Ειλικρινής και ευαίσθητος, ο ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκογκ είχε χαρακτηριστεί από μία υπηρέτρια της οικογένειας του ως «ένα περίεργο, απόμακρο παιδί που έμοιαζε πιο πολύ με γέρο άντρα». Και η αλήθεια είναι πως κάπως έτσι αντιμετωπίστηκε από τους γύρω του καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Γεννημένος στην Ολλανδία στις 30 Μαρτίου του 1853, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους μεταϊμπρεσιονιστές ζωγράφους όλων των εποχών.Ήταν ο μεγαλύτερος γιος μίας ευκατάστατης, αλλά θρησκόληπτης και συντηρητικής οικογένειας, η οποία δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει την ευφυΐα και την ιδιαιτερότητα του. Οι γονείς του δεν τον αποδέχτηκαν ποτέ, ενώ ο αδελφός του Θίο ήταν ο μόνος που αγάπησε πραγματικά τον ζωγράφο, και αυτός που τον συντηρούσε οικονομικά σε όλη του την ζωή.

Επανειλημμένες επαγγελματικές αποτυχίες

Σε ηλικία 16 ετών ο Βαν Γκογκ ξεκίνησε να δουλεύει ως έμπορος τέχνης, μία εργασία πλήρως αντίθετη στην ντελικάτη και αυθόρμητη ιδιοσυγκρασία του. Ανίκανος να πει ψέματα για να πουλήσει πίνακες, αποτυγχάνει παταγωδώς στην νέα του δουλειά και εξομολογείται στην αδελφή του, Γουιλελμίνα: «Οι γκαλερί είναι υποχείρια όσων έχουν τα χρήματα. Μόλις το ένα δέκατο όλων των αγοραπωλησιών έχουν σχέση με την πραγματική τέχνη».

Οι επαγγελματικές του αποτυχίες συνεχίζουν να έρχονται η μία πίσω από την άλλη και έτσι στα 24 χρόνια του αναγκάζεται να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Σπουδάζει θεολογία και γίνεται κήρυκας σε ένα χωριό ανθρακωρύχων στο Βέλγιο. Είναι η πρώτη επαφή του νεαρού Βίνσεντ με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Η επαφή αυτή αποτελεί την κοινωνική αφύπνιση του Βαν Γκογκ, ο οποίος για πρώτη φορά ζωγραφίζει πίνακες με κοινωνικό περιεχόμενο. Ο Βαν Γκογκ δεν αντέχει να βλέπει φτωχούς ανθρακωρύχους να υποφέρουν από κακουχίες και γι’ αυτό τους χαρίζει τα λιγοστά χρήματα, που του έστελνε η οικογένεια του. Λίγο αργότερα εγκαταλείπει την θέση του κήρυκα και επιστρέφει στο πατρικό του με πρώιμα σημάδια κατάθλιψης.

Το Υπνοδωμάτιο στην Αρλ

 Αυτοπροσωπογραφία με μπανταρισμένο αυτί

Ύστερα από πολλές επαγγελματικές αποτυχίες, αντιλαμβάνεται πως η μοναδική του κλίση είναι η ζωγραφική και το 1888 αποφασίζει να μετακομίσει στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας για να αφιερωθεί σ’ αυτήν. Η παραγωγικότερη περίοδος του ζωγράφου ξεκινάει. Είναι η περίοδος που δημιούργησε διάσημους πίνακές, όπως η Έναστρη Νύχτα και τα γνωστά σε όλους μας Ηλιοτρόπια.

Στην Αρλ συναντά τον γνωστό ζωγράφο Πωλ Γκωγκέν και αποφασίζουν να συγκατοικήσουν. Μία στενή φιλία ξεκινάει, καθώς ο Βαν Γκογκ βλέπει στο πρόσωπο του Γκωγκέν τον πολύτιμο φίλο, που πάντα αναζητούσε. Παρά την ειλικρινή αγάπη του Γκωγκέν για τον Βαν Γκογκ, αλλά και τις κοινές καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, o Γκωγκέν αποφασίζει να φύγει από το σπίτι. Ο κύριος λόγος ήταν οι ιδιοτροπίες και οι παραξενιές του Βαν Γκογκ, που κατέστησαν την συγκατοίκηση ανυπόφορη.

Η ανακοίνωση της φυγής του Γκωγκέν προκάλεσε δυσβάσταχτο πόνο στον Βαν Γκογκ. Ωστόσο, αυτό το γεγονός στάθηκε η αφορμή για να δημιουργηθεί ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους πίνακες του Βαν Γκογκ: Η Αυτοπροσωπογραφία με μπανταρισμένο αυτί. Το έργο συνοδεύουν διάφορες ανυπόστατες φήμες και εικασίες, ενώ η ιστορία δημιουργίας του αποτελεί επίκεντρο διαμάχης των μελετητών της ζωής και του έργου του.

Οι εκδοχές της ιστορίας δημιουργίας του πίνακα, που ακολουθούν παρακάτω, είναι οι επικρατέστερες

Αυτοπροσωπογραφία με μπανταρισμένο αυτί

Εκδοχή πρώτη: Η επίσημη Εκδοχή

Όταν ο Γκωγκέν φεύγει από το σπίτι, ο απογοητευμένος Βαν Γκογκ τον ακολουθεί με ένα ξυράφι. Ο Γκογκέν το αντιλαμβάνεται, αλλά δεν αντιδρά. Αποφασίζει να μην επιστρέψει στο σπίτι για να αφήσει τον φίλο του να ηρεμήσει. Ο Βαν Γκογκ σε κατάσταση τρέλας που ο φίλος του αργεί να γυρίσει, αρπάζει το ξυράφι και κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού. Ύστερα τυλίγει τον ακρωτηριασμένο του λοβό σε μία πετσέτα και το δωρίζει στην αγαπημένη του ιερόδουλη σε έναν τοπικό οίκο ανοχής, στον οποίο ήταν θαμώνας.

Εκδοχή Δεύτερη: Ο Πωλ Γκωγκέν το έκανε

Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Βαν Γκογκ δεν αυτοτραυματίστηκε, αλλά ύστερα από μία έντονη λογομαχία με τον Γκωγκέν, ο τελευταίος του επιτέθηκε και ακρωτηρίασε το αυτί του με ένα ξίφος. Ο λόγος του τσακωμού των δύο φίλων ήταν τα μάτια μίας γυναίκας.

Εκδοχή Τρίτη : Νόσος Meniere

Μελετητές υποστηρίζουν πως ο Βαν Γκογκ έπασχε από τη νόσο Meniere. Η συγκεκριμένη νόσος προκαλεί ιλίγγους, εμβοές ωτών (βούισμα αυτιών), αίσθημα πληρότητας ή πίεσης στο αυτί και παροδική απώλεια ακοής. Ο μεγάλος ζωγράφος, μην αντέχοντας άλλο, αποφασίζει να κόψει το αυτί του για να απαλλαχθεί από το ενοχλητικό βούισμα.

Εκδοχή Τέταρτη: Ο Γάμος του αδελφού του

Τέλος, υπάρχει η θεωρία πως για τον κομμένο αριστερό λοβό του Βαν Γκογκ ευθύνεται η ανακοίνωση του γάμου του αδελφού του, Θίο. Ο καλλιτέχνης υπέστη νευρικό κλονισμό όταν έμαθε πως ο αδελφός του Θίο, πρόκειται να παντρευτεί. Ένιωσε πως έχανε το μοναδικό του συναισθηματικό, αλλά και οικονομικό στήριγμα και σε κατάσταση παροξυσμού, κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού.

Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα

Μία αυτοπροσωπογραφία, που έχει ζωγραφίσει ο ίδιος ο Βαν Γκογκ, σε σύγκριση με ένα πραγματικό φωτογραφικό του πορτραίτο.

Μετά τον τραυματισμό του, ο Βαν Γκογκ νοσηλεύεται για μικρό χρονικό διάστημα σε ένα γαλλικό νοσοκομείο. Ύστερα από την ανάρρωση του, κλείνεται οικειοθελώς σε ψυχιατρικό άσυλο, έχοντας εμφανίσει σημάδια σχιζοφρένειας, κατάθλιψης και επιληψίας. Στο άσυλο βρίσκεται σε περίοδο καλλιτεχνικής έξαρσης, ζωγραφίζοντας έναν πίνακα την ημέρα. Δεν καταφέρνει πότε να επανέλθει πλήρως.

Στις 27 Ιουλίου του 1890, αυτοπυροβολείται στο στήθος και υποκύπτει στο τραύμα του δύο μέρες αργότερα. Ο μόνος που πήγε να τον επισκεφτεί, λίγο πριν πεθάνει, ήταν ο πολυαγαπημένος του αδελφός Θίο. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα». Δεν έμαθε ποτέ την αξία των πινάκων του. Κατά την διάρκεια της ταραχώδους ζωής του πούλησε μόνο έναν πίνακα! Το 1901 πραγματοποιήθηκε μία έκθεση με μερικά έργα του στο Παρίσι, ενώ το 1915 τα έργα αρχίζουν να γίνονται περιζήτητα. Σήμερα θεωρούνται θρυλικά και ανεκτίμητης αξίας.