«Ο Δρόμος Περνά από Μέσα», ένα από τα ωριμότερα δείγματα γραφής του “πατέρα” του Νεοελληνικού Θεάτρου, παρουσιάζεται από τις 25 Οκτωβρίου στο Θέατρο Τζένη Καρέζη σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου.

Λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης, μιλήσαμε με τον Όμηρο Πουλάκη, έναν ταλαντούχο ηθοποιό που μάς έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια σημαντικές ερμηνείες στην μικρή και την μεγάλη οθόνη, αλλά και στο θεατρικό σανίδι.

Ο ίδιος, στη συνέντευξη που ακολουθεί, δίνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις στις ερωτήσεις μας, τόσο για την αναμέτρηση με τον ήρωά του όσο και για την θεμελιακή σχέση συνόλου και προσώπου, όπως αυτή διακρίνεται μέσα στο έργο του Καμπανέλλη.

Το σπίτι στο έργο, σύμφωνα με την δική του άποψη: «φωτίζει τον ίδιο τον εσωτερικό χώρο του σύγχρονου ανθρώπου, μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται ένα δράμα, όχι ατομικό, όμως προσωπικό». «Έναν εσωτερικό ρημαγμένο τόπο στον οποίον τα κλειστά παράθυρα παραμένουν κλειστά επειδή, ίσως, «το φως να είναι μια νέα τυραννία” και «ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει”».


Ποιος είναι ο κεντρικός προβληματισμός του έργου, σύμφωνα με την δική σας οπτική;

Τι συμβαίνει άμα γκρεμίζεται μια καρδιά. Τι συμβαίνει άμα γκρεμίζονται δύο καρδιές. Πέντε. Τι συμβαίνει άμα γκρεμίζεται ένα σπίτι. Ένας δρόμος. Ένας κόσμος.

– «Γράφω μόνο όταν αυτό που γράφω με συναρπάζει», έλεγε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Εσάς, τί θα λέγατε ότι σας συναρπάζει σε αυτό το έργο;

Η στιβαρή θεατρική του τεχνική και αντίληψη. Η δυνατότητα που δίνει ώστε καρδιές να ενωθούν και να γεννήσουν παλμό.

– Θα θέλατε να μας εισάγετε στον κόσμο του ήρωα που υποδύεστε, του Ανδρέα Ποριώτη; 

Θα μου επιτρέψετε να το κάνω μέσα από ένα τραγούδι που μας βάζει στον κόσμο του ακόμα κι αν δεν είναι ολοκληρωτικά ο κόσμος του: https://youtu.be/jwH5fslJQdw

– Πως εξελίσσεται μέσα στο έργο η σχέση του Ανδρέα με τα υπόλοιπα πρόσωπα καθώς και με το παλιό αρχοντικό, έναν “λάκκο με ψόφια φίδια” όπως το χαρακτηρίζει και ο ίδιος; 

Ο Ανδρέας Ποριώτης είναι δικηγόρος τριάντα χρόνων που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο και ο οποίος επιστρέφει στο εμβληματικό σπίτι της οικογένειάς του. Δεν έχει μεγαλώσει σε αυτό το σπίτι αλλά το επισκεπτόταν για να δει τον παππού του και την γιαγιά του. Η επιθυμία του είναι το σπίτι να πουληθεί ώστε να καλύψει με αυτόν τον τρόπο την ζωή που προσπαθεί να δημιουργήσει στο Λονδίνο, μια ζωή ανάμεσα σε υψηλά κοινωνικά στρώματα με έντονο το στοιχείο του πλούτου και της επίδειξης, της κοινωνικής, της οικονομικής, της επαγγελματικής και της κοσμικής αίγλης.

Αυτό τον φέρνει αντιμέτωπο με τα άλλα πρόσωπα του έργου, τον Χάρη Αντωνάκο και την Ευαγγελία Αντωνάκου οι οποίοι κάνουν εμπορική χρήση του σπιτιού ως παλαιοπωλείο με την σύμφωνη γνώμη του Φάνη Ποριώτη, θείου του Ανδρέα, ο οποίος αρνείται να πουλήσει το σπίτι. Αυτό προκαλεί ευθείες συγκρούσεις ανάμεσα σε θείο και ανιψιό καθώς και μια σχέση γεμάτη αμφισημίες ανάμεσα στον Ανδρέα και στον Χάρη Αντωνάκο, σχέση που οδηγείται στην ραδιουργία και την κρυφή μεθόδευση. Η σχέση του δε με την Ευαγγέλια ύστερα από έντονο φλερτ και πνευματική επικοινωνία εξελίσσεται σε ερωτικές συνερεύσεις κρυφά από τον σύζυγό της, ενώ η σχέση του με την «οικονόμο” του σπιτιού, την κυρία Γλυκερία, αν και αρκετά αποσπασματική, φαίνεται να έχει πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά μιας και είναι γυναίκα που έχει χαράξει τόσο την παιδική του ηλικία όσο και το σπίτι.

Τέλος, η σχέση του με το σπίτι μοιάζει σχέση συγκρουσιακή ενός νέου ανθρώπου με το παρελθόν το δικό του και της οικογένειάς του.

– Σ’ αυτό το θεατρικό δημιούργημα, ο Καμπανέλλης εκθέτει αστικές συμπεριφορές και παθογένειες της εποχής ενώ σκιαγραφεί τα αδιέξοδα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το έργο από ποιες πλευρές μπορεί να ιδωθεί σήμερα, αν λάβουμε υπ’ όψιν  τα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα της σύγχρονης Ελλάδας;

Διατηρώ σταθερά την άποψη πως τα σημαντικά θεατρικά έργα είναι ανολοκλήρωτα έργα τέχνης που αναζητούν την ολοκλήρωση τους (και την μετουσίωσή τους σε έργο άλλης τέχνης) μέσα από την εκάστοτε παράσταση και όπως κάθε σημαντικό έργο τέχνης έτσι κι αυτά εμπεριέχουν πολλαπλές ερμηνείες.

Όμως το εύρος του φάσματος αυτού δεν έχει σε οποιοδήποτε θεατρικό έργο τις ίδιες διαστάσεις, διαστάσεις που εξαρτώνται από πλήθος παραμέτρων. Και είναι εντελώς δεδομένο πως κάθε θεατρικό έργο έχει πολιτικές διαστάσεις και το συγκεκριμένο άλλωστε όπως κι εσείς αναφέρετε.

Οπωσδήποτε το σπίτι στο έργο διατηρεί μια συμβολική τουλάχιστον σχέση με την χώρα και τις συγκλονιστικές δυσκολίες που την διαπερνούν εδώ και μια δεκαετία. Διακρίνω ωστόσο μια βαθιά ποιητική αποκάλυψη της έννοιας του καθημερινού μέσα στην γραφή του έργου καθώς και ένα ψυχογραφικό πρίσμα, μέσα από το οποίο το σπίτι δεν αποτελεί την συμπύκνωση κάποιου συλλογικού χώρου αποκλειστικά αλλά, σε άλλην όχθη, φωτίζει τον ίδιο τον εσωτερικό χώρο του σύγχρονου ανθρώπου,  μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται ένα δράμα, όχι ατομικό, όμως προσωπικό. Έναν εσωτερικό ρημαγμένο τόπο που δεν διανοίγει προς τον Άλλον με ευκολία όσο κι αν διψάσει για αυτό. Έναν εσωτερικό ρημαγμένο τόπο στον οποίον τα κλειστά παράθυρα παραμένουν κλειστά επειδή, ίσως, «το φως να είναι μια νέα τυραννία” και «ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει”.

Οπότε τα πρόσωπα του έργου παύουν να αποτελούν κοινωνικές κυρίως αποτυπώσεις αλλά γίνονται ανθρωπομορφές ρωγμές και πληγές ενός και μόνο ανθρώπου από τον δικό του Ιστορικό χρόνο, με σχεδόν όλες τις ομοιότητες και τις διάφορες που μας συγκροτούν ως ανθρώπους. Ούτως ή άλλως κάθε σημαντικό θεατρικό έργο το διακρίνει η θεμελιακή σχέση συνόλου και προσώπου. Η συνεχής αυτή συνομιλία (ανάμεσα στα πρόσωπα και στα σύνολα που δημιουργούν) η άλλοτε συγκρουσιακή, άλλοτε συνθετική, άλλοτε σιωπηρή, και άλλοτε λυρική σαν τραγούδι, υπάρχει και στην προσωπική μου ερμηνεία απέναντι στο έργο.

– Εσείς, σε πιο προσωπικό επίπεδο, πώς αντικρίζετε τα πράγματα γύρω σας;

Θα έλεγα πως προσπαθώ να τα αντικρίσω με εκείνο το βλέμμα που θέλει να του προκληθούν αλλαγές αλλά και να προκαλέσει αλλαγές.

– Ποιοι είναι οι στόχοι και οι προσδοκίες σας για το μέλλον;

Να πραγματώνεται.

– Εν τέλει, τί στίγμα σας αφήνει ο δρόμος που «περνά από μέσα» σας;

Η διαδρομή του δρόμου ολοκληρώνεται με την τελευταία παράσταση του έργου και τότε θα ξέρω να σας πω!

– Σας ευχαριστώ πολύ!

Και εγώ σας ευχαριστώ!


Διαβάστε επίσης:

Ο Δρόμος Περνά από Μέσα στο Θέατρο Τζένη Καρέζη | 25 Οκτωβρίου 2017 – 14 Ιανουαρίου 2018