Οι ιστορίες του Ποϊσάντ εγείρουν πολλά ερωτήματα γύρω από την φύση των ανθρώπων τους οποίους με τόση προσήλωση και τρυφερότητα σκιαγραφεί. Κάθε ιστορία είναι και ένας κόσμος από μόνος του όπως και ένα ερωτηματικό για το τι πραγματικά τους συμβαίνει.  «{…} αν η πίστη είναι μια μάχη ν’ ανέβεις ένα βουνό, το να πιστέψεις ξανά είναι ένας πόλεμος με εκρήξεις, λόγχες, και το αίμα να ρέει» γράφει στην ιστορία με τίτλο «Ακρωτηριασμένη».

Είναι ιστορίες καθημερινής αγωνίας μέσα στην απλότητα με την οποία τις περιγράφει και ο αναγνώστης νιώθει οικεία με το περιβάλλον που χτίζει γιατί οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν με ήρωες σαν και εκείνον, της διπλανής πόρτας, με ανησυχίες και προβλήματα, με φόβους και αγωνίες που κάποιος βρίσκει στον δρόμο του για την δουλειά του ή ακόμα και περπατώντας. Ο Ποϊσάντ μας εισάγει σε μια πραγματικότητα που μυρίζει ψεγάδι, αδυναμία, ανθρώπους με τρωτά σημεία και εικόνες από μια ζωή με δυσκολίες και ανηφόρες. Και βέβαια κυρίαρχη είναι η παρουσία των ζώων στην προσπάθειά του να εξηγήσει, να καταγράψει και τελικά να καταδείξει την σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, σε μια συμβίωση που περνά από δοκιμασίες και παρεξηγήσεις.

Άνθρωποι νικημένοι, άνθρωποι απομυθοποιημένοι

«Τα πόδια του έτρεμαν, τα χέρια του πονούσαν. Το κρύο τον είχε αδειάσει από συναισθήματα και από κάθε είδους επιθυμία. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει, να μείνει στα ζεστά και να κοιμηθεί για ώρες». Η αφήγηση του Ποϊσάντ κινείται στη γραμμή των μεγάλων της Αμερικανικής σχολής, τόσο τον Φώκνερ ή την Φλάνερι Ο Κόνορ όπως αναφέρεται εύστοχα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου όσο και τον Τσίβερ ή τον Μπέλοου, με τους οποίους υπάρχει ένας υπόγειος αλλά εμφανής διάλογος, κατά την προσωπική μου άποψη. Με έναν λόγο πολύ σημερινό αλλά παράλληλα και πολύ φιλοσοφημένο γύρω από την έννοια της ζωής και πώς ο καθένας την αντιλαμβάνεται, ο συγγραφέας διεισδύει με επιτυχία και χωρίς επιφύλαξη στα άδυτα των ηρώων του και μας τους προσφέρει γυμνούς και χωρίς περιτυλίγματα ωραιοποίησης για να γευτούμε με όλο μας το είναι την ευθραυστότητα που τους χαρακτηρίζει.

Είναι αποδομημένοι στα μάτια μας, δείχνουν το ισχνό πρόσωπό τους και την αδυναμία να ελέγξουν τις πολλές φορές έντονες εξάρσεις του χαρακτήρα τους και του ψυχισμού τους. Και είναι και τέτοια η ευαισθησία τους που όχι μόνο τους συμπονούμε αλλά και τους αισθανόμαστε δικούς μας, οικείους, με την αλήθεια τους να μας τυλίγει όπως ένα ζεστό ρούχο τον λαιμό μας.

«Ο Παράδεισος των ζώων«, η ιστορία που χάρισε και στο βιβλίο τον τίτλο του είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της γραφής του συγγραφέα και της ανάγκης του να καταδείξει το πιο σκληρό αλλά παράλληλα και το πιο ανθρώπινο πρόσωπο ενός κόσμου που αν και αδύναμος κρύβει μια υποβόσκουσα ομορφιά και αυτή ξεδιπλώνεται τόσο αβίαστα ενώπιόν μας. Είναι η ιστορία ενός νεαρού που πεθαίνει από AIDS και η σχέση του με τον πατέρα του, ο οποίος θα πάει να τον επισκεφθεί για να τον προλάβει για το ύστατο αντίο.

Πόσο ο πόνος και η αγάπη μπορούν να πορεύονται χέρι χέρι είναι μια πραγματικότητα που διαβάζουμε στο κείμενο αυτό του Ποϊσάντ και μένουμε άφωνοι και συγκλονισμένοι από την δύναμη του πατέρα και του γιου που θυμίζουν αρχαίους τραγικούς ήρωες, σαν τον Πρίαμο και τον αγαπημένο του γιο Έκτορα που βλέπει να πεθαίνει, έτσι και εδώ παρακολουθούμε έναν αναγεννησιακό πίνακα, ένα δράμα αφού ο γιος εξαϋλώνεται σιγά σιγά χτυπημένος από την ανίατη νόσο. Το δίδυμο των δύο ηρώων θυμίζει πόσο ευάλωτοι είμαστε, πόσο ο θάνατος μπορεί και δίνει ζωή στις σχέσεις έστω και την ύστατη στιγμή, πόσο οι αποστάσεις μπορούν και μειώνονται.

Και μέσα σε όλη αυτή την βαριά ατμόσφαιρα ο συγγραφέας μπορεί και επιστρατεύει ένα ισχυρό όπλο που δεν είναι άλλη από τις παρομοιώσεις και την ποιητικότητα στον λόγο του. «Κρεμόταν στον αέρα: από κάτω του ο ποταμός Περλ, φουσκωμένος και λασπωμένος σαν σοκολατούχο γάλα, κι από πάνω του ο ουρανός που χαμήλωνε, ρόδινος και πορτοκαλής, με το χρώμα να τραβιέται ανατολικά μέσα στο γαλάζιο, σαν να το ‘χες μουντζουρώσει με το δάχτυλο».

Οι ιστορίες του Ποϊσάντ παρουσιάζουν μεταξύ τους μία ενδιαφέρουσα ποικιλία ως προς το περιεχόμενο και το ύφος, από την δραματικότητα στον κυνισμό και το μαύρο χιούμορ μέχρι την ευαίσθητη πλευρά και την ρομαντικότητα ή την ειρωνεία των στιγμών. Όπως για παράδειγμα στην ιστορία με τίτλο «Πώς να βοηθήσετε τον άντρα σας να πεθάνει» όπου με τρόπο ευφυή αλλά και πολύ φλεγματικό που θα μπορούσε να παραπέμπει στον Όσκαρ Ουάιλντ, ο συγγραφέας προτείνει ένα εγχειρίδιο ήπιου θανάτου σε έναν καρκινοπαθή με την συνδρομή της γυναίκας του ή των οικείων του, έναν οδηγό ευχάριστης μετάβασης στον άλλο κόσμο, στον κάτω κόσμο. »

Ο κόσμος είναι εδώ μόνο για όσο τον ψάχνετε, μόνο για όσο κρατάτε τα μάτια σας ανοιχτά. Να τον κοιτάζετε διαρκώς και δε θα σας αφήσει ποτέ. Θα μείνει αν τα καταφέρετε να μην ανοιγοκλείσετε τα μάτια. Και τα μάτια σας θα πονάνε, θα τσούζουν που τα έχετε ανοιχτά τόσο πολλή ώρα, κι όταν τ’ ανοιγοκλείσετε, έτσι, σε μια στιγμή, θα ‘χει φύγει». Πόσο μακάβριο αλλά και πόσο πραγματικό μπροστά σε ένα τόσο θλιβερό συμβάν αλλά και σε μια επώδυνη διαδικασία από την οποία κανείς προσπαθεί να ανακουφιστεί όσο γίνεται περισσότερο επιστρατεύοντας κουράγιο και εσωτερική δύναμη, προετοιμάζοντας το έδαφος τόσο για αυτόν που φεύγει όσο και για εκείνον που μένει πίσω με την οδύνη αγκαλιά.


Αποσπάσματα

«Το μόνο χειρότερο από την λύπηση των άλλων είναι η αυτολύπηση – που δεν είναι «βαθύ συναίσθημα», αλλά καμιά φορά ούτε η αλήθεια είναι» Από την ιστορία Ακρωτηριασμένη

«Εκείνο το μεγαλειώδες σώμα σκίζει το νερό γρήγορα και απαλά, ο αλιγάτορας βουτάει και χάνεται στον κόσμο όπου ανήκει, ασφαλής στη ζεστή ησυχία της λάσπης και των ψαριών κι όλων των αθέατων πραγμάτων που ευδοκιμούν στη βαθιά, πράσινη σκοτεινιά» Από την ιστορία Ο άνθρωπος σαύρα


Διαβάστε επίσης:

Ο παράδεισος των ζώων – Ντέιβιντ Τζέιμς Ποϊσάντ