μένοντας αθέατοι στον υπόλοιπο κόσμο και που οι άνθρωποι, έχουν παραδοθεί ολοκληρωτικά στη μοίρα τους, τότε θα σας πρότεινα ένα λογοτεχνικό ταξίδι μέχρι το Τέξας όπου θα δείτε μια οπτική που δεν είχατε ποτέ φανταστεί.