«Όντως, το ζήτημα που θέτει κάθε έργο είναι η ανάγκη αναδημιουργίας και, κυρίως, αποκαταστάσεως του πραγματικού. Γράφοντας, συμπεριφέρομαι κριτικά προς τον κόσμο, ενώ συγχρόνως είμαι ένα είδος υπερβατικού Ποτέμκιν που στήνει τη σκηνογραφία της ζωγραφισμένης πόλης για να παραπλανήσει την αυτοκράτειρα. Αποκαθιστώ τον κόσμο με μια τάξη άφθαρτη και υπερχρονική. Η καινοφανή αρτιότητα είναι αντίδοτο αξιοπρέπειας απέναντί του”. Ο Κώστας Μαυρουδής κινείται μεταξύ αφηγήματος, χρονικού και μυθιστορήματος με έναν ιδιάζοντα αυτοβιογραφικό προσανατολισμό ποτισμένος με στοχαστική διάθεση μέσα από μνήμες και παρελθόντα γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα είναι μικρά παράθυρα που έρχονται στο τώρα και χτυπάνε την πόρτα του αφηγητή, ώριμα πια να τα μοιραστεί. Φιλοσοφώντας πάνω στα πεπραγμένα επιχειρεί να εξιχνιάσει τις ανθρώπινες συμπεριφορές και να τις ερμηνεύσει, να ρίξει γέφυρες με κάτι που πριν έμοιαζε απροσπέλαστο. Τι και αν η αναφορά έχει να κάνει με πρόσωπα που ίσως δεν υπάρχουν πια και άρα οι ζωές τους ανήκουν πια στην ιστορία! Ο συγγραφέας καταφέρνει με μια γλώσσα πολύ γλαφυρή να τα επανεντάξει στο σήμερα με το βλέμμα στο τότε να τα ξαναζωντανέψει. Διακρίνει ο αναγνώστης την νοσταλγία του αφηγητή για συμβάντα που διαπέρασαν τον χρόνο και έμειναν αναλλοίωτα να έχουν ακόμα λόγο ύπαρξης στην σκέψη του αφηγητή.

Πρωταγωνιστούν πρόσωπα πολλές φορές ανώνυμα αφού αναφέρεται μόνο το πρώτο γράμμα του ονόματός τους σαν να μην θέλουν να αποκαλυφθούν, πρόσωπα υπαρκτά που διαδραμάτισαν κοινωνικό ρόλο σε κάποια θέση του τοπικού περιβάλλοντός τους ή ακόμα αναφορά σε πρόσωπα ιστορικά, όπως ο πολιτικός Τζουζέπε Γκαριμπάλντι να ξεπηδούν από την μηχανή του χρόνου. Αυτά τα ιστορικά πρόσωπα, γιατί υπάρχουν και άλλα, ο αφηγητής τα χρησιμοποιεί για να στηρίξει τις περιγραφές του, είναι κρυμμένα πίσω από την κουρτίνα της ιστορίας και για κάποιον λόγο που μόνο εκείνος γνωρίζει ξεπροβάλλουν από τα συρτάρια των αναμνήσεών του και έρχονται να συμβιώσουν με τα πρόσωπα που εκείνος γνώρισε και συναναστράφηκε μικρός σε έναν διάλογο γόνιμο και σαγηνευτικό. Όλος αυτός ο κόσμος συνυπάρχει μέσα από τους παράλληλους βίους και τις ιστορίες που εναλλάσσονται στην σκηνή και που  ο αφηγητής ως σκηνοθέτης τοποθετεί σαν τα αντικείμενα που βλέπουμε στους πίνακες του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Σαν όλο το σκηνικό να διαθέτει κάτι το μεταφυσικό και ανεξήγητο, μια αύρα μυστηρίου μέσα στα σοκάκια της μνήμης. Ο συγγραφέας περπατάει τα σοκάκια αυτά και κάθε φορά συναντά σκιές και φυσιογνωμίες, ανταλλάσσει μαζί τους κουβέντες και εκφράζει σκέψεις και εμείς ως κοινωνοί της μοίρας των σκέψεών του αφουγκραζόμαστε τον ειρμό τους που πολλές φορές ρέει αντισυμβατικά όμορφα ενάντια σε μία αναμενόμενη λογική συνέχεια.

«Όπως ο θεατρικός συγγραφέας θα φιλοδοξούσε – διαγκωνίζοντας τον σκηνοθέτη του έργου του – να καθοδηγήσει την ερμηνεία, έτσι και ο καθένας μας – συγγραφέας του εαυτού του – έχει ανάγκη να επιλέξει τον κόσμο του”. Έτσι και ο Μαυρουδής επιλέγει τον δικό του κόσμο και με την πινελιά του ανοίγει διάπλατα το χρονοντούλαπο της ιστορίας και από μακριά ατενίζει με τα κιάλια του παρατηρητή όλα αυτά που σημάδεψαν τα δικά του βιώματα, ασκώντας πάνω στα γεγονότα μια προσωπικά μοναδική επιρροή και αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα έχοντας τα πλέον σε απόσταση ασφαλή για να μπορεί να τα διακρίνει και να τα σχολιάσει. «Γνωρίζω την καταγωγή ενός παγωμένου βοριά, καθώς και τον μακρινό τόπο όπου γεννιέται η απόφαση της βροχής”.


Αποσπάσματα

«Σκοντάφτουμε σε έννοιες ξένες μεταξύ τους αλλά «ομόηχες”, όπως σε ανύποπτους περαστικούς, που προς στιγμήν μας θυμίζουν κάποιον άλλον”.

«Τα έργα, σαν παιδιά που ενηλικιώνονται, αδιαφορούν για την αφετηρία τους, αντιπαρέρχονται, κι αυτά, τη σημασία κάθε φυσικού τους δεσμού”.

«Κάθε σημαντικό κείμενο γράφεται με τη μελάνη του βιώματος”.