Το πέμπτο προσωπικό άλμπουμ του Μάρκου Χαϊδεμένου, “Light Beam”, έρχεται ως πιο «χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ταυτότητας». Ʃτον πυρήνα του άλµπουµ βρίσκεται ένα piano trio, το οποίο συνυπάρχει µε κουαρτέτο εγχόρδων και φωνή. Για πρώτη φορά στη δισκογραφική του πορεία, ο συνθέτης ενσωµατώνει τη φωνή ως ισότιµο εκφραστικό στοιχείο της ενορχήστρωσης. Η παραγωγή του πραγµατοποιήθηκε ανεξάρτητα και υποστηρίχθηκε από επιτυχηµένη καµπάνια προπώλησης, η οποία ανέδειξε την ενεργή στήριξη ενός δυναµικού ακροατηρίου γύρω από το project. Το “Light Beam” κυκλοφορεί ψηφιακά, αλλά και σε βινύλιο, μιας και ο ίδιος ο μουσικός δηλώνει λάτρης της «ιεροτελεστίας» που φέρνει στην ακροάση ενός άλμπουμ.

Τη δυνατότητα να ακούσετε live την παρουσίαση του δίσκου, αλλά και να προμηθευτείτε το βινύλιό του, καθώς και άλλο merch γύρω από τη νέα δισκογραφική δουλειά, θα έχετε στο Half Note, τη Μ. Δευτέρα 6 Απριλίου.

***

-Βρήκα τη νέα σου δουλειά “Light Beam” ιδιαίτερα χαρούμενη και ανάλαφρη. Υπάρχει κάποιο προσωπικό ή εξωμουσικό γεγονός που επηρέασε την κατεύθυνση ή τον ήχο του δίσκου;

Το σημαντικότερο έναυσμα θα έλεγα ότι ήταν η σύνθεση του σχήματος. Η προσθήκη των τεσσάρων εγχόρδων και της φωνής θα έλεγα ότι αναζωογόνησε την επιθυμία μου για σύνθεση και ενορχήστρωση. Οι επιρροές μου από τον χώρο της κλασικής μουσικής μεγαλώνοντας ήταν κάτι που ήθελα καιρό να εξερευνήσω σε συνδυασμό με την σύνθεση και τον αυτοσχεδιασμό.

-Πώς δηλαδή επηρεάζει η εμπειρία σου στην κλασική μουσική τον τρόπο που προσεγγίζεις τις ενορχηστρώσεις στο τζαζ πλαίσιο;

Η αλήθεια είναι ότι δεν σκέφτηκα με βάση κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο κατα την δημιουργία. Άφησα τις επιρροές και το ένστικτο να κατευθύνουν τις συνθέσεις και τις ενορχηστρώσεις και αυτός είναι και ο λόγος που το αποτέλεσμα δεν νομίζω ότι εντάσσεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο είδος. Ήθελα να καταλήξω σε κάτι που θα μου άρεσε να ακούω και θα συνδύαζε την αγάπη μου για την κλασική και την τζαζ μουσική.

-Στο “Light Beam” επανεκτελείς δύο παλαιότερα κομμάτια σου, το “Aai” και το “33”. Τι ακριβώς σε ώθησε να ξαναπιάσεις αυτά τα κομμάτια;

Η ανάγκη μου να προσφέρω φωνητικά ήταν ο λόγος της επανεκτέλεσης των δύο αυτών κομματιών. Οι μελωδίες και των δύο θεμάτων πάντα μου δημιουργούσαν την ανάγκη του να προστεθεί φωνή. Στην πορεία σκέφτηκα για την ερμηνεία τους την Ειρήνη Αραμπατζή και το αποτέλεσμα αποδείχτηκε καλύτερο από αυτό που φανταζόμουν.

-Αλήθεια, θα έλεγες πως η φωνή στο άλμπουμ λειτουργεί περισσότερο ως “όργανο” ή ως φορέας νοήματος σε αυτή σου τη δουλειά;

Θα έλεγα ότι είναι συνδυασμός. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εξ αρχής ήθελα να έχει και τους δύο ρόλους και συνέθεσα με αυτόν τον γνώμονα. Μη όντας στιχουργός ίσως θα έλεγα ότι η πλάστιγγα γέρνει προς τον ρόλο της φωνής ως “όργανο”. Τους στίχους υπογράφει η Ειρήνη.

-Σκέφτομαι ότι το “Si-iS” ξεχωρίζει με μια ιδιαίτερα κινηματογραφική διάσταση. Πώς κατέληξες στη σειρά των κομματιών στο “Light Beam“ και πώς ήθελες να καθοδηγήσετε το ταξίδι του ακροατή μέσα από το άλμπουμ; 

Εξ αρχής σκεφτόμουν τον άλμπουμ να ξεκινά με το “Si-iS” γιατί θεωρώ ότι είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του κλίματος στο οποίο ήθελα να κινηθώ. Από εκεί και πέρα υπάρχουν πειραματισμοί γύρω από τα τέσσερα έγχορδα, τα φωνητικά και το κλασσικό πιάνο τρίο. Μου άρεσε η ιδέα κάθε κομμάτι να έχει να αφηγηθεί κάτι διαφορετικό και από πλευράς ύφους αλλά και από ενορχηστρωτικής πλευράς με εναλλαγές από πιάνο με κουαρτέτο εγχόρδων σε full band και σε πιάνο τρίο, με σκοπό πάντα να βρεθεί και ένας κοινός παρανομαστής ανάμεσα στα κομμάτια και τις συνθέσεις που ομογενοποιεί το σύνολο.

-Η ηχογράφηση με οκτώ μουσικούς απαιτεί μεγάλη ακρίβεια και συντονισμό. Υπήρξε κάποια στιγμή που η διαδικασία σε εξέπληξε ή σε ενέπνευσε κατά τη διάρκεια των sessions; 

Η ηχογράφηση όπως είπες ήταν αρκετά απαιτητική και το επίπεδο των συνεργατών σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του για να ολοκληρωθεί στον απαιτούμενο χρόνο. Από τις πιο ωραίες στιγμές σίγουρα θεωρώ το “Si iS” το οποίο δεν είχαμε καν προβάρει καθώς το ολοκλήρωσα λίγες μέρες πριν την ηχογράφηση του δίσκου. Οπότε η εκτέλεση που ακούγεται στον δίσκο είναι η ουσιαστικά μία από τις πρώτες φορές που παίχτηκε ποτέ το κομμάτι!

-Με αφορμή μια προηγούμενη συζήτησή μας για το “The Day After”, είχες πει πως «σταδιακά εδραιώνεται μέσα σου η αισθητική σου ταυτότητα». Με το “Light Beam”, πώς θα έλεγες ότι έχει εξελιχθεί αυτή η πορεία; 

Νομίζω ότι με το “Light Beam” έκανα ένα βήμα πιό κοντά προς αυτή την κατέυθυνση. Τόσο από συνθετικής όσο και απο αυτοσχεδιαστικής άποψης το βρίσκω πιό άρτιο και παρότι πιστέυω ότι και το “The Day After” εκφράζει κάποιες πτυχές μου, το νέο άλμπουμ είναι πιό χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας.

-Η ανεξάρτητη παραγωγή απαιτεί πολλές αποφάσεις πέρα από τη μουσική. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στην υλοποίηση του “Light Beam” χωρίς τη στήριξη δισκογραφικής εταιρείας; 

Νομίζω μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι η διαφήμιση και προώθηση του ίδιου σου του εαυτού που πλέον είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των καλλιτεχνών. Εκτός αυτού, αδιαμφισβήτητη πρόκληση αποτελεί και το οικονομικό κομμάτι καθώς βαραίνει αποκλειστικά τον καλλιτέχνη.

-Πώς επηρέασε η διαδικασία της προπώλησης τον τρόπο που νιώθεις τη σχέση σου με τους ακροατές;

Ήταν ένα πολύ μεγάλο νέο βήμα καθώς έγινε και μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας με σκοπό την παραγωγή του δίσκου. Οπότε η προπώληση ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που βοήθησαν στην υλοποίηση αυτής της ιδέας, πράγμα που με γεμίζει με ευγνωμοσύνη. Είναι πολύ σημαντικό, ειδικά στην εποχή που διανύουμε, να βλέπεις τόσους ανθρώπους να επενδύουν σε ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα και να το εμπιστεύονται πριν καν κυκλοφορήσει.

-Πώς και αποφάσισες να κυκλοφορήσεις το άλμπουμ, εκτός από ψηφιακή μορφή και σε βινύλιο; 

Θεωρώ ότι το CD έχει χάσει την αίγλη του εδώ και πολλά χρόνια, σε αντίθεση με το βινύλιο, το οποίο διατηρεί και θα διατηρεί πάντα το δικό του φανατικό κοινό. Επιπλέον, ως λάτρης και ο ίδιος, βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον και ουσιαστικό να ακούς ένα άλμπουμ μέσα από τη διαδικασία που προϋποθέτει η αναπαραγωγή του βινυλίου. Η «ιεροτελεστία» που τη συνοδεύει προσδίδει κάτι ξεχωριστό στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις την ίδια τη μουσική.

-Θέλω να μείνω και λίγο στο υπέροχο εξώφυλλο του δίσκου, με τα πολύχρωμα πλήκτρα να ξεπροβάλουν σαν αχτίδες ήλιου. Πώς το οραματιστήκατε με Γιάννη Χαλδέζο;

Ήταν μία έμπνευση του εξαιρετικού Γιάννη Χαλδέζου που προέκυψε από τις ακτίνες φωτός, την πάνω όψη ενός πιάνου και το πρόσωπο μου, με το μάτι που είναι σήμα κατατεθέν του πλέον! Όπως είπες, σκέφτηκε και σχεδίασε κάτι υπέροχο που εννοείται το εκμεταλλευτήκαμε και σε t-shirt και τσάντες εκτός από το εξώφυλλο.

-Τώρα δίνουμε ραντεβού στο Half Note. Πες μας λίγα λόγια για την βραδιά εκεί, και τους μουσικούς συνοδοιπόρους σου στη live παρουσίαση του άλμπουμ.

Η παρουσίαση του “Light Beam” στο Half Note έχει προγραμματιστεί για την Δευτέρα 6 Απριλίου. Θα έχω την χαρά να συμπράξω με όλους τους μοναδικούς μουσικούς που ήταν στην ηχογράφηση, δηλαδή τον Μπάμπη Καρασσαβίδη και την Καλλιόπη Μητροπούλου στα βιολιά, τον Στέλιο Παπαναστάση στην βιόλα, τον Γιώργο Ταμιωλάκη στο βιολοντσέλο,τον Γιάννη Βαγιανό στο μπάσο και τον Παναγιώτη Κωστόπουλο στα τύμπανα. Στη θέση της Ειρήνης Αραμπατζή, που δυστυχώς δεν θα καταφέρει να βρίσκεται μαζί μας στην παρουσίαση, θα είναι η εξαίρετη Κορίνα Φραγκουλοπούλου. Το μόνο ερώτημα παραμένει πώς θα χωρέσουμε όλοι στη σκηνή. Θα απαντηθεί πολύ άμεσα!

Πληροφορίες
MARKOS CHAIDEMENOS “LIGHT BEAM” | ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΛΜΠΟΥΜ
Half Note Jazz Club

6 Απριλίου, Έναρξη 21:30