Όταν είδε έναν φίλο του να πηδάει από τον πέμπτο όροφο ενός κτηρίου υπό την επήρεια LSD σχολίασε: «Γιατί δεν μου το πε; Θα τον είχαμε κινηματογραφήσει». Αυτός ήταν ο Άντι Γουόρχολ, αντισυμβατικός, φιλόδοξος, καινοτόμος και… προφητικός.

Γόνος ρουθήνων μεταναστών από την Αυστρουγγαρία που εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο Άντι Γουόρχολ σπούδασε αρχικά στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Κάρνεγκι και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Αντί να κυνηγάει -όπως όλοι οι υπόλοιποι καλλιτέχνες- γκαλερίστες για να δείξει τη δουλειά του, εκείνος αποφάσισε να ασχοληθεί με κάτι που θα του προσφέρει άμεσα χρήματα. Έτσι, ο νεαρός Άντι εισήχθη στον κόσμο της διαφήμισης. Η επιτυχία του ήταν παροιμιώδης και σύντομα έγινε ένας περιζήτητος επαγγελματίας. Η ενασχόληση του με τον διαφημιστικό τομέα μπορεί αρχικά να του στέρησε τον σεβασμό από το καλλιτεχνικό στερέωμα, είχε ωστόσο καθοριστική επίδραση στη μετέπειτα πορεία του.

Ο πατέρας της Pop Art, όπως συχνά τον αποκαλούν, συνδύασε μοναδικά το καλλιτεχνικό του δαιμόνιο με τις εμπορικές διαφημίσεις, που τόσο καλά ήξερε να χειρίζεται. Κοινότυπες αναπαραστάσεις καταναλωτικών προϊόντων, όπως τα μπουκάλια Coca – Cola ή κουτιά της σούπας Campbell, άρχισαν να αποτελούν το κεντρικό θέμα των πινάκων του, σείοντας με έναν πρωτόγνωρο τρόπο τον νεοϋορκέζικο καλλιτεχνικό κόσμο. Φιλοτεχνούσε, επίσης, προσωπογραφίες διασημοτήτων σε έντονες χρωματικές αντιθέσεις και συχνά ως μεταξοτυπίες.Έφτιαξε 23 διαφορετικές Μέριλιν Μονρόε, με γνωστότερη εκδοχή το Δίπτυχο Μέριλιν, 200 επαναλήψεις του πορτρέτου σε 4 μ. μουσαμά. Το πορτρέτο πέρα από φόρο τιμής στην ηθοποιό αποτελούσε και μία οξεία κριτική στη σαρωτική δύναμη της διασημότητας. Ο Γουόρχολ φιλοτεχνώντας τη Μέριλιν σε επανάληψη, την μετατρέπει σε ένα καταναλωτικό προϊόν. Αυτό ήταν το τίμημα της δόξας της.

Η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται. Εμφανιζόταν σε πάρτι μαζί με αιθέριες παρουσίες και έδινε λεφτά σε κουτσομπολίστικα περιοδικά για να διαδίδουν φήμες γι’ αυτόν, ώστε να παραμείνει διάσημος.  Το 1963, ο εξοπλισμός του Γουόρχολ έπιανε ένα ολόκληρο διαμέρισμα. Έτσι, αποφάσισε να νοικιάσει μία αποθήκη, που ονόμασε «Factory». Ναρκομανείς, καλλιτέχνες, τρανσέξουαλ, κακομαθημένα πλουσιόπαιδα, top models, δούκες και καλλιτέχνες συνέθεταν την αλλόκοτη συντροφιά του «Factory«, που ωστόσο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Άντι. Εκεί γνώρισε και την Valerie Solanas, μία γνωριμία που λίγο έλειψε να του στερήσει πρόωρα τη ζωή του.

Η ταραγμένη ζωή της Valerie Solanas

Η περίεργη ιστορία της Valerie Solanas μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα ως μία τραγωδία και μια φάρσα. Η Solanas γεννήθηκε το 1936 στο Νιου Τζέρσει. Ο αλκοολικός πατέρας της την κακοποιούσε σεξουαλικά. Ήταν ιδιαίτερα άτακτη στο σχολείο και είχε αποβληθεί πολλές φορές. Μέχρι την ηλικία των 15 ετών είχε γεννήσει δύο παιδιά αγνώστου πατρός. Ωστόσο, λέγεται, πως το πρώτο παιδί είχε αποκτηθεί από αιμομικτικές σχέσεις ή από βιασμό. Ενώ ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Marland, έψαχνε ήδη διεξόδους για να κατευνάσει την οργή της. Έγραφε στη μαθητική εφημερίδα και έστελνε σαρκαστικά γράμματα στον αρχισυντάκτη της, διαμαρτυρόμενη για τον σεξισμό που επικρατεί στην πανεπιστημιούπολη. Υποκινούσε καβγάδες με τους άντρες συμμαθητές της και μάλωσε άσχημα με έναν που υποστήριζε πως οι γυναίκες πήγαιναν στο πανεπιστήμιο για να ψαρέψουν γαμπρούς. Στην ερωτική της ζωή ήταν αμφιφυλόφιλη, ενώ περισσότερο κυνηγούσε την ερωτική ευχαρίστηση παρά το συναισθηματικό δέσιμο.

Το 1959 η Solanas μετακόμισε στο Μανχάταν, στη «μέκκα» της ελεύθερης έκφρασης εκείνης της εποχής. Ήταν το πρώτο μέρος που ένιωσε πως μπορεί να είναι ο εαυτός της. Το 1967, η Solanas ολοκλήρωσε το γνωστότερο έργο της, το SCUM – Society for Cutting Up Men (ελλ. τίτλος Κατακάθι: Μανιφέστο για την εξάλειψη των ανδρών). Το βιβλίο υποστηρίζει πως ο μόνος τρόπος για να «εκπολιτιστούν» οι άνδρες είναι να αυτοκαταστραφούν! Από την άλλη καλεί τις γυναίκες να ρίξουν την κυβέρνηση και εξαλείψουν το χρηματοτραπεζικό σύστημα. «Το γυναικείο φύλο είναι φτιαγμένο για να αγκαλιάζει, να αγαπά και να είναι ο εαυτός του, και είναι αναντικατάστατο από οτιδήποτε άλλο. Οι άνδρες απλά παράγουν σπέρμα. Τώρα έχουμε τράπεζες σπέρματος», έγραφε με οργή στις σελίδες του μανιφέστο της.

 

Η παραδοξότητα του έργου της γρήγορα την έκανε γνωστή, ενώ την άνοιξη του 1967 εμφανίστηκε και σε μία τηλεοπτική εκπομπή. Εκμεταλλευόμενη τη φήμη της, προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει έναν τρόπο να μεταφέρει κάποια από τα χειρόγραφα της στο θέατρο και συγκεκριμένα το «Up Your Ass». Ωστόσο, όλοι οι παραγωγοί της έλεγαν πως το έργο ήταν τόσο «βρώμικο», που αν επιχειρήσουν τη θεατρική μεταφορά του, θα συλληφθούν για διακίνηση πορνογραφικού υλικού.

Ο «φονικός» πίνακας «Όπλο»

Τότε ήταν που ο φωτογράφος Νατ Φινκελστέϊν σκέφτηκε να τη συστήσει στον Άντι Γουόρχολ, ως πιθανό συνεργάτη.  Η μοιραία συνάντηση έγινε το 1967, και ο Άντι αρχικά πίστευε πως ήταν μυστικός αστυνομικός. Γρήγορα κατάλαβε πως αυτό δεν ισχύει και την άφησε να εισέλθει στην εκκεντρική συντροφιά του περίφημου «Factory». Μάλιστα της έδωσε και μικρούς ρόλους σε μερικές από τις ταινίες του. Το φιλικό κλίμα δεν διήρκεσε για πολύ. Ο Γουόρχολ δημιουργούσε γυναικείες μορφές σαν παραφυάδες της ανδρικής φαντασίας, κάτι που η Valerie δεν μπορούσε να αποδεχτεί. Όταν του ζήτησε να γίνει παραγωγός του έργου της, Up Your Ass, εκείνος απάντησε ένα μεγαλοπρεπές όχι. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν έχασε και το αντίτυπο του έργο, ένας γεγονός που εξαγριώσει την Solanas. Εμμονικές σκέψεις άρχισαν να την κατακλύζουν πως ο Γούρχολ θέλει να κλέψει τις ιδέες και τα πνευματικά δικαιώματα του έργου.

Η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου, όταν η Solanas ένιωσε πως το έργο της απειλείται από υποκλοπή και από τον εκδότη Maurice Girodias, που ήταν γνωστός για τις επιλογές του να εκδίδει ερωτική λογοτεχνία. Η Solanas έγινε παρανοϊκή και στις 3 Ιουνίου του 1968 μπήκε μέσα στο γραφείο του Γουόρχολ και τον πυροβόλησε. Το παρολίγον «φονικό όπλο» ήταν ένα 22αρι περίστροφο. Το έργο «Όπλο» που φιλοτεχνήθηκε το 1981 παρουσιάζει ένα πανομοιότυπο πιστόλι, καθώς ο Γουόρχολ μετατρέπει το αντικείμενο που θα του στερούσε την ζωή σε ένα έργο τέχνης.

Τα απομεινάρια μίας επίθεσης

Δύο σφαίρες σκίσανε τα πνευμόνια, το στομάχι, την σπλήνα, τον οισοφάγο και το συκώτι του. Στο νοσοκομείο ο Γουόρχολ θεωρήθηκε κλινικά νεκρός, αλλά οι γιατροί τον επανέφεραν. Ο καλλιτέχνης πέρασε δύο μήνες στο νοσοκομείο, προσπαθώντας να ανακάμψει από τις πολλαπλές επεμβάσεις. Ωστόσο, για το υπόλοιπο της ζωής του, ήταν αναγκασμένος να φοράει έναν χειρουργικό κορσέ, ο οποίος κρατούσε τα όργανα του στη θέση τους.

Η απόπειρα πέρα από τα προβλήματα υγείας, είχε τεράστιο αντίκτυπο στο έργο του. Ο Γουόρχολ είχε δείξει ενδιαφέρον για τον θάνατο και τη βία ως θέμα και στην πρώιμη δουλειά του. Ωστόσο, μετά το συμβάν επανεξετάζει το θέμα από την αρχή. Πέρα από τον πίνακα «Όπλο», ζωγράφισε σειρές πινάκων που απεικόνιζαν νεκροκεφαλές, μαχαιριά και πιστόλια, όπου φαίνεται μία ιδιαίτερη σύνδεση μαζί τους. Επίσης, σταμάτησε να ασχολείται τόσο με τα καλλιτεχνικά και επικεντρώθηκε περισσότερο στις επιχειρήσεις , δημιουργώντας και το γνωστό περιοδικό «Interview», το 1969. «Είπα πως σταμάτησα να είμαι δημιουργικός από τότε που με πυροβόλησαν, γιατί μετά από αυτό σταμάτησα να βγαίνω με περίεργους ανθρώπους», έγραψε στο ημερολόγιο του τον Νοέμβριο του 1978.

Το πιο σημαντικό όμως, ήταν ότι ο πυροβολισμός διόγκωσε τη φοβία και την καχυποψία του για τα νοσοκομεία. Αυτή η επιφυλακτικότητα προκάλεσε θανατηφόρα αποτελέσματα στις 21 Φεβρουαρίου 1987, όταν ο Warhol πέθανε από καρδιακή ανακοπή μετά από χειρουργική επέμβαση στη χοληδόχο κύστη, μια διαδικασία που είχε καθυστερήσει για αρκετά χρόνια εξαιτίας του φόβου του για νοσοκομεία. Αν την είχε κάνει νωρίτερα, ίσως και είχε ζήσει περισσότερα χρόνια, έχοντας την ευκαιρία να «χαρίσει ακόμα περισσότερα» στην Τέχνη.

Το έργο αυτή την στιγμή βρίσκεται στην Gagosian Gallery, στην Νέα Υόρκη.