Ο μεγάλος έρωτας του φαίνεται να είναι η Νέα Υόρκη του τότε και του τώρα. Οι αληθινοί χαρακτήρες που διασχίζουν τους δρόμους πίσω από τους ιδρυτικούς μύθους του μεγάλου ονείρου και τα λαμπερά φώτα των επιβλητικών κτιρίων. Η φαντασία του κινείται στα κακόφημα σοκάκια των Ιταλικών συνοικιών των παιδικών του χρόνων και τελικά, δημιουργεί τους δικούς του κόσμους, τόσο αληθοφανείς που το πιστό κοινό του γίνεται αβίαστα μέρος τους.

New York, New York – Μια ξεχωριστή αγάπη

Αν ξεκινήσει κανείς να ανατρέχει στην εκτενή φιλμογραφία του Σκορσέζε από το ξεκίνημα της κινηματογραφικής του πορείας έως σήμερα (μιλάμε για πάνω από 24 ταινίες μεγάλου μήκους, χωρίς να μετρά κανείς τα ντοκιμαντέρ) θα παρατηρήσει μιαν ανομολόγητη νοσταλγία, αλλά και μια κριτική ματιά απέναντι στη γενέτειρά του. Από τις γιγαντιαίες πινακίδες neon της δεκαετίας του ’70 και τα φανάρια των πολύβουων δρόμων που διασχίζει ακατάπαυστα ο Ταξιτζής (1976) έως την πολύκροτη ζωή μεγαλοεπιχειρηματιών-απατεώνων στον Λύκο της Wall Street (2013), ο Μάρτιν Σκορσέζε παραμένει πιστός στον εαυτό του και σε όλα τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη δική του μοναδική ταυτότητα.

Εξερευνά την ιστορία της αγαπημένης του πόλης, από τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης (2002) και τον βίαιο κόσμο του Αμερικανικού Εμφυλίου, στα Χρόνια της Αθωότητας (1993) και τα μυστικά που κλείνουν τα πανέμορφα σαλόνια της μπουρζουαζίας του 19ου αιώνα. Και από εκεί, στο μιούζικαλ New York, New York (1977), που τοποθετείται στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και την αρχή για την κατάκτηση της επιτυχίας. Χάρη στην ταινία υπήρξε και το τραγούδι που ερμηνεύθηκε αργότερα από τον Frank Sinatra και η πόλη βρήκε το soundtrack που της ταιριάζει. Και τώρα, στον Ιρλανδό (2019), που διατρέχει με έναν επικό τρόπο την ιστορία του οργανωμένου εγκλήματος μέσα από τις τελευταίες δεκαετίες του μεταπολεμικού 20ου αιώνα και χαρακτηρίζεται το magnus opum ενός σκηνοθέτη που το δείγμα γραφής του δεν επιτρέπει τέτοιες μεγαλοστομίες.

Goodfellas – Τα παιδιά από τη γειτονιά

Μεγαλωμένος σε μία φτωχή οικογένεια Ιταλικής καταγωγής, και δη από τη Σικελία, αποτελεί και ο ίδιος μια απτή απόδειξη της ύπαρξης του αμερικανικού ονείρου. Αναφέρει συχνά ως τις πιο έντονες παιδικές του αναμνήσεις τις μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις με κόσμο να πηγαινοφέρνει κεφτέδες και μακαρόνια φωνάζοντας, αλλά και το παιχνίδι στους δρόμους των συμμοριών, που προειδοποιούσαν τις οικογένειες να μαζέψουν τα παιδιά τους κάθε φορά που ήταν κανονισμένη μια συμπλοκή μεταξύ των διαφορετικών ομάδων που διεκδικούσαν την κυριαρχία της περιοχής. Τα παιδιά έβγαιναν ξανά μετά την ανταλλαγή πυρών και συνέχιζαν το παιχνίδι, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Ο Μάρτιν ήταν ένα αγόρι με άσθμα και καθολική ανατροφή, που σκεφτόταν σοβαρά να γίνει ιερέας και παρατηρούσε τους ανθρώπους γύρω του και τα πάθη τους.

Χρόνια αργότερα προσπάθησε να μεταφέρει την ενέργεια τους στις σκηνές των ταινιών του. Ο κόσμος του οργανωμένου εγκλήματος και το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου είναι ο κόσμος που ξέρει καλύτερα και τον αναπλάθει με μία εμμονή στην λεπτομέρεια. Ο Ρέι Λιότα θυμάται, για παράδειγμα, στα γυρίσματα της ταινίας των Καλών Παιδιών (1990) τον σκηνοθέτη να του σφίγγει κάθε μέρα την γραβάτα για να είναι ακριβώς όπως των μαφιόζων της παιδικής του ηλικίας. Γράφει για αυτό που ξέρει και η συνταγή αυτή δεν φαίνεται να αποτυγχάνει. Οι ταινίες Κακόφημοι Δρόμοι (1973), η πρώτη του συνεργασία με τον «αιώνιο» συνεργάτη και φίλο του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, το Casino (1995), Ο Πληροφοριοδότης (2006), αποτελούν παραδειγματικές ταινίες του είδους, που οι χαρακτήρες τους σε στοιχειώνουν όσα χρόνια κι αν πέρασαν από την τελευταία φορά που τις είδες.

Taxi Driver – Οι αντιήρωες

Πολλές από τις ταινίες του έχουν ως κεντρικούς χαρακτήρες αντιήρωες, δηλαδή ανθρώπους χωρίς ηθικούς φραγμούς και πατροπαράδοτες αμερικανικές αξίες. Εντοπίζει σε αυτούς μια αναντίρρητη ανθρωπιά, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες τους ως πανανθρώπινες. Οι αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα τους θυμίζουν ξανά τους ανθρώπους που αντίκριζε στους δρόμους της συνοικίας όπου μεγάλωσε και πίσω από την βίαιη συμπεριφορά, την κακία και το μίσος, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αναγνωρίσει τις ανάγκες που τους κινητοποιούν και πυροδοτούν τις αμφιλεγόμενες επιλογές τους. Σαν μανιφέστο του ο Σκορσέζε διακηρύσσει πως αυτή η μαύρη πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να υπάρχει μέσα σε όλους μας, όσο κι αν προσπαθούμε να την αγνοήσουμε.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος δηλώνει καθολικός που έχει πάψει να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα (lapsed catholic), αλλά φοβάται την τελική κρίση και σε πολλές ταινίες του καταπιάνεται με το θέμα της θρησκείας. Η εξερεύνηση των αντοχών της πίστης στη μακρινή ανατολή μέσα στη Σιωπή (2016), ο Τελευταίος Πειρασμός του Νίκου Καζαντζάκη, το Kundun (1997), βαδίζουν παράλληλα με χαρακτήρες όπως ο Travis Bickle του Ταξιτζή ή ο Max Cady από το Το ακρωτήρι του φόβου (1991). Η αγχωτική ένταση των χαρακτήρων του είτε είναι κρυφή, όπως στον Πληροφοριοδότη όταν αναζητάται επισταμένως ο «αρουραίος», είτε εμφανής, όπως στον υπερκινητικό λόγω καταχρήσεων Λύκο, σε συνδυασμό με τις μουσικές επιλογές του σκηνοθέτη φέρνουν τον θεατή σε μία κατάσταση ετοιμότητας σαν να πρέπει να αντεπιτεθεί στο θηρίο που κρύβει μέσα του από στιγμή σε στιγμή.

Hugo – Το μέσο του κινηματογράφου

Η μόνη του αγάπη που ίσως να ξεπερνά αυτή για τη Νέα Υόρκη είναι ο κινηματογράφος. Αν έλεγε κάποιος στον παιδικό του εαυτό ότι θα γινόταν σκηνοθέτης και μάλιστα, τόσο επιτυχημένος θα γελούσε δίχως άλλο, γιατί τέτοιες επιλογές δεν ήταν εύκολες για μία οικογένεια μεταναστών στην «Μικρή Ιταλία». Ταινίες του, όπως το Hugo (2011), ένα γλυκό αφιέρωμα στην ιστορία του κινηματογράφου και τον Georges Méliès, αλλά και οι ταινίες Το Νησί των Καταραμένων (2010), το The Aviator (2004) και το Μετά τα μεσάνυχτα (1985) μπορούν να χαρακτηριστούν σινεφίλ, καθώς ο σκηνοθέτης μοιάζει να εξερευνά και ο ίδιος τις αφηγηματικές του δυνατότητες και τα κινηματογραφικά είδη. Κάθε του ταινία ανεξαιρέτως αποτίει φόρο τιμής στο μέσο του κινηματογράφου.

Από τις πρώτες του ταινίες (I Call First, 1967, Ενάντια στη βία, 1972) και το Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ (1974), για το οποίο η Έλεν Μπέρστιν κέρδισε το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου και του χάρισε μια πρώιμη αναγνώριση της δουλειάς του έως το Οργισμένο Είδωλο (1980), όπου μπορεί κανείς να φανταστεί τον ίδιο τον σκηνοθέτη να πηδά με σθένος μέσα στο κινηματογραφικό ρινγκ και να παλεύει με τον εαυτό του, ο Μάρτιν Σκορσέζε ανακαλύπτει τα όρια του σινεμά και τα διευρύνει. Με παλέτα του τους δρόμους της Νέας Υόρκης και όπλα του τα πάθη πραγματικών προσώπων, ξέρει να πρωτοτυπεί και να εξελίσσεται ακόμα και στο είδος που θεωρείται σήμα κατατεθέν του, όσα χρόνια ή επιτυχίες κι αν περάσουν. Ο Ιρλανδός έρχεται στους κινηματογράφους σήμερα και στις 27 Νοεμβρίου στο σπίτι μας μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Netflix.


Διαβάστε επίσης:
Ο Ιρλανδός, του Μάρτιν Σκορσέζε