Στο βιβλίο της Ευσταθίας Μπλάφα η εσωτερική αλλαγή δεν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης αλλαγής αλλά μικρών ανεπαίσθητων κραδασμών που εγγράφονται στην καθημερινότητα και, όταν τις κοιτάξεις από απόσταση, αποκαλύπτουν το πραγματικό τους βάρος. Έτσι ο χρόνος δεν μένει απλό φόντο της πλοκής· γίνεται ο τρόπος με τον οποίο η μεταμόρφωση αποκτά πειστικότητα, επειδή ωριμάζει αργά και διαφαίνεται στον τρόπο που η Μυρσίνη, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, βλέπει τον εαυτό της και τους άλλους.
Η Μυρσίνη πηγαίνει στο Δίλοφο για να βρει ηρεμία και να προετοιμαστεί για μια απαιτητική περίοδο στη ζωή της. Το χωριό παρουσιάζεται μικρό και δεμένο, με ανθρώπους που γνωρίζονται μεταξύ τους και που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Εκεί, η Μυρσίνη γνωρίζει νέα πρόσωπα, τον Άλκη, τον δάσκαλο του χωριού, τον κυρ Μάνθο και την Άννα, που τη φροντίζουν και την κυρία Ασημίνα, που συνδέει τη Μυρσίνη με ιδέες, μνήμη και παλιές ιστορίες. Η σχέση της Μυρσίνης με τον Άλκη χτίζεται βήμα βήμα, μέχρι τη στιγμή που ο Άλκης μιλά ανοιχτά για τα συναισθήματά του. Ωστόσο, το βιβλίο δεν στέκεται μόνο στη σχέση ανάμεσα στο νέο ζευγάρι. Ανοίγει μια δεύτερη, πολύ ουσιαστική ιστορία, όταν μια παλιά οικογενειακή ιστορία έρχεται στην επιφάνεια μέσα από μια φωτογραφία και καταλήγει σε μια ξεκάθαρη αποκάλυψη που αλλάζει τις σχέσεις των ηρώων.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τις εποχές σαν έναν αφηγηματικό σκελετό, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, και στο τέλος ξανά χειμώνας. Όμως οι εποχές δεν είναι απλώς σκηνικό. Είναι τρόπος που οι ήρωες βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει. Ο χειμώνας της Μυρσίνης αντιπροσωπεύει την ανάγκη για σιωπή. Όταν μπαίνει η άνοιξη και το καλοκαίρι, συντελείται και το προσωπικό της άνοιγμα: ένα άνοιγμα προς τον Άλλον, προς τη ζωή, προς τη δυνατότητα να ανήκει κάπου ξεκάθαρα.
Σημαντικό στοιχείο της αφήγησης είναι ο τόπος όπου διαδραματίζεται αυτή η μεταμόρφωση των ηρώων. Το Δίλοφο δεν παρουσιάζεται σαν μια ωραιοποιημένη επαρχία. Παρουσιάζεται σαν τόπος διαμόρφωσης σχέσεων. Η Μυρσίνη εκεί ανακαλύπτει ένα μέρος όπου οι άνθρωποι έχουν χρόνο ο ένας για τον άλλο, γίνονται συνοδοιπόροι σε μια πορεία απομακρυσμένη από την απομόνωση του αστικού περιβάλλοντος.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Οι άνθρωποι που συναντά εκεί η Μυρσίνη είναι άνθρωποι απλοί που ανοίγουν το σπίτι τους και μαζί του την ψυχή τους, λένε μια κουβέντα την ώρα που πρέπει, αφήνουν χώρο. Κι έτσι η Μυρσίνη θυμάται ένα πράγμα που στην καθημερινότητα το ξεχνάμε: ότι δεν είμαστε μόνο οι στόχοι μας. Είμαστε και άνθρωποι που χρειάζονται τρυφερότητα χωρίς όρους. Το βιβλίο φέρνει στην επιφάνεια ένα σημαντικό ερώτημα: τι αξία έχει μια επιτυχία όταν δεν έχεις ανθρώπους να τη μοιραστείς; Και τι σημαίνει να συνεχίζεις όταν δεν υπάρχει κανείς να σε περιμένει στο τέλος της μέρας. Παράλληλα, οι διάλογοι γύρω από θέματα όπως, επανάσταση, βία, πίστη, ελευθερία, δημοκρατία δίνουν στο βιβλίο ένα διαφορετικό νόημα. Μέσω αυτών η ηρωίδα συνειδητοποιεί με ποιον τρόπο η Ιστορία αλλάζει τους ανθρώπους.
Η σχέση της Μυρσίνης με τον Άλκη χτίζεται σταδιακά και ήπια. Η σχέση του Άλκη με τα παιδιά, με τη μουσική, με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη δουλειά του είναι στοιχεία μιας καθημερινότητας που γοητεύουν σταδιακά τη Μυρσίνη. Ο έρωτας προχωρά με ρυθμό εμπιστοσύνης: σιωπές, δισταγμούς, μικρές αποκαλύψεις. Και όταν η σχέση σταθεροποιείται, το κείμενο επιμένει σε λεπτομέρειες καθημερινότητας, η γνωριμία με τη μητέρα, συνήθειες που μοιράζονται. Η καθημερινή εγγύτητα που κάνει τον δεσμό πιο πειστικό και έντονο.
Ιδιαίτερα δυνατή είναι και η παράλληλη γραμμή του οικογενειακού τραύματος, που περνά στην αφήγηση, κυρίως μέσα από τον Μάνθο. Η εξομολόγησή του φέρνει στην επιφάνεια σκληρές συνθήκες που καθόρισαν την εποχή του. Η εξομολόγηση αυτή είναι μια αναμέτρηση με το εσωτερικό τραύμα και τις πληγές που δημιουργεί η Ιστορία στο πέρασμά της, πληγές μεταφέρονται στον χρόνο και περνούν από γενιά σε γενιά. Και μαζί δείχνει κάτι που διαπερνά όλο το βιβλίο: ότι οικογένεια δεν είναι μόνο αίμα. Είναι και οι άνθρωποι που έγιναν δεσμός ζωής.
Η αποκάλυψη για τον Άλκη και τον Μάνθο έρχεται σαν επιβεβαίωση της κεντρικής ιδέας: ότι το παρελθόν, όσο κι αν το θάψεις, επιστρέφει. Όχι για να κάνει θόρυβο, αλλά για να κλείσει κύκλους, να διεκδικήσει τη θέση του μέσα στην αφήγηση της ζωής σου.
Η τελική απόφαση της Μυρσίνης να απομακρυνθεί από ό,τι δεν την γεμίζει είναι μια απόφαση ζωής που δεν ανατρέπει απλώς την αφήγηση αλλά δείχνει μια αναγνωρίσιμη στάση ζωής που επηρεάζει το μέλλον και απαιτεί θάρρος να προχωρήσει κανείς σε μια νέα πραγματικότητα, απαλλαγμένη από ό,τι δεν είναι περιττό, είναι όμως φθοροποιό.
Αυτό που μένει όταν κανείς κλείσει αυτό το βιβλίο είναι η βαθιά συναίσθηση ότι η αλλαγή δεν χρειάζεται φασαρία, δεν έρχεται πάντα με κρότο. Μερικές φορές χρειάζεται μόνο χρόνο, ανθρώπους, και μια μικρή γενναία απόφαση την κατάλληλη στιγμή.