Ο Κωστής Καπελώνης, είναι ένα αγαπημένο «παιδί” του Θεάτρου Τέχνης, με το οποίο συμπορεύεται σταθερά από το 1981. Όλα αυτά τα χρόνια, έχει λάβει μέρος σε πλήθος σημαντικών παραγωγών, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως ηθοποιός, ενώ κύριο ρόλο στην δημιουργική του διαδρομή κατέχουν οι συνεργασίες με το Θέατρο Τέχνης.

Για τη σεζόν 2017-2018, σκηνοθετεί το νέο έργο του Παναγιώτη Μέντη «Οίκος των Μακ-μπέθ” και έχοντας αυτό ως δυνατή αφορμή, ξετυλίγει τις σκέψεις του για την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα, αλλά και το ελληνικό θέατρο σήμερα.


– Ο «Οίκος Μακ-Μπεθ», ένα νέο κείμενο του Παναγιώτη Μέντη παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης. Θα θέλατε να μας το συστήσετε μέσα από τη δική σας ματιά;

Ο Οίκος Μακ-Μπεθ είναι ένα σύγχρονο πολιτικό-ψυχολογικό θεατρικό έργο που δανείζεται την πλοκή και τους δύο από τους τρεις χαρακτήρες του από τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ. Είναι ένα έργο για τη σύγχρονη και, τολμώ να πω, για την μελλοντική μετα-δημοκρατία. Η άνοδος στην εξουσία και η προσπάθεια να κρατηθεί αυτή η εξουσία από ένα ιδιαίτερο ζευγάρι: τον κύριο Μακ και την κυρία Μπεθ. Δίπλα του μια γυναίκα, που εκπροσωπεί όλους εμάς, που υφιστάμεθα τις συνέπειες των εγχειρημάτων των πρωταγωνιστών της πολιτικής.

– Γιατί κατά τη γνώμη σας, το συγκεκριμένο σαιξπηρικό έργο προσφέρεται για διασκευή ως προς την σύγχρονη πραγματικότητα;

Κατά κανόνα όλα τα κλασικά έργα, σε κάθε εποχή, μπορούν να μιλήσουν για τη σύγχρονη πραγματικότητα, γι’ αυτό εξάλλου αντέχουν στο χρόνο και συνεχώς επανέρχονται στο θεατρικό ρεπερτόριο, είτε στο πρωτότυπο, είτε σε παντός είδους διασκευές και μεταγραφές. Το θέμα του συγκεκριμένου έργου νομίζω ότι είναι ιδιαιτέρως επίκαιρο στην εποχή της ευρωπαϊκής κρίσης που ζούμε, αφού είναι φανερό ότι η πολιτική, στο ζοφερό διεθνές τοπίο που βιώνουμε, θα υποχρεωθεί να ξαναδεί τις δυνατότητες και τις προοπτικές της. Είναι φανερό ότι η τρέχουσα Πολιτική τείνει προς απρόβλεπτες και δυναμικές αλλαγές. Έτσι η ανάλυση των μηχανισμών κατάκτησης και διατήρησης της εξουσίας είναι θέμα πρώτης γραμμής για το άμεσο μέλλον μας. Μήπως προλάβουμε τερατογενέσεις ηγετών παρόμοιων με τον πρωταγωνιστή του έργου του Παναγιώτη Μέντη.

– Μιλήστε μας περισσότερο για τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρώων της παράστασης και τι συμβολίζουν.

Ο κύριος Μακ, ένας σύγχρονος πολιτικός ευρωπαϊκού κράτους, χαρισματικός, γοητευτικός και με προδιαγραφές για άνοδο  στην εξουσία, ξεκινάει την πορεία προς την επιτυχία των στόχων του έχοντας συμπαραστάτη μια σύζυγο που παρασκηνιακά βοηθάει και καθοδηγεί. Μεταξύ τους, πέρα από τη σχέση αυτή, της εξάρτησης και της συμπαράστασης, υπάρχει και μια ιδιότυπη ερωτική εξάρτηση που τους δένει ακόμη πιο πολύ. Το τρίτο πρόσωπο του έργου, μια πόρνη πολυτελείας, που βρίσκεται σε φάση καμπής και μεγάλης αλλαγής στη ζωή της, εμπλέκεται με το ζεύγος, όταν η κατάκτηση της εξουσίας έχει φέρει την κυρία Μπεθ σε τέτοια κατάσταση που έχει ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας, την οποία αναλαμβάνει η Γυναίκα. Σε όλη τη διάρκεια του έργου αυτή η Γυναίκα εκφράζει την κριτική του μέσου, αλλά πολιτικά ευαίσθητου ανθρώπου, στα γεγονότα και τις ραγδαίες εξελίξεις της ιστορίας.

– Θεωρείτε ότι τα κείμενα με πολιτική χροιά και αναφορές σε κοινωνικο-πολιτικές καταστάσεις, έχουν διαφορετική δυναμική σήμερα; Κι αν ναι, γιατί;

Σε μια εποχή κρίσης, όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και των αξιών, ο πολίτης είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί περισσότερο με την πολιτική, για να μπορέσει να επέμβει στις εξελίξεις που καθορίζουν το άμεσο μέλλον του. Η Τέχνη έχει υποχρέωση να ακολουθήσει τις ανάγκες της κοινωνίας και να ασχοληθεί περισσότερο με κοινωνικά φαινόμενα και να δώσει έμφαση στα προβλήματα της κοινωνίας και λιγότερο στα προβλήματα του ατόμου, όπως έκανε και κάνει σε εποχές οικονομικής ευμάρειας. Στην εποχή μας η πολιτική είναι πρόβλημα πρώτης γραμμής, γιατί καθορίζει την επιβίωση των δυτικών κοινωνιών και όχι μόνο την οικονομική ή πολιτιστική διαχείρισή τους.

–  Σχεδόν από την αρχή της πορείας σας, συνεργάζεστε με το Θέατρο Τέχνης. Τι θα είχατε να σχολιάσετε ως προς την εξέλιξη του οργανισμού όλα αυτά τα χρόνια; Και πώς κρίνετε την δημιουργική φάση που περνάει τώρα;

Το Θέατρο Τέχνης ήταν πρώτα και κυρία -και είναι ακόμη- το σχολείο που μαθαίνω το Θέατρο. Το Θέατρο Τέχνης δεν ήταν πότε ένας θεατρικός παραγωγός. Ήταν μια καλλιτεχνική οικογένεια. Η πορεία του, μέσα από τεράστιες δυσκολίες, από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα και η αντοχή του – παρά τα οικονομικά ή δομικά προβλήματα – έχουν κάνει το Θέατρο Τέχνης έναν ιδιαίτερο θεατρικό οργανισμό. Η δύναμη του οράματος και της αντοχής του στα χρόνια, έχουν διαμορφώσει έναν οργανισμό με συνέχεια και συνέπεια σε υψηλούς στόχους και, νομίζω, υψηλά επιτεύγματα. Το άνοιγμα των τελευταίων χρόνων μας έχει φέρει σε επικοινωνία με άλλους χώρους και νέες αντιλήψεις και κατά κανόνα ο διάλογος στην Τέχνη εξασφαλίζει, εκτός από την πολυφωνία, και πιο σύνθετα καλλιτεχνικά αποτελέσματα. Επιπλέον νομίζω ότι το θεατρικό κοινό υποδέχεται με χαρά αυτό το άνοιγμα.  Κρίνοντας από την προσέλευση στις δυο σκηνές του Θεάτρου Τέχνης φαίνεται ότι το κοινό  συμπαρίσταται  στην προσπάθειά μας αυτή.

–  Επιπλέον, πώς βλέπετε τα ελληνικά θεατρικά έργα; Πιστεύετε πως η σύγχρονη ελληνική γραφή διανύει μια άνθιση ή μια καμπή;

Από την εποχή που ο Κάρολος Κουν, τη δεκαετία του 60, επέμενε να αναδείξει το ελληνικό έργο και να θεμελιώσει ουσιαστικά μια νέα εποχή για το ελληνικό θέατρο και τη μετέπειτα προσπάθεια λίγων θεατρικών σχημάτων να ακολουθήσουν και να επιμείνουν, νομίζω ότι έχουν αλλάξει πολλά. Το νέο ελληνικό έργο έχει καταξιωθεί και θέλγει το κοινό. Την τελευταία εικοσαετία έχουμε πολύ ενδιαφέροντες θεατρικούς συγγραφείς και μάλιστα με ένα άνοιγμα προς θεματικές και θεατρικές φόρμες που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας και απευθύνονται σε ένα παγκόσμιο κοινό. Έχουμε όμως ακόμη περιθώρια βελτίωσης, αν συγκρίνουμε την ελληνική θεατρική παραγωγή με την αντίστοιχη ισπανική πχ, που έχει επιδείξει αυτή την εικοσαετία θαυμαστά αποτελέσματα.

–  Κλείνοντας, υπάρχει κάποια καλλιτεχνική σας επιδίωξη που ακόμη δεν έχετε πραγματοποιήσει και θα ευχόσασταν να συμβεί στο άμεσο μέλλον;

Ποτέ δεν έβαζα προσωπικούς στόχους στα 45 χρόνια, που με τον έναν ή άλλο τρόπο δοκιμάζομαι  και «ταλαιπωρώ» το κοινό που παρακολουθεί τα αποτελέσματα των εγχειρημάτων μου, ή να το πω και αλλιώς, που απολαμβάνω μαζί με το κοινό την πορεία γι’ αυτά  τα αποτελέσματα. Δυστυχώς, τα όνειρα που έχουν δυνατότητα πραγματοποίησης  προϋποθέτουν οικονομικές συνθήκες και πρακτικές που, στην Τέχνη του Θεάτρου, δεν είναι εύκολο να καταφέρει κάποιος μόνος του. Έτσι όλα τα όνειρα εξαρτώνται από τους συνεργάτες της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ονειρεύομαι πάντως, ένα θέατρο ηθοποιών, χωρίς ταρατατζούμ και φιοριτούρες, με ελάχιστα τεχνικά μέσα. Χωρίς σκηνικά, προχωρημένες τεχνολογίες  και σκηνοθεσίες. Οπωσδήποτε  όμως με περισσότερη ποίηση. Θέλω χειροποίητες παραστάσεις με διαχρονικά και κλασικά θεατρικά κείμενα.


Διαβάστε επίσης: 

Οίκος Μακ-Μπεθ, του Παναγιώτη Μέντη στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν