Ο Ζαν Ζενέ έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την ανθρώπινη παραβατικότητα, τα ανθρώπινα συναισθήματα και τις εξάρσεις της ανθρώπινης φύσης που οδηγούν πολλές φορές σε συμπεριφορές ανήθικες και άκρως επικίνδυνες. Τόσο στο Ημερολόγιο ενός κλέφτη, κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, όσο και στο Παιδί εγκληματίας παρουσιάζει μια κοινωνία που ρέπει προς την εγκληματικότητα και την παραβατικότητα. Στον Καβγατζή της Βρέστης παρουσιάζει με ανάγλυφο τρόπο όλον αυτόν τον πυρετό των λιμανιών και των ανθρώπων που εργάζονται εκεί. Ο Καβγατζής της Βρέστης είναι ένα πρόσωπο και μια φυσιογνωμία που βρίσκεται αγκαλιά με το σκοτάδι και το απαγορευμένο από όπου και αν προέρχεται. Η αφήγησή του είναι χείμαρρος και περιγράφει μια κοινωνία που έχοντας απεμπλακεί από τους πολέμους και την ανέχεια, πλέον επιθυμεί να απολαμβάνει τους καρπούς της ελευθερίας και εκεί παγιδεύεται σε ατραπούς που μπορεί να αποβούν μοιραίοι.
Φιλοτεχνώντας την προσωπογραφία ενός παραβατικού που αδυνατεί να συμμορφωθεί
Ομοφυλοφιλικές συνευρέσεις, ταξίδια παρανομίας στην στεριά, επισφαλείς συναντήσεις και άλλες ιδιόρρυθμες συμπεριφορές είναι στο καθημερινό δελτίο των ανθρώπων που απαρτίζουν τον περίγυρο του Καβγατζή. Ο ίδιος αδυνατεί να βγει από αυτό το περιβάλλον παρανομίας, καθημερινά σκέφτεται την επόμενη παραβατική του πράξη, η οποία μπορεί και να του κοστίσει την ίδια του την ζωή καθώς βουτάει συνεχώς σε επικίνδυνες ενέργειες χωρίς δεύτερη σκέψη. Ληστείες, δολοφονίες, απειλές, όλα αυτά είναι μέρος της καθημερινότητάς του τώρα που βρίσκεται στην στεριά. Το Λα Φέρια είναι το σημείο αναφοράς και η σχέση του με την πατρόνα και άλλους παραβατικούς δεν τον βοηθούν να γλιτώσει από ένα ενδεχόμενο μοιραίο τέλος. Ο κόσμος του Καβγατζή είναι μοναδικός και ιδιαίτερος και ο Ζενέ εξειδικευμένος στην προσωπογραφία τέτοιων προσώπων παραδίδει στον αναγνώστη μια αιματοβαμμένη εικόνα ενός ανθρώπου παρορμητικού και συνάμα τραγικού.
«Πέραν πάσης αμφιβολίας, οι ναυτικοί που συνεπαίρνονται (διακατέχονται, είναι κατά τη γνώμη μας ακριβέστερο, θα το δούμε παρακάτω) απ’ τον πόθο και την ανάγκη του φόνου ανήκουν πρωτίστως στο εμπορικό ναυτικό, είναι ταξιδευτές αλαργινοί που τρέφονται με γαλέτες και μαστιγώματα, υπομένουν το κάτεργο για κάποιο παράπτωμα, ξεμπαρκάρουν σε κάποιο άγνωστο λιμάνι, ξαναμπαρκάρουν σ’ ένα φορτηγό με εμπόρευμα αμφίβολης νομιμότητας, κι όμως είναι δύσκολο, σε μια πόλη πνιγμένη στην καταχνιά και στο γρανίτη, να γλιτώσεις από κείνους τους λεβεντόκορμους του Πολεμικού Στόλου…» γράφει ο Ζενέ περιγράφοντας μια πραγματική πραγματικότητα και φιλοτεχνώντας το προφίλ αυτών των ανθρώπων που επιζητούν το παράπτωμα σαν αυτό να είναι η δεύτερη φύση τους και αδυνατούν να συμμορφωθούν με το ηθικό και το σωστό. Ο Καβγατζής δεν είναι ένα πρόσωπο φανταστικό, ο Ζενέ λειτουργεί ως άλλος ιμπρεσιονιστής και περιγράφει ανθρώπους πραγματικούς που είτε μάλλον έχει παρατηρήσει στους δρόμους και στα καφέ που συχνάζει, είτε έχει συναντήσει και ο ίδιος. Εξάλλου, η επιτυχία του μυθιστορήματος είναι πως όσα αναλύει και καταθέτει, όσα καταμαρτυρά με τέτοια λεπτομέρεια σίγουρα είναι αποτέλεσμα ενδελεχούς ενδοσκόπησης των υποψήφιων «θυμάτων» του.
Ουσιαστικά, ο Ζενέ περιγράφει ένα μέρος μιας κοινωνίας η οποία ζει στο περιθώριο, είναι όπως ο Ντίκενς που περιγράφει στην Ιστορία των δύο πόλεων ή και στον Όλιβερ Τουίστ όλο αυτό το αποκρουστικό συνονθύλευμα ανθρώπων που το μόνο γνωρίζουν να κάνουν είναι πώς να κλέβουν, να παρανομούν, να συγκρούονται, να δημιουργούν έκρυθμες καταστάσεις και πολλές φορές απρόβλεπτες. Ο Ζενέ αναδεικνύει επίσης εκείνη την πλευρά των ομοφυλόφιλων ναυτικών, εκείνων που δεν διστάζουν να είναι διαχυτικοί και παρορμητικοί στις ερωτικές τους εμπειρίες και αυτές τις εμπειρίες τις περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια χωρίς καμία προσπάθεια να κρύψει τους πόθους και τα πάθη που τους διέπουν. Στην εποχή του αυτές οι περιγραφές σίγουρα θα αποτελούσαν σκάνδαλο καθώς δεν ήταν έτοιμη η κοινωνία να δεχτεί αυτούς τους απόκληρους και να κατανοήσει τη λαχτάρα τους για έρωτα. Είναι άνδρες που περνούν πολλές ώρες μεταξύ τους και άρα έχουν ερεθίσματα για να μετατραπούν σε νέους Γανυμήδες, να συνευρεθούν, να απολαύσουν όπως έκδηλα το κάνουν τον έρωτά τους, να ξεχυθούν σε σεξουαλικές πράξεις δίχως τέλος, να σοδομηθούν θυμίζοντάς μας τις περιγραφές του Μαρκήσιου ντε Σαντ.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η μεγαλύτερη πρόκληση για αυτά τα ατίθασα παιδιά είναι η εναντίωση απέναντι σε μία καθεστηκυία τάξη και ένα περιβάλλον που τα σπρώχνει όλο και περισσότερο στην αντίδραση και το διαφορετικό γιατί αδυνατεί να τα ενσωματώσει. Και ο λόγος της μη ενσωμάτωσής τους είναι το γεγονός πως τα θεωρεί παράσιτα και ταραχοποιά στοιχεία, ικανά να διαρρήξουν κάθε ισορροπία της διεφθαρμένης και παρηκμασμένης της δομής. Αυτή η κοινωνία λοιπόν γυρνάει πλάτη στα προβλήματά τους, τους αφήνει στο περιθώριο και μετά τα καταδικάζει επειδή αυτά προέβησαν σε πράξεις που δεν συνάδουν με το κοινό δίκαιο που οι ίδιοι οι υπερασπιστές του είναι και οι πρώτοι καταπατητές του. Ο Jean Genet εξάλλου γράφει ως ο ίδιος παθών και ως θύμα των φυλακών ανηλίκων στις οποίες οδηγήθηκε για παραβατική συμπεριφορά ενώ εκεί ουσιαστικά διαμόρφωσε τον συγγραφικό του χαρακτήρα και εμπνεύστηκε τις θεατρικές και άλλες του ιστορίες, όπως αυτή.
Τα λιμάνια αυτά είναι ένα είδος φυλακής καθώς το περιβάλλον δεν βοηθάει να απεμπλακεί ο εκάστοτε Καβγατζής από αυτές τις πράξεις, είναι ένα νοσηρό και άκρως μολυσμένο περιβάλλον όπου όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν μοιάζει να απαγορεύεται. Ο εγκλεισμός στις φυλακές φρούρια, που ο ίδιος ο Genet τα παρομοιάζει με στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ και ίσως και ακόμα χειρότερα, είναι τόποι και μέρη όπου καμία πιθανότητα δεν έχουν αυτά τα παιδιά να βελτιωθούν γιατί έχουν απέναντί τους ανθρώπους που έχουν απωλέσει στα μάτια τους τον ευγενή ρόλο του εκπαιδευτή και του διαμορφωτή νέων συνειδήσεων και πεποιθήσεων, είναι εν ολίγοις η προσπάθεια και το εγχείρημα σωτηρίας τους ένα χαμένο παιχνίδι. Υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: “Ο ανήλικος εγκληματίας χάνει κάθε πίστη στο υψηλό σας αξίωμα καθώς παρατηρεί το ξεβαμμένο σιρίτι, το ξηλωμένο γαλόνι και τη φθαρμένη γούνα που το κοσμούν”. Αυτός ο Καβγατζής όπως και οι όμοιοί του δεν έχουν καμία ελπίδα να σωθούν και να βγουν από αυτόν τον φαύλο κύκλο, θα συνεχίσουν να εκτελούν χωρίς φειδώ τα έργα τους θυμίζοντας πως ζητούν την προσοχή, την οποία αλλιώς δεν έχουν.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο καβγατζής της Βρέστης»:
«Αφότου ερωτεύτηκα τον Καβγατζή, προσπαθώ να δείχνω λιγότερο αυστηρός εν ώρα υπηρεσίας. Ο έρωτας με κάνει να λυγίζω. Όσο περισσότερο αγαπώ τον Καβγατζή, τόσο η γυναίκα μέσα μου αναδύεται πιο καθάρια, πιο τρυφερή, πιο θλιμμένη, γιατί δε νιώθει την πληρότητα. Απέναντι σε κάθε λογής έκφανση ξένη προς τη σχέση μου με τον Καβγατζή, πόσα και πόσα βάσανα, εσωτερικά βουλιάγματα, με κάνουν ν’ αναφωνώ: «Και για ποιο λόγο;»