Ο Μάνος Βακούσης διαθέτει μια πλούσια διαδρομή, γεμάτη ποικίλες και αξιομνημόνευτες υποκριτικές στιγμές. Τόσο στο θέατρο, όσο στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, δίνει κατά καιρούς το δικό του ιδιαίτερο στίγμα, κινούμενος με άνεση μεταξύ δράματος και κωμωδίας, έργων ρεπερτορίου, μα και πιο εμπορικού περιεχομένου.

Φέτος, εκτός από τον ρόλο του βασανισμένου ποιητή στον «Αύγουστο» του Letts, υποδύεται τον «Νόρμαν», έναν δυνατό και ιδιαίτερο χαρακτήρα στον «Αμπιγιέρ» του Ronald Harwood. Με αφορμή την παράσταση που παρουσιάζεται στην Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, περιπλανιόμαστε μαζί του στον μαγικό κόσμο του θέατρου, μιλώντας για την ουσία και τις αξίες της συγκεκριμένης τέχνης.


– Ο «Αμπιγιέρ» του Harwood  παρουσιάζεται στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας. Αφού μας πείτε δύο λόγια για την υπόθεση, θα μας αποκαλύψετε τι σας γοητεύει περισσότερο στο συγκεκριμένο έργο;

«Ο Αμπιγιέρ» είναι από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Δείχνει την ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση του Σερ, ενός σαιξπηρικού ηθοποιού, που τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του είναι πια παρελθόν, και του Νόρμαν, του αφοσιωμένου αμπιγιέρ του, δημιουργώντας έτσι ένα από τα ουσιαστικότερα έργα για τη ζωή στο θέατρο και για τους ανθρώπους του θεάτρου. Το έργο, βέβαια, διαδραματίζεται στη φοβερή δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ’ ένα ετοιμόρροπο θέατρο της αγγλικής επαρχίας. Από την μία, λοιπόν, έχουμε αυτό το κλίμα της εποχής, κι από την άλλη βλέπουμε τη μάχη και την πάλη των ανθρώπων να επιβιώσουν σ’ έναν κόσμο ανέραστο, σ’ έναν κόσμο χωρίς κατανόηση, χωρίς αυτονομία, στον οποίο κυριαρχεί η απελπισία. Μιλάμε για το 1940, που όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει. Ο Harwood περιγράφει μέσα από κωμικές καταστάσεις μια θεατρική οικογένεια, η οποία τελικά τρώει τις σάρκες της. Έξω έχουμε τους βομβαρδισμούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μέσα τους «βομβαρδισμούς»  λόγω της έλλειψης επικοινωνίας.

– Ο Νόρμαν, ο χαρακτήρας που υποδύεστε, επί της ουσίας τι εκφράζει και τι αντιπροσωπεύει; Σκιαγραφήστε τον με τα δικά σας κριτήρια.

Ένα από τα στοιχεία που τον κάνει μοναδικό τον Νόρμαν είναι η φράση «Θέλεις; Θέλεις να ζήσεις; Θέλεις να υπάρξεις;». Είναι ένα πλάσμα που μεγάλωσε δύσκολα, που μάλλον ήταν σε μια οικογένεια με μια μητέρα μητριαρχική, με την έννοια ότι τον καθοδηγούσε. Έχει περάσει από ψυχιατρείο. Παρόλα αυτά, τα καταφέρνει κι αυτό που είναι γοητευτικό, είναι η θέλησή του (για αυτό έμεινα στην αρχή στο «θέλω») να ζήσει. Το θέατρο, η εικόνα του θεάτρου, ήταν για αυτόν ολόκληρη η ζωή ενός εσωτερικού κόσμου που έφερε μέσα του, μιας επιθυμίας να καταργήσει τους φόβους του. Έτσι, λοιπόν στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Μανώλης Δούνιας βλέπουμε τη «μάχη» που δίνει ο Νόρμαν. Ενώ έξω βομβαρδίζονται τα πάντα, αυτός μιλάει για την πούδρα, για το κορν φλάουρ, μιλάει για την αγάπη του για τη ζωή και το θέατρο, και φυσικά αυτή η μαγεία που κρύβει το θέατρο, που είναι πέρα από την καθημερινότητα, πέρα από τους φόβους μας και πέρα από κάθε τι που μας κάνει να είμαστε φυλακισμένοι σε μια κοινωνική, εγωιστική ατομικότητα.

– Οι «αμπιγιέρ», όσο και άλλοι θεατρικοί συντελεστές είναι άτομα που δεν τους ξέρει το ευρύ κοινό. Πώς αντικρίζετε εσείς όλον αυτόν τον κόσμο των παρασκηνίων, που δεν απολαμβάνει την «λάμψη» ενός ηθοποιού ή ενός σκηνοθέτη;

Η λάμψη είναι κάτι πολύ προσωπικό και υποκειμενικό. Υπάρχουν άνθρωποι λαμπεροί που έχουν πρακτικά επαγγέλματα και δεν απολαμβάνουν δημοσιότητα πχ ένας βοσκός που ζει στα Καλάβρυτα και απολαμβάνει τη δουλειά του. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σε επιχειρήσεις και είναι γενναιόδωροι, αισιόδοξοι και μεθοδικοί.

Οι άνθρωποι που ασχολούνται με το παρασκήνιο του θεάτρου είναι οι αφανείς ήρωες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν όλες τις δυσκολίες αυτού του χώρου, χωρίς να έχουν τα οφέλη της δημοσιότητας. Τους χρωστάμε πολλά και πρέπει να τους προσέχουμε.

– Τι ρόλο παίζουν στις ζωές και τις σχέσεις των δύο κεντρικών ηρώων και οι γυναικείες παρουσίες του έργου;

Ο Σερ είναι μια προσωπικότητα συγκλονιστική. Είναι ένας ο μεγάλος καλλιτέχνης που έχει αγωνιστεί πολύ. Βεβαίως κι αυτός, όπως όλοι μας, ακολουθεί τις επιταγές της οικογένειάς του, δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτές. Σε προσωπικό επίπεδο, θέλει αυλή, θέλει ανθρώπους να είναι «μικρότεροι» σε προσωπικότητα, για να μπορεί να τους εξουσιάζει, κι αυτό είναι το «λάθος» του. Δεν θα το μάθει ποτέ. Εμείς τον «ανασταίνουμε» και περνάμε το μήνυμα, ότι «δες φίλε, δες καταρχάς εσύ ηθοποιέ, που παίζεις τον ρόλο, δες εσύ θεατή, δες τι μπορείς να αποφύγεις, από τι μπορείς να γλυτώσεις», απ’ όλους αυτούς τους εγωισμούς, που οδηγούν – που; – στο πουθενά. Έτσι, λοιπόν, οι γυναίκες που είναι στο θίασο, στο έργο αυτό, είναι πλάσματα πολύ δυνατά, πολύ ισχυρά, που όμως καθηλώνονται, γιατί ζουν κάτω από τη σκιά ενός ανθρώπου, που τους εξουσιάζει και τους οδηγεί σε αδιέξοδο. Όλα αυτά περιγράφονται πάντα μέσα από απίστευτο χιούμορ, που ‘χει ο συγγραφέας.

– Τι θεωρείτε ότι σήμαινε το θέατρο για τους καλλιτέχνες, όσο και τους θεατές σε μια τόσο ταραγμένη περίοδο όπως του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία αναφέρεται το κείμενο;

Οι θεατές που θα δουν το έργο θα συγκλονιστούν, γιατί η υπόθεση διαδραματίζεται εντός ενός θεάτρου την ώρα που έξω γίνεται βομβαρδισμός. Και παρόλα αυτά, υπάρχουν θεατές στο θέατρο, οι οποίοι μάλιστα δεν φεύγουν. Είναι γενικά παραδεκτό ότι σε καιρούς κρίσεως το θέατρο ανθεί. Ο κόσμος βρίσκει παρηγοριά στην τέχνη και οι καλλιτέχνες μέσο έκφρασης. Ωστόσο μέσα στο έργο δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο. Ο Σερ αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει έξω… «Δεν θα καταφέρετε φίλοι μου απέξω να μας υποδουλώσετε, εμείς μέσα από το θέατρο, μέσ’ απ’ τα χαλάσματα θα ζήσουμε». Aπ’ την άλλη, ο Νόρμαν δεν ακούει τίποτε απ’ έξω, ζει μόνο για αυτά που συμβαίνουν μέσα στο θέατρο, που είναι η ομορφιά της ζωής του.

– Συμμετέχετε επίσης και στον «Αύγουστο» που παίζεται στο Θέατρο Χορν, υποδυόμενος έναν ποιητή. Βρίσκετε κοινά στοιχεία στους δύο ρόλους για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν και εντάσσουν την τέχνη στην απαιτητική καθημερινότητά τους;

Είναι συγκλονιστική η ερώτηση, γιατί και στον «Αύγουστο» του Tracy Letts και στον «Αμπιγιέρ» είναι διαφορετικά τα  θέματα, αλλά έχουν ένα κοινό. Την τραγωδία της οικογένειας, που σημαίνει: κάνουμε παιδιά, για να μοιάσουν σ’ εμάς. Τα παιδιά, που γεννάμε ή που έρχονται στη ζωή, δεν έχουν κανένα δικαίωμα μιας προσωπικής αυτοδημιούργητης ύπαρξης. Όλα γίνονται με επιταγές, το 99%, δηλαδή, των οικογενειών θέλει να μεγαλώσει τα παιδιά του και να γίνουν ίδια με τους γονείς τους. Και τα δύο έργα μιλάνε για την οικογένεια στην ουσία, με τελείως διαφορετικό τρόπο. Η οικογένεια, αν δεν είναι «ελεύθερη», είναι καταστροφική.

– Μετά από τόσα χρόνια μιας πορείας γεμάτης ξεχωριστές θεατρικές στιγμές υπάρχουν ρόλοι ή έργα με τα οποία ονειρεύεστε να συναντηθείτε και δεν έχει συμβεί ακόμα; Θα μας αναφέρετε μερικά;

Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να είναι υπεύθυνος κάποιος άλλος. Έχω παίξει ό,τι έχω παίξει και είμαι ευτυχής για αυτά που ‘χω κάνει. Βεβαίως, υπάρχουν έργα ακόμα που θέλω να παίξω, έργα που έχω θαυμάσει και είναι σπουδαία. Βέβαια παίζει ρόλο η συγκυρία αν τελικά αυτά τα έργα θα έρθουν στο δρόμο μου. Το πιο σημαντικό  που θέλω να κάνω είναι να κατανοήσω τον εαυτό μου, μέσα από αυτά τα σπουδαία έργα που ‘χω παίξει – «Μήδεια», «Οιδίποδα», «Αμπιγιέρ» – και πολλά έργα ακόμα – «Κούνδουρο» με τον Μπάιρον, «Έτερος Εγώ» με τον Σωτήρη Τσαφούλια – συγκλονιστική εμπειρία, συγκλονιστικό έργο. Το θέμα είναι να μην παίζουμε για να παίζουμε, για να λέμε «μπράβο» εμείς στους εαυτούς μας αλλά να καταφέρουμε να γίνει συνειδητή αυτή η μοναδική στιγμή που λέγεται «Σσσς! Ζωή. Ανάσα κι εκπνοή».


Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας


Διαβάστε επίσης: 

Ο Αμπιγιέρ, του Ronald Harwood στην Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας