Στις 4 Μαρτίου κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ ενός από τους κορυφαίους jazz μουσικές της χώρας μας, του Μάρκου Χαιδεμένου, με τίτλο «The Day After». Πρόκειται για  ένα κράμα μοντέρνας και παραδοσιακής jazz, με το προσωπικό και χαρακτηριστικό σύγχρονο ήχο του συνθέτη.

Ο δίσκος είναι διαθέσιμος σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες (για να τον ακούσετε πατήστε εδώ).

***

-Πρόσφατα κυκλοφόρησε η νέα δισκογραφική δουλειά σας, με τίτλο “The Day After”, η οποία όπως διαβάζω, αποτελεί «μία περιήγηση στην διαχείριση της απώλειας». Πείτε μας περισσότερα για αυτό.

Η απώλεια οποιασδήποτε μορφής και η διαχείριση της κατάστασης που ακολουθεί μου κέντριζε πάντα το ενδιαφέρον. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και για αυτό το λόγο ήθελα να εστιάσω στην αντιμετώπιση του πένθος καθώς και στην μετουσίωση των σταδίων που περνά κάποιος. Κάθε κομμάτι από τα καινούρια αντιπροσωπεύει ένα από τα στάδια του πένθους και προσπαθεί να κάνει μία ψυχοκινητική περιγραφή.

-Συνθέτετε τα πέντε νέα κομμάτια του άλμπουμ την ίδια περίοδο; Καθώς επίσης και γιατί αποφασίζετε να συμπεριλάβετε στον δίσκο τα παλιότερα “Remains” και “Lost”; Τι σας κάνει να τα ξεχωρίζετε από τις υπόλοιπες παρελθοντικές σας δουλειές και να θεωρείτε πως ταιριάζουν στο “The Day After”;

Τα καινούρια κομμάτια δημιουργήθηκαν αρκετά κοντά μεταξύ τους και σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα συνολικά. Η συμπερίληψη των παλιών ήταν και νοηματική και αισθητική. Η επαμφοτερίζουσα επίδραση των αναμνήσεων (Remains) που από τη μία σε κρατάνε δέσμιο του παρελθόντος και από την άλλη να σε σπρώχνουν προς το επόμενο βήμα είναι μέρος της “επόμενης μέρας”. Όλη αυτή η διαδικασία βέβαια οδηγεί και σε αβέβαιες συναισθηματικές στιγμές (Lost).

-Αναφέρονται οι μουσικοί Herbie Hancock, Brad Mehldau και Robert Glasper ως ενδεικτικές επιρροές στον ήχο σας. Είναι ευδιάκριτο για έναν σύνθετη την ώρα της δημιουργίας από πού αντλεί έμπνευση; Ή το διαπιστώνει αργότερα κατά την ακρόαση;

Κατά την δημιουργία δεν θα έλεγα ότι είναι αντιληπτό. Ίσως γίνεται ξεκάθαρο όταν παίζεις τα κομμάτια με το γκρουπ οπότε πρέπει να έχεις ένα ηχητικό σημείο αναφοράς ώστε να κατευθύνεις τον ήχο. Οι επιρροές οπότε είναι σαν να δουλεύουν στο υπόβαθρο και τις καταλαβαίνεις κατόπιν εορτής.

-Στον δίσκο παίζετε με τον Γρηγόρη Θεοδωρίδη (μπάσο) και τον Παναγιώτη Κωστόπουλο (τύμπανα). Τι φέρνει στο τραπέζι αυτή η σταθερή συνεργασία;

Είναι μεγάλο προνόμιο να βρεις μουσικούς που μπορούν να αποδώσουν ακριβώς αυτό που φαντάζεσαι. Αν προσθέσεις και την οικειότητα που προκύπτει από τα χρόνια συνεργασίας σίγουρα έχεις ένα ιδανικό περιβάλλον αλληλεπίδρασης που ειδικά στην jazz ειναι απαραίτητο.

-Έχουν προηγηθεί τα προσωπικά σας άλμπουμ: “Remains” (2019), “New Era” (2020) & “Caravan” (2021). Ποιες προκλήσεις συναντάτε σταθερά κατά τη δημιουργία ενός δίσκου και τι αποκομίζετε με κάθε κυκλοφορία;

Προσωπικά νιώθω ως μεγαλύτερο όφελος της δισκογραφίας το ότι σταδιακά εδραιώνεται μέσα μου η αισθητική μου ταυτότητα. Περνώντας από διαφορετικά στάδια και γράφοντας συνέχεια καταλήγω στο τι θέλω να επικοινωνώ μέσα από την μουσική μου, πως θέλω να είναι ένας δίσκος, ακόμα και στο πως θέλω να είναι μία ζωντανή εμφάνιση της οποίας ηγούμαι. Όλα τα παραπάνω είναι τα θετικά που αποκομίζεις από την έκθεση.

-Τι σας τράβηξε αρχικά σε αυτό το είδος μουσικής και τις σας «κρατάει» στην τζαζ;

Το σημαντικότερο κομμάτι είναι αυτό του αυτοσχεδιασμού. Όλος ο παράγοντας της δημιουργίας σε πραγματικό χρόνο, την αλληλεπίδρασης με τους συμπαίκτες σου καθώς και ο παράγοντας του ρίσκου που υπάρχει κάνουν αυτό το είδος συναρπαστικό. Εκτός αυτού, λόγω πιθανόν της κλασικής παιδείας τείνω σε ακούσματα και ερεθίσματα που έχουν συνθετότητα στην πληροφορία. Έχοντας ως αγαπημένους μεγαλώνοντας τον Bach και τον Chopin μετά από κάποιο σημείο ήθελα να αναπαράγω κάτι παρόμοιο αλλά σε ένα περιβάλλον που η πληροφορία δεν είναι εκ προοιμίου καθορισμένη.

Διαβάστε επίσης:

Μάρκος Χαϊδεμένος – The day after: Νέο άλμπουμ με στοιχεία μοντέρνας και παραδοσιακής jazz