Δεν πάει πολύς καιρός που διάβασα το «Γυμνή Μπροστά Σου«, το πρώτο βιβλίο της ερωτικής τριλογίας “Crossfire” που έχει κατακτήσει

Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου

εκατομμύρια αναγνώστες ανά την υφήλιο, δια χειρός Sylvia Day, και μπορώ να πω πως, τα συναισθήματα που μου άφησε, ήταν ανάμεικτα. Ναι μεν, πρόκειται για ένα βιβλίο ευκολοδιάβαστο κι ευχάριστο ωστόσο, δεν κατάφερε να μου δώσει αυτό το κάτι παραπάνω έτσι ώστε, να ξεχωρίσει και να καταλάβει μια σημαντική θέση, στην καρδιά και το μυαλό μου. Και όχι, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι το βιβλίο περιέχει πολλές, πάρα πολλές σκηνές sex αλλά, στο ότι οι σκηνές αυτές τελικά, καπελώνουν την ιστορία και τους χαρακτήρες, απομακρύνοντάς τους από το να ανακαλύψουν, και μαζί με αυτούς κι εμείς ως αναγνώστες, τα βαθύτερα μέρη της ψυχής τους, να αντιμετωπίσουν κατά πρόσωπο τους φόβους τους και εν τέλη, να μας επιτρέψουν να ταυτιστούμε μαζί τους. Ωστόσο, η προσέγγιση της συγγραφέως στο δεύτερο βιβλίο της σειράς, «Ευάλωτη Δίπλα Σου», είναι αρκετά διαφορετική, ανεβάζοντας τον πήχη.

Η Εύα και ο Γκίντεον, αποφασίζουν να αφήσουν κατά μέρος όλα εκείνα που τους χωρίζουν, εστιάζοντας σε όλα αυτά που τους ενώνουν και μπορούν να βοηθήσουν τη σχέση τους να λειτουργήσει. Η έλξη άλλωστε που αισθάνονται ο ένας για τον άλλον, είναι τόσο δυνατή που τους ξεπερνάει, δεν τους επιτρέπει να μείνουν μακριά για πολύ καιρό καθώς κάτι τέτοιο, είναι οδυνηρό κι επίπονο. Παρ’ όλα ταύτα, δύο άνθρωποι με τόσο τραυματικό παρελθόν, δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνουν την υπέρβαση, έτσι ώστε να μπορέσουν να συνυπάρξουν. Για να γίνει αυτό, πρέπει να είναι ειλικρινείς και να μιλήσουν για όσα τους πληγώνουν, κι αν η Εύα το έχει κάνει, ο Γκίντεον δεν φαίνεται ακόμα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Για την Εύα το να μην γνωρίζει είναι βασανιστικό καθώς, αισθάνεται ανήμπορη, ότι δεν μπορεί να τον βοηθήσει και όταν εκείνος απομακρύνεται χωρίς εξηγήσεις από κοντά της, ζητώντας της μόνο να του δείξει εμπιστοσύνη, όσο κι αν θέλει να το κάνει, δεν ξέρει αν μπορεί. Η άγνοια την σκοτώνει και ο πόνος τη καθιστά ευάλωτη απέναντι στον άντρα που τόσο αγαπά, σπρώχνοντάς την στα άκρα και σε μια προσπάθεια να ανακαλύψει μόνη της αλήθεια.

Ενώ στο προηγούμενη βιβλίο της σειράς η συγγραφέας είχε επιλέξει να επικεντρωθεί στο σεξουαλικό στοιχείο της υπόθεσης, στην προκειμένη, επιλέγει να αλλάξει γραμμή πλεύσης και να εστιάσει πιο ουσιαστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ερωτικό στοιχείο καταργείται, ακριβώς το αντίθετο θα έλεγα απλά, η χημεία και η έλξη των πρωταγωνιστών είναι πιο ελεγχόμενη, οδηγώντας του με αυτό τον τρόπο σε μια πιο συναισθηματική και ειλικρινής προσέγγιση. Ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι, τόσο η Εύα, όσο και ο Γκίντεον, είναι δυο χαρακτήρες με βαθιά ψυχολογικά τραύματα που όσο κι αν θέλουν να δείχνουν προς τα έξω το αντίθετο, δεν τα έχουν ξεπεράσει, πολύ περισσότερο, δεν τα έχουν ξεχάσει, βρίσκονται βαθιά ριζωμένα μέσα τους και περιμένουν τις στιγμές εκείνες που θα είναι απόλυτα τρωτοί, προκειμένου να ξεσπάσουν και να κατασπαράξουν, ότι μπορεί να έχει απομείνει μέσα τους, γεννώντας την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, για ένα αύριο που θα μπορούν να είναι μαζί, μέσα σε μια φυσιολογική σχέση.

Δεν τίθεται θέμα για το αν η Day είναι καλή συγγραφέας ή όχι, αυτό είναι κάτι που το έχει αποδείξει. Αλλά ενώ στο “Γυμνή Μπροστά Σου” ήταν επιτηδευμένα προκλητική, στην “Ευάλωτη”, δεν χρησιμοποιεί τόσο ακραία γλώσσα και χαρακτηρισμού, διαχωρίζοντας προφανώς μες το μυαλό της τι είναι πρόστυχο και τι είναι sexy, καθιστώντας το δεύτερο μέρος της σειράς, όχι μόνο πιο ενδιαφέρον αλλά, πιο προσιτό και συμπαθές στον αναγνώστη. Ακόμα και όταν υπάρχουν ερωτικές σκηνές, συνδυαστικά με το πάθος, είναι ντυμένες με έναν ρομαντισμό και μια τρυφερότητα που στη «Γυμνή» δεν υπήρχε. Το sex δεν χρησιμοποιείται απλά ως ένα μέσο απόλαυσης και δήθεν επικοινωνίας αλλά, ως ουσιαστική και απόλυτη έκφραση λύτρωσης, ως ανάγκη να μεταδώσουν ο ένας στον άλλο όλα εκείνα που δεν μπορούν να πουν με λέξεις, με όλη εκείνη την απελπισία που αισθανόμαστε όταν προσπαθούμε να κρατήσουμε κοντά μας κάτι που φοβόμαστε ότι ετοιμάζεται να φύγει.

Η Day πλάθει μια ιστορία που, αν και δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, σε αυτό, το δεύτερο μέρος, την εξελίσσει, καταφέρνοντας να αναθερμάνει το ενδιαφέρον μας ως αναγνώστες και να μας καθηλώσει μέχρι την τελευταία λέξη, θέλοντας να μάθουμε τι θα συμβεί τελικά. Σίγουρα δεν ενθουσιαζόμαστε μέχρι παραλογισμού αλλά το ότι πλέον ενδιαφερόμαστε σε ένα βαθύτερο επίπεδο, είναι σημαντικό. Η ιστορία είναι πλούσια σε μυστικά, συγκρούσεις και πάθη, ενώ διέπεται από μια ιδιόμορφη ευαισθησία που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Η Εύα και ο Γκίντεον έχουν σίγουρα δρόμο μπροστά τους ωστόσο, γίνεται επιτέλους μια καλή αρχή, προκειμένου να ανοιχτούν ο ένας στον άλλον χωρίς αναστολές και φόβους, ξεπερνώντας τις φοβίες τους και τελικά, συνειδητοποιώντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, τόσο ο ένας του άλλου όσο και της σχέσης τους, μπορεί ορισμένες φορές να είναι επίπονη και δύσκολη ωστόσο, είναι και ο μόνος δρόμος προς την λύτρωσή τους, δείχνοντας κατανόηση και κάνοντας υποχωρήσεις. Εμείς απλά, περιμένουμε το τρίτο και τελευταίο μέρος της σειράς προκειμένου, να μάθουμε την τελική κατάληξη.