Ένα τρένο, δύο άνθρωποι και ένα περίεργο παιχνίδι που μετατρέπει τη φρίκη της Ιστορίας σε μια επικίνδυνα επίκαιρη ερώτηση: πόσο μακριά μπορεί να βρίσκεται το κακό από τον καθένα μας; Ο λόγος για το «Μένγκελε» του Θανάση Τριαρίδη, που επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο ΠΛΥΦΑ, έχοντας ήδη διανύσει τη διαδρομή Αθήνα–Ζυρίχη, την οποία θα επαναλάβει μέχρι το τέλος της νέας θεατρικής σεζόν.

Η σκηνοθετική ματιά της Βάνας Πεφάνη μετατρέπει το έργο σε ένα ιδιότυπο θεατρικό «πείραμα», στο οποίο η Εύα Πιάδη και ο Γιώργος Νάσιος ερμηνεύουν αντίστοιχα την Εσθήρ και τον Μένγκελε, με τα ζωντανά ηχητικά τοπία του Orestis να αποτελούν έναν τρίτο, καταλυτικό συμπαίκτη. Για τον Νάσιο, η προσέγγιση του Μένγκελε πέρασε από την ιστορική έρευνα στην προσπάθεια να τον κατανοήσει «χωρίς το δίπολο καλό και κακό». Για την Πιάδη, αντίθετα, η Εσθήρ ήταν σχεδόν σαν να την είχε επιλέξει η ίδια: «Όταν διάβαζα το Μένγκελε, με είδα εκεί. Κυριολεκτικά με είδα εκεί».

Πώς μπαίνει ένας ηθοποιός στα «παπούτσια» του Μένγκελε χωρίς να τον δικαιολογήσει; Πώς μια ηθοποιός συναντά μια ηρωίδα που αισθάνεται ότι την επέλεξε; Και τι μένει στο κοινό όταν πέσει η αυλαία; Με την Εύα Πιάδη και τον Γιώργο Νάσιο αναζητήσαμε τις απαντήσεις.

***

-Η ζωή σας κινείται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ελβετία, ενώ και οι δύο έχετε πολλές διαφορετικές καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Εύα, είστε ηθοποιός, tattoo artist, τραγουδίστρια και σύντομα σκηνοθέτις. Γιώργο, είστε ηθοποιός, τραγουδιστής, σκηνοθέτης, εμψυχωτής και συντονιστής ανθρώπων και ομάδων. Αν έπρεπε να συστηθεί ο καθένας σας σε κάποιον που δεν σας γνωρίζει, ποια από όλες αυτές τις πλευρές θα επιλέγατε να αναδείξετε πρώτη και γιατί;

Εύα Π.: Θα επέλεγα να πω οτι είμαι καλλιτέχνης. Παρόλο που μου πήρε πολλά χρόνια να το αποδεχτώ και να μπορώ να με χαρακτηρίσω έτσι . Φέρει ένα παράξενο φορτίο αυτή η λέξη. Κοινωνικά ενώ έχει ρομαντικοποιηθεί θεωρείται συνάμα πολύ γενική για να χαίρει εκτίμησης. Σε ατομικό επίπεδο -τουλάχιστον για’μενα- φέρει μια ευθύνη απέναντι σε όσα θεωρώ οτι έχουμε χρέος να μοιραζόμαστε.Κατέληξα ωστόσο, οτι είναι η πιο πλήρης γιατί προσπαθώ να ζω και να υπάρχω δημιουργικά, χωρίς να περιορίζομαι από κάποια από αυτές τις πλευρες.

Γιώργος Ν.: Η σειρά με την οποία συστήνω σε κάποι@, που δεν με γνωρίζει, το τι προσφέρω και υπηρετώ επαγγελματικά έχει πάντα να κάνει με την χρονολογική σειρά που τα γνώρισα, τα σπούδασα και μυήθηκα σε αυτά: Ηθοποιός, Ερμηνευτής Τραγουδιών, Θεατροπαιδαγωγός, Σκηνοθέτης, Συντονιστής και Εκπαιδευτής Walking In Your Shoes και Drama Healing – Εμψυχωτής Ανθρώπων και Ομάδων. Πολλές Ευλογίες! Με εκφράζουν και με χαρακτηρίζουν το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί συνάμα αλλά είμαι και πολλά περισσότερα. Άνθρωπος.

-Από τη δική σας πλευρά, τι σας κέρδισε ή σας προβλημάτισε περισσότερο στην πρόταση να υποδυθείτε τον Μένγκελε; Πώς προσεγγίζει ένας ηθοποιός έναν τόσο ακραίο και ιστορικά φορτισμένο χαρακτήρα χωρίς να τον αντιμετωπίσει απλώς ως μια «εικόνα του κακού»;

Γιώργος Ν.: Με κέρδισε καταρχάς η ίδια η Εύα, όταν μου το πρότεινε, καθώς υπήρξε μαθήτριά μου και την εμπιστεύομαι και με κέρδισαν και η συγκυρία και η διαίσθησή μου, που μόλις δύο εβδομάδες πριν την πρόταση μου είχε «πει» πως εύχομαι και πως ήρθε η ώρα να βρεθώ πάλι στη σκηνή μετά από αρκετά χρόνια μακριά της αλλά με έναν ρόλο «πρόκληση» (πρόσεχε τι εύχεσαι!).

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για φτάσεις στον ίδιο προορισμό. Ο δικός μου, προσωπικός δρόμος περιλάμβανε σε πρώτη φάση την μελέτη του ιστορικού προσώπου Μένγκελε μέσα από βιβλία, άρθρα, ταινίες, σε δεύτερη φάση άπειρες κουβέντες με την Σκηνοθέτρια μας και τέλος μια πιο διαισθητική προσέγγιση με την  μέθοδο του Walking In Your Shoes, όπου μέσα από την κίνηση του σώματος περπατάς στα παπούτσια ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζεις και εξερευνάς το υλικό της ψυχής του. Όλο το υλικό. Χωρίς το δίπολο καλό και κακό. Χρειάστηκε να τον καταλάβω. Όχι να τον δικαιολογήσω. Να τον καταλάβω. Με όλα του.

-Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε περισσότερο όταν διαβάσατε για πρώτη φορά το έργο του Θανάση Τριαρίδη και τι σας έκανε να θέλετε να αναμετρηθείτε με την Εσθήρ;

Εύα Π.: Πρώτα απ’όλα με συντάραξε ο κόσμος του Τριαρίδη. Διάβασα όλα τα έργα του μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Όταν διάβαζα το Μένγκελε, με είδα εκεί. Κυριολεκτικά με είδα εκεί. Μέσα σ’αυτό το τρένο, να λέω αυτά τα λόγια. Απο εκεί κι έπειτα όσα ακολούθησαν ήταν ζήτημα  χρόνου και για να μην είμαι άδικη πολύ κόπου αλλά και τύχης. Με κίνδυνο να ακουστώ γραφική θα πω οτι η Εσθήρ με διάλεξε. Δεν τη διάλεξα.

-Τι σας αποκάλυψε η σκηνοθετική ματιά της Βάνας Πεφάνη για το έργο και τους ρόλους σας, κάτι που ίσως δεν θα είχατε ανακαλύψει μόνοι σας; Και πώς συνομιλεί αυτή η σκηνοθετική προσέγγιση με τη ζωντανή μουσική και τα «Live Textures» του Orestis, που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης;

Γιώργος Ν.: Η Βάνα έθεσε το – τόσο καίριο και επίκαιρο – πλαίσιο του «πειράματος», κάτι που έδωσε στην προσέγγιση μας και στην παράσταση μια εντελώς διαφορετική τροπή, στάση και ατμόσφαιρα από αυτήν που είχαμε «φτιάξει» μέσα μας. Μεγάλο δώρο. Μας ξεβόλεψε από τετριμμένες φόρμες και ερμηνείες. Μας οδήγησε με μαεστρία – μέσα από το κείμενο, από ουσιαστικές συζητήσεις και ερωτήματα – προς τους ρόλους και μας ενορχήστρωσε λεπτό προς λεπτό, μην αφήνοντας τίποτα μετέωρο και αναπάντητο και ταυτόχρονα μας πρόσφερε μία απόλυτη ελευθερία να βρούμε και να μιλήσουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια του ρόλου μας.

Τα εξαιρετικά και καταλυτικά «Live Textures» του Orestis είναι ο τρίτος συμπαίκτης μας! Χωρίς αυτά δεν θα ήταν η παράσταση αυτή που είναι.

Εύα Π.: Η Βάνα είναι ένας συγκλονιστικός άνθρωπος. Ένα αερικό που την ίδια στιγμή είναι ό,τι πιο γήινο μπορείς να συναντήσεις. Μπορώ να μιλάω πολλή ώρα για τη Βάνα και για το πώς μου άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα αλλά και το έργο. Η ματιά της είναι τόσο οξυδερκής, άμεση, έμπειρη, διαφορετική, ιδιαίτερη. Πριν είπα ότι μόλις διάβασα το έργο, με φαντάστηκα να παίζω σ’αυτο. Ε λοιπόν, δεν το φαντάστηκα ποτέ όπως το έστησε η Βάνα.  Δε φαντάστηκα ποτέ αυτή την Εσθήρ μέχρι τη στιγμή που την είδα μέσα από τα μάτια της Βάνας. Και η ματιά της έχει το εξής φοβερό, ένω δε μπορούσα ποτέ πριν να δω αυτή την Εσθήρ, μετά τη Βάνα, είναι η μόνη Εσθήρ που βλέπω. Σαν αυτή η Εσθήρ να μην μπορούσε και μάλλον όντως δεν μπορούσε να είναι διαφορετική μέσα σ’αυτό το πλαίσιο. Ο Ορέστης είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης και η συμμετοχή του στην παράσταση είναι μια μεγάλη τιμή για’μας. Μια μέρα που το θέατρο ήταν άδειο και προχωρούσα προς τα εκεί, άκουσα τον Ορέστη να βαράει δυνατά τις μουσικές του. Όσο πλησίαζα, τον είδα απο τη μισάνοιχτη πόρτα να ειναι τόσο συγκεντρωμένος και πωρωμένος, ένιωσα πραγματικά ότι αυτός ο άνθρωπος είναι στο Μένγκελε όσο ήμασταν ο Γιώργος κι εγώ και το ηχητικό τοπίο που δημιούργησε έδεσε και δέθηκε με αυτή την παράσταση όσο και οι ηθοποιοί της. Η σκηνοθεσία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ήχους αλλά και την παρουσία του Ορέστη.

-Το έργο δεν μιλά μόνο για το ναζιστικό παρελθόν, αλλά για την ευθύνη, τη συνενοχή και τη σιωπή απέναντι στο κακό. Σε ποιο σημείο, κατά τη γνώμη σας, το «Μένγκελε» γίνεται ένα έργο που αφορά το σήμερα; Και πόσο πολιτικό πρέπει να είναι το θέατρο σήμερα;

Γιώργος Ν.: Το Μένγκελε ΕΙΝΑΙ το σήμερα. Κοιτάξτε γύρω σας, δίπλα σας, μέσα σας. Είναι η πρώτη φορά – στη δική μας Ζωή – που βιώνουμε την Ενέργεια της διαίρεσης τόσο φανερά και απροκάλυπτα. Που γινόμαστε μάρτυρες μιας επανάληψης, που πιστεύαμε πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να συμβεί. Είμαστε όλ@ μας και ο Μένγκελε και η Εσθήρ. ΟΛ@! Από τα μικρά καθημερινά μας, μέχρι τα πιο μεγάλα και συλλογικά. Και μας βολεύει πάρα πολύ η κουλτούρα επίρριψης της ευθύνης στους άλλους, που κυριαρχεί. Γιατί έτσι δεν χρειάζεται να αντικρύσουμε τον Μένγκελε μέσα μας. Όλα – θα έπρεπε να – είναι πολιτικά. Η παραμικρή πράξη, επιλογή, συμπεριφορά.

Εύα Π.: Το θέατρο πρέπει να αφορά. Έχει την υποχρέωση να αφορά. Πολιτικό; Κοινωνικό; Πρέπει να προκαλεί κάτι στο θεατή.  Το Μένγκελε ως έργο αφορούσε και θα αφορά πάντα γιατι οι άνθρωποι είμαστε οι επαναλήψεις μας και επιμένουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη. Το Μένγκελε αφουρούσε και θα αφορά πάντα γιατί μιλά για φρικτά εγκλήματα σε βάρος ανθρώπων. Εγκλήματα που συμβαίνουν και σήμερα. Τη στιγμή που ο Μ. λέει στην Ε.: «Θέλετε να παίξουμε το Μένγκελε και Εσθηρ;» καταλαβαίνεις πώς μια θηριωδία μπορεί λόγω χρονικής, χιλιομετρικής ή ακόμη ψυχικής απόστασης, να αποτελέσει παίχνίδι για κάποιους και αυτό είναι, ήταν και θα είναι τρομακτικό. Ας μιλάμε, ας συναντιόμαστε κι ας αποτελούμε μια μειοψηφία που θα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αντισταθεί στο κακό. Έχουμε χρέος να μιλάμε.

-Υπάρχει κάτι που σας έχει πει ή σας έχει ρωτήσει κάποιος θεατής μετά την παράσταση και σας έκανε να δείτε το έργο ή και τον ρόλο σας με διαφορετικό τρόπο;

Γιώργος Ν.: Ναι. Οι Άνθρωποι μου. Δεν με αναγνώριζαν. Τρόμαζαν. Και αυτό μου έκανε συνειδητό πως η Καλοσύνη είναι επιλογή. Στις δύσκολες περιστάσεις, όχι στην άνεση και τη βολή.

Πάντα μου έρχεται στο νου μία φράση της Anais Nin: «Οι καταστάσεις δεν διαμορφώνουν τους ανθρώπους. Τους αποκαλύπτουν.

Εύα Π.:  Θυμάμαι δύο. Μια γυναίκα, μου άγγιξε το χέρι και με συμπόνια με ρώτησε «Είσαι καλά; Πέρασες δύσκολα, πώς είσαι τώρα;» Εκείνη η γυναίκα παρακολούθησε ένα πείραμα, με ανθρώπους ως πειραματόζωα.Ήταν συγκλονισμένη και συναισθάνθηκε έντονα την όλη εμπειρία του εγκλεισμού. Με έκανε να δω την Εσθήρ ως ένα άτομο που πάσχει ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή εστίαζα περισσότερο στις αντιδράσεις της παρά στο τι υφίστατο. Ενώ μια άλλη γυναίκα με ρώτησε θυμωμένη «Γιατί μας το κάνατε αυτό;» Ηταν πραγματικά εξοργισμένη.Το βρίσκω υγιές όμως. Όσο, η φρίκη μας συγκλονίζει τόσο υπάρχει έστω και λίγο φως μέσα στο σκοτάδι. Ευτυχώς η Βάνα μας είχε προετοιμάσει για τις πιθανές αντιδράσεις.

-Το «Μένγκελε» έχει ήδη παρουσιαστεί στην Αθήνα και στη Ζυρίχη, ενώ επιστρέφει τώρα στο ΠΛΥΦΑ για δεύτερη χρονιά και στη συνέχεια θα ξαναταξιδέψει στην Ελβετία. Αποκτά η ίδια παράσταση διαφορετικό βάρος όταν παρουσιάζεται σε μια χώρα όπως η Ελβετία, με τη δική της ιστορική θέση απέναντι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Τι διαφορετικό εισπράξατε από τα δύο κοινά;

Γιώργος Ν.: Κάθε παράσταση είναι διαφορετική. Ακόμα και στην ίδια σκηνή. Πόσο μάλλον όταν αλλάζει τόπο. Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως, το κοινό της Ελβετίας είναι πιο αποστασιοποιημένο. Γιατί αυτή είναι η ψυχοσύνθεση του, ο μηχανισμός επιβίωσης και η άμυνά του. Ένας λαός πολύ διχασμένος, κατ’ εμέ. Βαθιά συντηρητικός από τη μία και παρόλα αυτά έχει συνάμα και μία τόλμη. Δεν αποφεύγει να συνομιλήσει με τη φρίκη και να ψηλαφίσει τις ευθύνες του. Είναι χαρακτηριστικό πως μόλις πριν λίγες μέρες δόθηκε στη δημοσιότητα ο απόρρητος φάκελος του Μένγκελε από τις ομοσπονδιακές αρχές της Ελβετίας. Η ημερομηνία που είχε οριστεί να γίνει αυτό ήταν το 2071! Ένας ιστορικός ωστόσο, προσέφυγε στη δικαιοσύνη και κέρδισε το δικαίωμα να έχει πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία. Ακόμα τους απασχολεί ο Μένγκελε και η «ουδέτερη» στάση που κράτησαν, όταν αυτός ήρθε «κύριος» τη δεκαετία του 50 και πήγε για να κάνει σκι… Ρωτήστε τον συγγραφέα μας, που σε αυτόν πρωτίστως χρωστάμε αυτό το συγκλονιστικό κείμενο. Είναι ο πιο καταρτισμένος άνθρωπος που γνωρίζω επί του θέματος. Και ο πιο τολμηρός αφυπνιστής συνειδήσεων του καιρού μας. Ο Θανάσης Τριαρίδης.

Το πιο σημαντικό είναι πως και στην Ελλάδα και στην Ελβετία κινητοποιεί κάτι στις ψυχές.

Εύα Π.: Για κάποιο λόγο, είχα πολύ περισσότερο άγχος για το ελβετικό κοινό. Θυμάμαι τους ελβετούς να παρακολουθούν σοκαρισμένοι το Taverna Miresia- του Μάριο Μπανούσι και στο τέλος της παράστασης με μια έντονη έκφραση στα προσωπά τους. Και μιλάμε για μια παράσταση που, προσωπικά, μου φάνηκε βαθιά ανθρώπινη. Το κοινό της Ελλάδας είναι θεωρώ πολύ πιο εξοικειωμένο απέναντι σε ό,τι θα μπορούσε να παρουσιαστεί αφιλτράριστα ενώ υπάρχουν κοινοί κώδικες και κοινές καταβολές μετάξύ μας. Το ακραίο του Ελβετού πόρρω απέχει από το ακραίο του Έλληνα. Αυτό που ένιωσα μετά όμως ήταν περισσότερο μια ψυχραιμία, μια διάθεση για συζήτηση, ανάλυση και κατανόηση του έργου.

-Ζείτε και οι δύο στην Ελβετία και έχετε διαμορφώσει εκεί ένα επαγγελματικό και καλλιτεχνικό πεδίο παράλληλα με την Ελλάδα. Πόσο διαφορετικό είναι για έναν καλλιτέχνη να προσπαθεί να επιβιώσει επαγγελματικά στην Ελβετία σε σχέση με την Ελλάδα; Και τι σας έχει δώσει η ζωή εκεί που δεν θα είχατε ανακαλύψει αν είχατε μείνει μόνο εδώ;

Γιώργος Ν.: Οι προϋποθέσεις για εμένα είναι διαφορετικές. Εγώ γεννήθηκα, από γονείς μετανάστες, και μεγάλωσα στην Ελβετία. Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να δοκιμαστώ και να εκφραστώ καλλιτεχνικά και στις δύο χώρες. Όπως όλα, η κάθε χώρα έχει και τα δώρα της αλλά και τις προκλήσεις της. Η Ελβετία είναι πιο άνετη οικονομικά. Η άνεση ωστόσο δεν γεννάει το ίδιο υλικό με μια πραγματικότητα που έχει περισσότερες προκλήσεις και σε προ(σ)καλεί να βρεις ΛΥΣΕΙΣ, όπως γίνεται στην Ελλάδα. Παίρνω τα δώρα και από τις δύο χώρες και μαθαίνω από τις προκλήσεις τους.

Εύα Π.: Καλλιτεχνικά, έχω αφαιρέσει εντελώς αυτό το φίλτρο από το σύστημά μου. Η τέχνη είναι τέχνη και πάντα θα πορεύομαι ενστικτωδώς μέσα της ως προς το τι θα παρουσιάσω, χωρίς να το προσαρμόζω στο που αλλά στο τι έχω ανάγκη να μοιραστώ. Αυτό που αλλάζει όμως και δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι σίγουρα τα οικονομικά και χρονικά δεδομένα Στην Ελβετία όλα αποφασίζονται και κλείνονται πολλούς μήνες πριν. Μπορεί να είναι Μάρτιος και να ξέρεις ήδη τις πρόβες σου για τον Οκτώβριο, πράγμα που έχει μια πιέση μεν αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια ασφάλεια. Το να μπορώ να δουλέψω και να δημιουργήσω μέσα σε δύο τόσο διαφορετικά πλαίσια μου έδωσε μεν άγχος αλλά και τη δύναμη, τη σιγουριά πώς αν θέλεις όλα είναι εφικτά. Με έκανε πιο δυνατή. Και κάθε φορά που σκέφτομαι το Μένγκελε σκέφτομαι οτι δεν ανεβάσαμε μια παράσταση που ετοιμάστηκε και έπειτα ταξίδεψε σε άλλη χώρα, αλλά μια παράσταση που κυριολεκτικά χτίστηκε ανάμεσα στις δύο χώρες. Η ζωή στην Ελβετία, ακριβώς επειδή έχει προγραμματισμό και δομή, μου έδωσε μια ηρεμία και μια οργάνωση που δεν είχα. Δυο χαρακτηριστικά που με βοήθησαν να πετύχω πράγματα που διαφορετικά δε θα ειχα πετύχει.

Πληροφορίες
«ΜΕΝΓΚΕΛΕ» του Θανάση Τριαρίδη
2ος Χρόνος
ΠΛΥΦΑ – ΚΤΗΡΙΟ 7Α
08/10/2026 – 17/10/2026
Πέμπτη – Παρασκευή 21:00 | Σάββατο – Κυριακή 20:00
Εισιτήρια εδώ

Διαβάστε επίσης:

Μένγκελε, του Θανάση Τριαρίδη σε σκηνοθεσία Βάνας Πεφάνη για 2η χρονιά στο ΠΛΥΦΑ