Ερμηνείες που «χρωμάτισαν” χαρακτηριστικά τους εκάστοτε ρόλους, σε εκτελέσεις έργων που άφησαν εποχή. Ο Νίκος Κουρής μετρά στο βιογραφικό του μερικές από τις καλύτερες συνεργασίες στο ελληνικό θέαμα. Έχει να επιδείξει σημαντικές διακρίσεις και αξιομνημόνευτες προσωπικές «νίκες” τόσο στο θέατρο, όσο και τον κινηματογράφο, για τον οποίο αναφέρει μάλιστα πως «γοητεύεται ιδιαίτερα από τους «κόσμους” που χτίζονται μέσα στις ταινίες”.

Στο πολυαναμενόμενο ανέβασμα του «Γλάρου” στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ο Νίκος Κουρής ερμηνεύει τον Τρέπλιεφ, έναν από τους πιο τραγικούς ήρωες του Τσέχωφ. Στην συνέντευξη που μας παραχώρησε λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα, αναφέρεται στις ενδιαφέρουσες διαστάσεις και αναγωγές του κειμένου, στην τέχνη μέσα από τα μάτια του ήρωά του, αλλά και τις προσωπικές του αναζητήσεις στο θέατρο σήμερα.


Ο τσεχωφικός Γλάρος…

Στα έργα του Τσέχωφ δεν υπάρχουν μεμονωμένοι χαρακτήρες. Τα πρόσωπα λειτουργούν με τους όρους μιας μουσικής ορχήστρας. Αυτή είναι η δυσκολία και η πρόκληση. Ο τρόπος που συνυπάρχουν πολλές διαδρομές μέσα σε μια συνάντηση.

Σε αυτό το στοίχημα που λέγεται Τσέχωφ, είναι τεράστιο το ζήτημα της απλής γραφής, με τα πυκνά και σύνθετα νοήματα. Το γράφει ένας άνθρωπος που αγωνιά για τον τρόπο έκφρασης. Και τολμώ να πω πως και μένα με απασχολεί πολύ η έκφραση των ανθρώπων σε κάθε περίπτωση, σε κάθε φάση της καθημερινότητας.

Ο Γλάρος σε πρώτο επίπεδο, είναι ένα έργο για την τέχνη. Ένα έργο για αυτό που λέμε «ανάγκη για δημιουργία». Κάποιος μπαίνει στον κόπο να δημιουργήσει κάτι. Αυτή η ανάγκη όμως, προσκρούει σε εκατομμύρια δυσκολίες που έχει ένας άνθρωπος που χρειάζεται την «έξωθεν καλή μαρτυρία». Στην περίπτωση του φέρελπι συγγραφέα Τρέπλιεφ, αυτή είναι η μητέρα του, μία πολύ διάσημη ηθοποιός.  Βέβαια, το ζήτημα της τέχνης, αποτελεί και μια πρόφαση. Στην πραγματικότητα μπορεί κανείς να κάνει άπειρες αναγωγές.

Το συγκεκριμένο κείμενο, μιλά για τον μετασχηματισμό της πραγματικότητας, για τη διασημότητα, τη διαχείρισή της, πόσο το χρειάζεσαι ή δεν χρειάζεσαι όλο αυτό. Και πόσο απαραίτητο είναι σε κάποιες στιγμές, γιατί αν κάποιος είναι καλλιτέχνης και δεν του πει κανείς ότι αξίζει τον κόπο να συνεχίσει, είναι σαν να μην αφορά κανέναν. Τεράστιο θέμα το ποιος είναι ο καλός καλλιτέχνης-δημιουργός. Ακόμα και στην ιστορία της τέχνης, υπάρχουν πάμπολλοι καταραμένοι ποιητές. Ο Τρέμπλιεφ δεν γνωρίζω αν είναι «καταραμένος», όμως είναι ένα παιδί που έχει διαφορετικές αναζητήσεις και αυτές προσκρούουν πάνω στον ογκόλιθο που λέγεται Αρκάντινα. Και επειδή αυτή δεν πρόκειται να τον αποδεχτεί, είναι για εκείνον καταστροφικό.

Ο Τρέπλιεφ και οι άλλοι…

Τον Τρέπλιεφ θα έλεγα πως δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε με τα δικά μας υλικά. Η ανάγκη για να γράψεις κάτι καλό, προϋποθέτει μια άλλη εκκίνηση, μια άλλη ζωή. Και ως προς το πώς βιώνει τον έρωτα αντίστοιχα, δεν πρόκειται για ένα αίσθημα συμβατικό. Αυτός αισθάνεται τα πράγματα πολύ έντονα. Είναι ακραίο και απελπισμένο πρόσωπο. Στην μέσα και στην έξω του ζωή. Δεν είναι συναισθηματικά καταθλιπτικός. Είναι άτομο με μια ορμή και μια μεγάλη ακύρωση. Από τη μάνα του πρωτίστως, από τη Νίνα και από την ίδια του τη ζωή όπως φτιάχτηκε. Αν δε, ο θεατής δεν έχει υπόψη το κείμενο, η απόληξη αυτού του παιδιού, φαίνεται στα μάτια του πολύ σοκαριστική και μη αναμενόμενη.

Ο Τρέπλιεφ όταν ξεκινά, λέει χαρακτηριστικά «εγώ δεν έχω κανένα ταλέντο». Παράλληλα, ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα θεατρικό με την αγαπημένη του, μπροστά στα μάτια της μητέρας του. Μέσα στο μυαλό του, αυτή η συγκυρία αγγίζει τα όρια του κοσμογονικού. Και είναι απόλυτα ειλικρινές. Ειλικρινές με την έννοια του αδοκίμαστου.

Είναι πολύ άγρια η ζωή των κοινωνιών και της προσωπικής έκφρασης του καθενός για να μπορέσει να βρει τι είναι σε αυτόν τον κόσμο. Το ταλέντο δεν είναι κάτι καλλιτεχνικό. Είναι η δυνατότητα να διοχετεύσεις την ενέργειά σου, ζώντας μια ζωή που θα σου αρέσει αυτό που κάνεις.

«Τη ζωή δεν πρέπει να τη δείχνουμε όπως είναι ή όπως θα έπρεπε να είναι, αλλά όπως μας φανερώνεται στα όνειρα»

Λίγο πριν παρουσιάσει το έργο του στους παρευρισκομένους, ο Τρέπλιεφ μιλά στην Νίνα και της λέει πως «τη ζωή δεν πρέπει να τη δείχνουμε όπως είναι ή όπως θα έπρεπε να είναι, αλλά όπως την βλέπουμε στα όνειρά μας». Είναι όμως επί της ουσίας καταστροφικό για όποιον τολμάει να κάνει πραγματικότητα τα όνειρά του, την πιο μέσα του πραγματικότητα. Άμα την παραμικρή επιθυμία μας δεν την περιορίσουμε ή δεν τη διαμορφώσουμε όπως ορίζει η κοινωνία, αδυνατούμε να συνυπάρχουμε με τους άλλους.

Ο συμβολισμός ενός γλάρου

Ο Γκαίτε έγραψε πως «οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα σύμβολο». Ο γλάρος είναι ένα πουλί που σκοτώνεται από τον Τρέπλιεφ ως πράξη απελπισίας, που ανασταίνεται καλλιτεχνικά από τον Τριγκόριν και αποτελεί επίσης, ένα ακατανόητο σύμβολο για την Νίνα. Ένα άπιαστο πράγμα, σαν τη συνείδηση του εαυτού της. Σαν να έβγαλε από μέσα της την ψυχή της και να την έβαλε σε ένα τραπέζι. Ο γλάρος είναι ένα στοιχείο ασύλληπτο εν τέλει, όπως και η ζωή.

Η δημιουργική συνέχεια της σεζόν

Μέσα στην σεζόν θα παίξουμε με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη στη «Γυναίκα με τα μαύρα», σε σκηνοθεσία Ορέστη Χανιωτάκη. Δευτερότριτα στο Κάτια Δανδουλάκη. Ενώ, τέλη Γενάρη θα βρίσκομαι στην «Αμφιβολία» με τη Ρούλα Πατεράκη, σε σκηνοθεσία Απόλλωνα Παπαθεοχάρη στο Θέατρο Σφενδόνη. Πρόκειται για μια δουλειά που μου αρέσει πολύ. Είχε γίνει ταινία, αλλά προέρχεται από ένα γερό θεατρικό κείμενο.

Η σημερινή σχέση με το θέατρο και τους ανθρώπους του

Στον χώρο πάντα υπήρχαν πολλές δυσκολίες. Όταν τελείωσα τη σχολή, ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Όμως εμένα προσωπικά, με ενδιέφεραν δύο άνθρωποι. Και είχα την τύχη αυτοί οι άνθρωποι να με δεχθούν. Το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου, είναι το γούστο σου και οι επιλογές σου. Κάθε χρόνο δοκιμαζόμαστε για το πού θα πάμε. Όλα είναι θέμα επιλογών και βέβαια, υπάρχει επίσης η ανάγκη του βιοπορισμού. Αλλά από εκεί και πέρα ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί, σύμφωνα με αυτό που είναι.

Στις συνεργασίες, προσωπικά θεωρώ πολύ σημαντικό το ποιοι άνθρωποι βρίσκονται πίσω από την εκάστοτε δουλειά. Και αυτό το τοποθετώ πάνω και από τους ρόλους.

Είμαι είκοσι χρόνια στο επάγγελμα. Διαθέτω ένα ρομαντισμό, αλλά δεν έχω πια ψευδαισθήσεις. Δεν έχω πια την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν ή να γίνουν όπως εγώ ονειρεύομαι. Επιπλέον, ίσως και να μην καταφέρω όλα όσα νόμιζα. Αυτό με έχει κάνει λίγο πιο ήρεμο σε σχέση με τις επιλογές μου, με την έννοια ότι έχω μεγαλύτερη εμπειρία, καταλαβαίνω από πριν πολλά πράγματα. Δεν αναφέρομαι στο αν θα είναι καλή δουλειά ή όχι, μα πώς θα είμαι εγώ μέσα σε αυτό. Πιο σημαντικό είναι να δω τον εαυτό μου μέσα σε κάτι και να είμαι καλά, σύμφωνα με ό,τι έχω ανάγκη, μιας και οι ανάγκες αλλάζουν με το χρόνο. Οφείλω να πω όμως, πως δεν έχει αλλάξει αυτό που με έβαλε στο θέατρο. Είναι το μόνο στα αλήθεια πράγμα που μου λέει να συνεχίσω. Είναι ζωντανό από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να ανατριχιάζει με την ιδέα των πραγμάτων.

Ξέρετε, αυτή η δουλειά είναι ομαδική. Ευτυχώς ή δυστυχώς πρέπει να την κάνεις μαζί με τους άλλους. Είναι πολύ ωραίο να επικοινωνείς. Ταυτόχρονα, είναι δύσκολο και επίπονο, ειδικά όταν δεν κινείσαι προς την ίδια κατεύθυνση. Πάντα όμως, αποτελεί κάτι ζωογόνο. Η επικοινωνία του θεάτρου είναι το δώρο μιας καθημερινής δοκιμασίας.

Εγώ θα έλεγα γενικά, πως το θέατρο δεν είναι για μερικούς. Είναι για τον καθένα ξεχωριστά, αλλά και για τον οποιονδήποτε βρεθεί τυχαία ή όχι σε ένα γεγονός που μπορεί να τον μετακινήσει. Δεν σου αλλάζει τη ζωή, αλλά μπορεί – και αυτό είναι το πιο σπουδαίο – να μετακινήσει τον τρόπο σκέψης σου…


Διαβάστε επίσης: 

Ο Γλάρος, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά