Μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι άνθρωποι που συνδέονται με δεσμούς αίματος να αντικρίσουν ο ένας τον άλλον χωρίς ωραιοποιήσεις, σιωπές ή φόβο;

Η οικογένεια παρουσιάζεται συχνά ως χώρος ασφάλειας και αρμονίας, όμως κάτω από αυτή την επιφάνεια συνυπάρχουν άγραφοι κανόνες, μυστικά, ψέματα, σιωπές και συμβιβασμοί. Ο μύθος της «αγίας οικογένειας» συγκρούεται με την πραγματικότητα των ορίων που ορίζουν τι επιτρέπεται να ειπωθεί και τι πρέπει να παραμείνει κρυφό. Στο πλαίσιο αυτό, η αλήθεια δεν είναι αυτονόητη, αφού κάθε οικογενειακό σχήμα κουβαλά ερωτήματα χωρίς καθαρές απαντήσεις και η ανάγκη για συνοχή έρχεται διαρκώς αντιμέτωπη με την ανάγκη για ελευθερία και ειλικρίνεια. Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που πραγματεύεται ο Κοραής Δαμάτης στο νέο του μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδ. Βακχικόν, εκκινώντας αφηγηματικά τον Ιούνιο του 1989 και εισδύοντας στο «ερμητικά κλειστό κουτί» μιας ελληνικής οικογένειας της εποχής.

Το μυθιστόρημα θεμελιώνεται πάνω στην ιδέα ότι η αλήθεια σε μια οικογένεια, δεν είναι ποτέ ενιαία ούτε κοινά αποδεκτή. Ένα γεγονός αποκτά πολλαπλές εκδοχές, όχι επειδή αλλοιώνεται σκόπιμα, αλλά επειδή φιλτράρεται μέσα από διαφορετικές ανάγκες, φόβους, ενοχές και, τελικά, μέσα από διαφορετικές οπτικές. Ο συγγραφέας δίνει φωνή σε κάθε μέλος της οικογένειας, έτσι ο εσωτερικός μονόλογος κάθε ήρωα λειτουργεί σαν αυτόνομη μαρτυρία, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο που προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, να αντέξει τις επιλογές του ή να συμβιβαστεί με όσα δεν τόλμησε να πει.

Αυτό που γίνεται σαφές κατά την ανάγνωση του μυθιστορήματος αυτού είναι πως η εγγύτητα δεν εγγυάται τη γνώση. Ακόμα και οι πιο στενές σχέσεις βασίζονται σε σιωπές, σε μισές αλήθειες και σε προσωπικές αφηγήσεις που δεν συναντιούνται ποτέ πλήρως. Σε παράλληλες και γι’ αυτό ασύμπτωτες πλευρές. Στο βιβλίο δεν γίνεται η αναζήτηση ενός «ενόχου» αλλά μια αναμέτρηση των ηρώων με την προσωπική τους αλήθεια, για να καταλήξει η αφήγηση στη διαπίστωση ότι όλοι οι χαρακτήρες έχουν, ταυτόχρονα, δίκιο και άδικο και πως όλοι έχουν τη σκοτεινή και τη φωτεινή τους πλευρά.

Μέσα από αυτή τη δομή, ο αναγνώστης κατανοεί πως το ανομολόγητο δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Οι σκέψεις που δεν εκφράζονται, οι επιθυμίες που αποσιωπώνται και οι εσωτερικές συγκρούσεις που κρύβονται κάτω από την καθημερινότητα διαμορφώνουν τις σχέσεις περισσότερο από τις λέξεις που τελικά λέγονται. Με βάση αυτό, το μυθιστόρημα δεν δίνει απλώς φωνή σε μια συγκεκριμένη οικογένεια, παρουσιάζοντας τα αίτια και τα αιτιατά των πράξεων των μελών της αλλά καταδεικνύει την ανθρώπινη αδυναμία να εκτεθεί κανείς πλήρως μπροστά στους οικείους του.

Γύρω από το οικογενειακό τραπέζι συγκεντρώνονται τα μέλη της οικογένειας, ο Ανέστης, η Αγγέλα, η κόρη του Ανέστη, ο σύζυγός της, ο Μανώλης, η μικρή Μυρσίνη ή Μύρσα, και η θεία Δόμνα, η αδελφή του Ανέστη. Από τις πρώτες κιόλας λέξεις που ανταλλάσσουν γίνεται σαφές ότι αυτή η συνύπαρξη μόνο γαλήνια δεν είναι. Κάτω από την επίφαση της οικογενειακής συγκέντρωσης υποβόσκουν εντάσεις, ανεκπλήρωτα παράπονα και παλιές διαφωνίες που δεν έχουν ποτέ πραγματικά λυθεί. Οι σχέσεις τους χαρακτηρίζονται από μια διαρκή τριβή. Κάθε τους φράση παίρνει τη διάσταση μιας εκπυρσοκρότησης και οι σιωπές ανάμεσά τους επιβεβαιώνουν, ουσιαστικά, τη μεγάλη ρήξη που τους χωρίζει. Οι άνθρωποι που καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι εκδηλώνουν τα αρνητικά, ενίοτε επιθετικά τους συναισθήματα ο ένας απέναντι στον άλλον δεν αποκαλύπτουν μόνο την προσωπική τους θέση αλλά και την αδυναμία τους να συνυπάρξουν χωρίς σύγκρουση, αποτυπώνοντας μια οικογένεια που περισσότερο αντέχει ο ένας τον άλλον παρά μοιράζεται ουσιαστικά την ίδια ζωή.

Στο μυθιστόρημα αναπτύσσεται ένα σύμπαν όπου οι ανθρώπινες σχέσεις καθορίζονται από επιθυμίες που δεν βρίσκουν διέξοδο και από μνήμες που επιμένουν να επιστρέφουν και να διεκδικούν τη δικαίωσή τους. Οι δεσμοί των νεότερων γενεών συγκρούονται με κοινωνικές προκαταλήψεις και οικογενειακές απαγορεύσεις, ενώ οι επιλογές των μεγαλύτερων βαραίνουν το παρόν σαν κληρονομικό χρέος. Η νεότητα διεκδικεί το δικαίωμα στον έρωτα και στην εμπειρία, αλλά συναντά έναν τοίχο φόβου, υποκρισίας και, κυρίως, ηθικής αυστηρότητας που δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις αλλά δοκιμάζεται και αμφισβητείται από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων. Η ηδονή στοχοποιείται, ενώ το παρελθόν εισβάλλει απρόσκλητο στο παρόν, αποκαλύπτοντας πως όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ εξακολουθούν να καθορίζουν συμπεριφορές και επιλογές. Η βία, η καταπίεση και η σιωπή παρουσιάζονται όχι ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως δομικά στοιχεία μιας καθημερινότητας που, δυστυχώς, συνεχώς αναπαράγεται.

Παράλληλα, οι ξένοι χαρακτήρες του βιβλίου, ο Ερμάλ από τη Ρουμανία και η Έλσα από την Ουκρανία, αντανακλούν μια ευρύτερη κοινωνική παρακμή. Οι προσωπικές τους αφηγήσεις φέρνουν στο προσκήνιο ιστορικές και πολιτικές πληγές και μια διαρκή αίσθηση εκτοπισμού. Το μυθιστόρημα, μέσα από εναλλαγές φωνών και αφηγηματικών μορφών, συνθέτει ένα μωσαϊκό ανθρώπινων περιπτώσεων με τη ματαίωση να κυριαρχεί στη ζωή τους.

Ο Δαμάτης υπογράφει ένα κείμενο άμεσο, διεισδυτικό και πρωτίστως ειλικρινές, χωρίς να επιδιώκει την ωραιοποίηση ή τη συναισθηματική ευκολία. Εναλλάσσει τις αφηγηματικές φωνές και «χτίζει» ένα αφήγημα απολύτως αληθές που προσδοκά να ταράξει τον αναγνώστη  και να τον αναγκάσει να αναμετρηθεί με όσα συνήθως προτιμά να αποσιωπά.

Διαβάστε επίσης:

Κοραής Δαμάτης – καλοήθη παράσιτα: Ένα βιβλίο για την προβληματική ελληνική οικογένεια