Γνωρίζουμε τον Αντόνιο Ταμπούκι, βραβευμένο ανάμεσα σε άλλα βραβεία με το Prix Méditerranée, από βιβλία όπως το μεγαλειώδες και μοναδικό «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα», το εξαιρετικό βιβλίο «Ο Τριστάνος πεθαίνει. Μια ζωή» ή ακόμα το βιβλίο «Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα. Ένα παραλήρημα».

Το βιβλίο «Για την Ιζαμπέλ» που παρουσιάζεται εδώ δεν είναι από τα γνωστά του βιβλία αλλά δεν είναι ήσσονος σημασίας γιατί πρόκειται για ένα βιβλίο που ακουμπά πολύ έντονα στον λογοτεχνικό του οδηγητή που δεν είναι άλλος από τον Φερνάντο Πεσσόα, για τον οποίο έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό και τον οποίο μετέφρασε και μελέτησε διεξοδικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως το βιβλίο έχει ως επίκεντρο τη Λισαβόνα, την πόλη με την οποία δέθηκε πολύ στενά και στην οποία άφησε την τελευταία του πνοή το 2012.

Το ιδιαίτερο και πολύ ευφάνταστο μυθιστόρημα αυτό, το οποίο δύσκολα ορίζεται και αναλύεται μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα μπαλζακικό πέρα από πεσσοικό σύμπαν. Πρόκειται για ένα ταξίδι που έχει αρχή αλλά δεν έχει τέλος, είναι μια συνεχής περιήγηση στην πόλη από αυτές που αρεσκόταν να κάνει λογοτεχνικά και ο ίδιος ο Πεσσόα από τον οποίο αντλεί τόσα στοιχεία ο Ταμπούκι. Άλλωστε, ο Πορτογάλος συγγραφέας είχε γράψει πολλά βιβλία όπου υμνούσε την πόλη της Λισαβόνας και με όχημα ένα παιχνίδι φαντασίας οδηγούσε τον αναγνώστη σε σοκάκια, πλατείες, πρόσωπα και εικόνες.

Ο Ταμπούκι, κάτοικος Λισαβόνας για πολλά χρόνια, εξυφαίνει μια ιστορία ποτισμένη από το αιώνιο κυνήγι μιας μορφής, από αναμνήσεις άπιαστες και άυλες, από μία ατμόσφαιρα της πόλης που δημιουργεί μυστήριο και νοσταλγία. Οι περιγραφές του όμως μας μεταφέρουν και εκτός Λισαβόνας στη Γαλλία, τις Ελβετικές Άλπεις και πάντα τη Νάπολη, ως πόλη αναφορά στη συνείδησή του.

Ο άγνωστος κόσμος της Ιζαμπέλ

«Κρυφές εμμονές, προσωπικές ενοχές που ο χρόνος διαβρώνει μα δεν μεταμορφώνει, όπως το νερό ενός ποταμού λειαίνει τα βότσαλά του, ετερόκλητες φαντασιώσεις και κενά της πραγματικότητας είναι οι βασικές κινητήριες δυνάμεις αυτού του βιβλίου» γράφει ο Ταμπούκι ως αιτιολόγηση σε μορφή σημειώματος πριν αρχίσει την αφήγηση. Ο Ταμπούκι στην κορυφή της συγγραφικής του ωριμότητας συνεχίζει να στοχάζεται, να προβληματίζεται, να συλλογίζεται, να διεισδύει και να εισχωρεί στον κόσμο των δικών του αναζητήσεων και αμφιβολιών, ένας δύτης στο βυθό των ερωτημάτων που ξεπηδούν στην επιφάνεια για να γίνουν ένα με τον ουρανό της σκέψης του.

Σε μόνιμη πνευματική και ψυχική εγρήγορση καλεί τον αναγνώστη σε συμπόρευση για όσα τον απασχολούν, τον παίρνει από το χέρι να ατενίσουν μαζί τον χωροχρόνο και το φιλοσοφικό άπειρο, έχοντας στον νου του τα λόγια που εμπνέεται από τον Χαίλντερλιν. Είναι ένα ταξίδι στα όρια του μεταφυσικού ορίζοντα αναζητώντας όπως ο Προυστ όχι μόνο τον χαμένο χρόνο αλλά και τον άνθρωπο που βρίσκεται παντού και πουθενά, σε όλα τα μήκη και πλάτη της πόλης. Η πόλη είναι το προπύργιο της εκκίνησης για μια ενδελεχή αναζήτηση μιας μορφής, της Ιζαμπέλ που θυμίζει την Σεραφίτα του Μπαλζάκ, ένα πνευματικό πρόσωπο που εκφράζει έναν συναισθηματικό και πνευματικό οργασμό.

Στο μυαλό του Αντόνιο Ταμπούκι

Όλο αυτό το κυνήγι στην αναζήτηση της Ιζαμπέλ που πλανάται συνεχώς και τον συντροφεύει ως όραμα εμφανιζόμενη στο διεγερμένο από μνήμες μυαλό του έχει πολλαπλούς πρωταγωνιστές. Είναι πλαισιωμένο το ταξίδι στους σταθμούς της πόλης και της μητέρας φύσης που τον αγκαλιάζει σαν Δήμητρα και Παναγία από διάφορα πρόσωπα στα οποία καταφεύγει για να ρωτήσει, να μάθει, να εκμαιεύσει κάποια πληροφορία σχετική. «Τ’ αστέρια καθοδηγούν, είπε, καθοδηγούν τα πάντα, μόνο που εμείς οι καημένοι οι άνθρωποι δεν το ξέρουμε».

Η Ιζαμπέλ είναι η ανήσυχη σκέψη του συγγραφέα προσωποποιημένη και μαζί ένα γλυκό όνειρο που κουβαλάει μαζί του καθώς ανατρέχει στις αναζητήσεις του; Είναι άραγε ένας κώδικας επικοινωνίας με ανώτερα στρώματα πνευματισμού και διαλογισμού, τα οποία νιώθει πως μπορεί να αγγίξει – ίσως και για αυτό ο υπότιτλος Ένα Μάνταλα – και να τολμήσει να δώσει απαντήσεις;

Ο ίδιος το είχε χαρακτηρίσει ως «ένα μυθιστόρημα ασυνήθιστο, ένα πλάσμα παράξενο, σαν ένα άγνωστο απολιθωμένο κολεόπτερο μέσα σε μια πέτρα». Είναι πράγματι ένας ύμνος στην γενεσιουργό δύναμη της γυναικείας μορφής που είναι αυτόφωτη και μονίμως μυστηριώδης. Ο αναγνώστης μέσα μια σειρά από επεισόδια προσπαθεί να ερμηνεύσει τον ρόλο που διαδραματίζει αυτή η Ιζαμπέλ στη ζωή του αφηγητή και ο τελευταίος αναφέρει ως κατακλείδα φράση: «Ετοιμάστηκα να φύγω. Κι εκείνη τη στιγμή είδα την Ιζαμπέλ. Κουνούσε μια άσπρη εσάρπα και μου έλεγε αντίο. -«.

Ανυπότακτη και δίχως να αποκαλύπτει την ταυτότητά της κυκλοφορεί ανάμεσά μας και γοητεύει με τον μύθο που δημιουργεί γύρω από το όνομά της και εμείς ακολουθούμε τον μίτο της. Αυτό που αφηγείται ο Ταμπούκι είναι ένα λογοτεχνικό διαμάντι που έχουμε τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε σαν μια Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από το όστρακο και τους αφρούς της θάλασσας έτσι όπως ακριβώς την ζωγράφισε ο επίσης Ιταλός δάσκαλος Μποτιτσέλι.


Αποσπάσματα

«Τι είστε τότε; με ρώτησε εκείνη. Θεωρήστε με απλώς κάποιον που αναζητά, απάντησα εγώ, ξέρετε, το σημαντικό είναι να αναζητά κανείς».

«… τα άτομα, που έχουν τη φύση για μητριά τους, ξέρουν, όπως κι εμείς, τι είναι η ευτυχία και η δυστυχία, η θλίψη, η μελαγχολία, η χαρά, όλα όσα νιώθουμε εμείς, εμείς τα υπερφίαλα και άθλια πλάσματα που πιστεύουμε ότι είμαστε φυσιολογικά»


Διαβάστε επίσης:

Για την Ιζαμπέλ – Αντόνιο Ταμπούκι